Στην πρώτη σκηνή του «Μονοπατιού των Χαμένων Ψυχών» παρακολουθούμε τον Μπράντλεϊ Κούπερ να κάνει κάτι, αν όχι κακό, τουλάχιστον ύποπτο, και να φεύγει στη συνέχεια σαν κυνηγημένος. Ο δρόμος τον βγάζει κατά τύχη σε ένα περιoδεύον τσίρκο – λούνα παρκ, με ξεχωριστά θέματα – εκθέματα σε κάθε τέντα του.

Βρισκόμαστε στο 1939, είναι ένα τσίρκο – λούνα παρκ στα όρια της νομιμότητας ή λίγο πιο πέρα, που λειτουργεί χωρίς άδεια και με λαδώματα όποτε χρειαστεί στις τοπικές αρχές, προσφέρoντας πάμφθηνη ψυχαγωγία για τους φτωχούς, οι οποίοι εντυπωσιάζονται εύκολα και για να φύγει το μυαλό τους από τη ζόρικη καθημερινότητα αγοράζουν σε πολύ συμφέρουσες τιμές ψευδαισθήσεις και σοκ, σοκ και ψευδαισθήσεις. Και σε ένα τέτοιο μέρος, όπου κανείς δεν θα ρωτήσει από που κρατάει η σκούφια σου και τι σε έφερε εκεί, ο Κούπερ ξεκινά να κάνει αρχικά βοηθητικές δουλειές. Αλλά έχει διάθεση για εκμάθηση των διαφόρων τεχνικών που χρησιμοποιούν στα νούμερα και φιλοδοξίες για να προκόψει στη ζωή του.

Bradley Cooper in the film NIGHTMARE ALLEY. Photo by Kerry Hayes. © 2021 20th Century Studios All Rights Reserved

Και όταν θα δούμε να παρουσιάζεται, έναντι αντιτίμου 25 σεντς, το φοβερό και τρομερό φρικιό και ο Γουίλεμ Νταφόε θα εξηγήσει στους θεατές ότι δεν πρέπει να ξεγελαστούν και να αμφιβάλουν, καθώς οι επιστήμονες και οι ειδικοί έχουν αποφανθεί ότι είναι 100% άνθρωπος, ο ντελ Τόρο μας προσφέρει ένα πρώτο δείγμα του πώς θα αντιμετωπίσει συνολικά στην ταινία τον χαρακτήρα της ψευδαίσθησης, της εξαπάτησης, του τρικ: εντελώς απομυθοποιητικά. Γιατί αν δεν υπήρχε όλη αυτή η παραπλανητική εισαγωγή και προειδοποίηση, κανείς δεν θα σκεφτόταν ότι το φρικιό είναι οτιδήποτε άλλο από άνθρωπος: το φρικιό δεν έχει τίποτα το μη ανθρώπινο σωματικά, δεν έχει κανενός είδους παραμόρφωση, δεν είναι ο «Άνθρωπος Ελέφαντας», είναι ένας καταβρώμικος και ημίγυμνος άντρας που ζει σαν ζώο σε ένα κλουβί και ο Νταφόε τον ταϊζει ζωντανές κότες, τις οποίες το φρικιό τρώει προς τέρψη και αποτροπιασμό του φιλοθεάμονος κοινού, προς τον αποτροπιασμό που προσφέρει ψυχαγωγία και παρηγοριά, την παρηγοριά του να βλέπεις κάποιον σε τρισχειρότερη κατάσταση από σένα και να σκέφτεσαι ότι εσύ τουλάχιστον δεν ζεις έτσι.

Willem Dafoe and Bradley Cooper in the film NIGHTMARE ALLEY. Photo by Kerry Hayes. © 2021 20th Century Studios All Rights Reserved

Κι όταν στη συνέχεια θα εντυπωσιαστούμε πολλάκις από ανθρώπους που διαβάζουν τη μοίρα ή που μπορούν να μαντέψουν με εντυπωσιακή ακρίβεια τρομερές λεπτομέρειες για τον άλλον, κάθε μα κάθε φορά ο ντελ Τόρο θα μας αποκαλύψει αμέσως μετά τα μυστικά του τρικ, τα συστατικά της εκ πρώτης όψεως ανεξήγητης και εντυπωσιακής ικανότητας όσων παριστάνουν τα μέντιουμ και τους πνευματιστές.

Όσο βρισκόμαστε στον χώρο του τσίρκου, ο ντελ Τόρο βρίσκεται εντελώς στο στοιχείο του μεν, αλλά η ταινία μοιάζει αρκετά πλαδαρή, της λείπει το νεύρο, άλλες σκηνές μοιάζουν αχρείαστες, άλλες έχουν μια παράδοξη αποκλιμάκωση, του στυλ έλα να σου εξηγήσω τώρα τι είδες, για να μην φαντάζεσαι πράγματα που δεν ισχύουν.

Rooney Mara and Bradley Cooper in the film NIGHTMARE ALLEY. Photo by Kerry Hayes. © 2021 20th Century Studios All Rights Reserved

Ακόμα κι όταν ο ήρωας κάνει το μεγάλο βήμα, φύγει από το τσίρκο και εκμεταλλευόμενος τις τεχνικές που έμαθε και ταυτόχρονα καλλιεργώντας το χάρισμα που έχει, κάνει καριέρα ως μέντιουμ στα μεγάλα σαλόνια των πλουσίων και της ελίτ, αργείς να καταλάβεις ότι η ταινία τώρα στην πραγματικότητα έχει μπει στο κύριο θέμα της, ότι όλο το άλλο ήταν μάλλον ένας υπερβολικά εκτεταμένος πρόλογος, ότι τελικά «Το Μονοπάτι των Χαμένων Ψυχών» είναι ένα νουάρ.

Θα πει εδώ κανείς -και εύλογα- καλά δεν αρκούσε απλά να έχεις πληροφορηθεί δυο στοιχεία για την ταινία πριν πας να τη δεις, ώστε να περιμένεις εξαρχής να δεις νουάρ; Και ναι και όχι. Γιατί ακόμα κι έτσι η ταινία είναι αλλά και δεν είναι νουάρ. Είναι νουάρ μέσα από τη ματιά του ντελ Τόρο; Αυτό μάλλον επιδίωξε ο ίδιος, αλλά τελικά «Το Μονοπάτι των Χαμένων Ψυχών» είναι, κατά τη γνώμη μου, το αποτέλεσμα μιας δημιουργικής σύγχυσης και συνιστά μια εντυπωσιακή αστοχία.

Όταν μπαίνει στην εξίσωση η Κέιτ Μπλάνσετ, όταν η ψυχανάλυση έρχεται να λειτουργήσει ως άλλου είδους μαγικό τρικ, ενθουσιάζεσαι με την προσδοκία ότι η ταινία μπορεί να θέλει να στραφεί προς τα εκεί. Άνθρωποι που διαβάζουν ανθρώπους ως μέντιουμ και ως ψυχαναλυτές. Άνθρωποι τελικά που παριστάνουν ότι έχουν δυνάμεις που δεν έχουν; Ή η ψευδαίσθηση του τσίρκου και των πνευματιστών και η αληθινή εξερεύνηση της ψυχής; Μπα, τίποτα από αυτά. Η Μπλάνσετ είναι εν τέλει μια μονοδιάστατη ηρωίδα νουάρ.

Το στοιχείο του αλκοολισμού και της μοιραίας πρώτης γουλιάς, και μάλιστα το στοιχείο του αλκοολισμού ως σε μεγάλο βαθμό καταλύτη των εξελίξεων έρχεται από πάρα πολύ παλιά, αντιμετωπίζεται επιδερμικότατα και με τόσο νωπές τις μνήμες του «Άσπρο Πάτο» χτυπάει ακόμη περισσότερο άσχημα.

Ενδεικτικό της γενικότερης πλαδαρότητας και της μη ορθής διαχείρισης του υλικού, είναι ότι το εντυπωσιακό και καλά φινάλε το έχεις δει να έρχεται τουλάχιστον πέντε λεπτά πριν, στα οποία περιμένεις να το ακούσεις να αρθρώνεται με λέξεις ή με εικόνες, εντυπωσιαζόμενος εν τέλει όχι από το ίδιο, αλλά από το πόσο αργεί να αρθρωθεί. Με το στοιχείο της έκπληξης να έχει χαθεί ολωσδιόλου, θα μπορούσε παρά ταύτα να λειτουργεί σε επίπεδο ουσίας. Πράγματι έχουμε να κάνουμε με ένα φινάλε που υπό προϋποθέσεις θα μπορούσες να το δεις να λειτουργεί σε κάποιου άλλου τύπου ταινία, είτε σε ένα καθαρόαιμο νουάρ είτε σε μια καθαρόαιμη ταινία του ντελ Τόρο, αλλά τόσο το τι έχει προηγηθεί ως εκείνη τη στιγμή, όσο και η υπερβολή στην αποτύπωσή του, το κάνουν να φαίνεται στα μάτια μου οριακά γκροτέσκο και εκκωφαντικά λάθος, καθώς το πικρό γέλιο που βλέπουμε επί σκηνής είναι ένα ειρωνικό μπούμερανγκ, αφού γελάμε μαζί κι εμείς πικρά για την αστοχία του υλικού.

Για την ακρίβεια εγώ γελάω πικρά. Δεν είναι καθόλου απαραίτητο ότι θα έχεις κι εσύ την ίδια ανταπόκριση. Αν παρά ταύτα με κάποιον τρόπο διακοπτόταν η ταινία είκοσι λεπτά πριν τελειώσει και με ρωτούσες πώς μου είχε φανεί ως εκείνη την ώρα, παρά την πλαδαρότητα και παρά τη σύγχυση των ειδών, θα ήμουν τόσο αρνητικός; Όχι. Είναι τόσο καθοριστικό λοιπόν το πού θα το πάει και πού θα καταλήξει; Ναι. Αν κατέληγε κάπου αλλού, αυτός θα ήταν και ο τελικός χαρακτήρας της, αυτό θα ήταν και το τελικό πρόσημό της.

Ήθελε τελικά ο ντελ Τόρο να βάλει μια νέα πινελιά στην εμμονή του με τα τέρατα; Όταν επ’ αυτού τα έχει πει όλα τόσο ιδανικά στη «Μορφή του Νερού», η επιστροφή μέσα από μια ταινία που είναι ένα αποτυχημένο υβρίδιο, σε κάνει να αναρωτιέσαι τι ακριβώς τον γοήτευσε τόσο και πώς δεν κατάλαβε ότι η όλη ισορροπία δεν επιτεύχθηκε ποτέ. Ενώ βλέπουμε τα του τσίρκου περιμένουμε ακόμα περισσότερα, περιμένουμε να γίνει ακόμα περισσότερο ντελ Τόρο, περιμένουμε να δούμε αυτό που μόνο εκείνος μπορεί να μας δώσει, την ιδιοπροσωπία του, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί ότι έχουμε να κάνουμε με την εισαγωγή σε ένα νουαρ, μέσα στην ατμόσφαιρα του οποίου δεν θα μπούμε στα αλήθεια ποτέ.

Ένα νουάρ που καταλήγει μάλιστα σε ένα τεράστιο ηθικό δίδαγμα κι ένα τεράστιο γουάου. Σόρι, αλλά όχι, δεν δούλεψε καθόλου. Η μυθοποίηση των τεράτων τού πάει πολύ περισσότερο από την απομυθοποίηση των ανθρώπων, η μαγεία των ενήλικων παραμυθιών πολύ περισσότερο από την ηθικολογία και την απομάγευση.