Είναι πολύ περίεργη η έννοια του σπόιλερ. Και πολλές φορές κολλάμε στο τι συνιστά τυπικά σπόιλερ, ενώ θα έπρεπε να μας απασχολεί περισσότερο η ουσία. Τυπικά λοιπόν, κάτι που συμβαίνει στο μισάωρο μιας ταινίας η διάρκεια της οποίας ξεπερνά τις δύο ώρες, δεν μπορεί να είναι σπόιλερ. Πολύ περισσότερο όταν αυτό που συμβαίνει είναι τόσο κομβικό και τόσο το κέντρο βάρους της, ώστε ακόμα και οι ολιγόλογες συνόψεις της το αναφέρουν. Το ίδιο το Netflix, στο οποίο προβάλλονται «Τα Θραύσματα μιας Γυναίκας», το αναφέρει στη δική του σύνοψη. Ακόμη κι έτσι, θα πρότεινα όποιος μπορεί να δει την ταινία χωρίς να ξέρει καθόλου περί τίνος πρόκειται, να το κάνει, μην διαβάζοντας συνόψεις πριν και αφήνοντας την ανάγνωση κριτικών για μετά τη θέασή της, γιατί έτσι η συναισθηματική επίδραση της συγκεκριμένης σκηνής θα είναι πολύ πιο έντονη.

Αφού λοιπόν προειδοποίησα όσο μπορούσα, συνεχίζω χωρίς τύψεις. Ζευγάρι περιμένει παιδί. Ο άντρας δουλεύει σε εργοτάξια και τον πρωτοσυναντάμε στην κατασκευή μιας γέφυρας στη Βοστώνη. Η γυναίκα πάλι δουλεύει σε πιο κυριλέ περιβάλλον, στα γραφεία κάποιας εταιρείας κάποιου ουρανοξύστη. Η μαμά της μοιάζει να έχει γερό πορτοφόλι και τους κάνει δώρο για την επικείμενη γέννα ένα πολυτελές μίνι βαν. Η γυναίκα είναι στις μέρες της. Όταν στο σπίτι σπάνε τα νερά της, ξεκινά ένα διαρκείας 24 λεπτών μονοπλάνο τοκετού προορισμένο να χαραχθεί στη μνήμη. Το ζευγάρι είχε αποφασίσει ο τοκετός να γίνει κατ’ οίκον και όχι στο νοσοκομείο, μόνο με μαία και όχι με γυναικολόγο. Αλλά η μαία την οποία είχαν επιλέξει και με την οποία είχαν κάνει ως τότε όλες τις σχετικές πρόβες και προετοιμασίες, τυχαίνει να ξεγεννά την ίδια ώρα άλλη γυναίκα, οπότε θα χρειαστεί να την ξεγεννήσει η αντικαταστάτριά της. Αν και τα περσινά μονοπλάνα του “1917” του Σαμ Μέντες και του διευθυντή φωτογραφίας του Ρότζερ Ντίνκινς αφήνουν λίγο χώρο στον θεατή για να μπορέσει να εντυπωσιαστεί εξίσου τόσο γρήγορα, το δεξιοτεχνικό μονοπλάνο του τοκετού του Κορνέλ Μουντρούτσο και του διευθυντή φωτογραφίας του Μπέντζαμιν Λεμπ επιτυγχάνει πάρα πολύ αποτελεσματικά να χτίσει με τη συνεχή ροή του και την εγγύτητα της κάμερας στους τρεις αυτούς ανθρώπους μέσα στο σπίτι, μια ένταση στην οποία εμπλέκεται όλο και περισσότερο ο θεατής: όλα μοιάζουν να πάνε καλά, αλλά ο άντρας δεν σταματάει να ρίχνει ανήσυχα βλέμματα προς τη μαία ζητώντας να βρει στο δικό της επιβεβαίωση ασφάλεια και καθησυχασμό, όλα μοιάζουν να πάνε καλά, αλλά ο φυσικός τοκετός είναι μια εμπειρία αφόρητου πόνου για κάθε έγκυο και η γυναίκα σφαδάζει, η γυναίκα σφαδάζει, ο άντρας ανησυχεί, η μαία λέει ότι όλα πάνε καλά, μέχρι που αρχίζει και της φαίνεται ότι όχι, δεν πάνε όλα τόσο καλά.

Αν μάλλον δεν υπάρχει μεγαλύτερη προσωπική τραγωδία από αυτή του γονιού που χάνει το παιδί του, το να μην γεννηθεί ένα παιδί, το να υπάρξει αποβολή στη διάρκεια της κύησης είναι κάτι που φαντάζει αρκετά λιγότερο τραγικό. Τι γίνεται όμως όταν το παιδί προλαβαίνει να γεννηθεί, τι γίνεται όταν προλαβαίνεις να το κρατήσεις για λίγο στην αγκαλιά σου και να το φιλήσεις, τι γίνεται όταν προλαβαίνεις να το δεις ως ένα ξεχωριστό αυτόνομο από σένα σώμα, ως μια νέα ύπαρξη, τι γίνεται όταν το πιάνεις στα χέρια σου και νιώθεις όλη την ελπίδα, όλη την πληρότητα και όλο το δέος που μπορεί να νιώσει άνθρωπος μόνο και μόνο για να πέσεις στο βάραθρο ελάχιστα μετά, τι γίνεται όταν το παιδί σου προλαβαίνει να ζήσει μόνο και μόνο για να το δεις να πεθαίνει ελάχιστα μετά;

Τι σημάδια αφήνει μια τέτοια πληγή; Πώς αντιμετωπίζεται μια τέτοια πληγή; Αν είσαι καλλιτέχνης βοηθάει να την αντιμετωπίσεις μέσα απ’ την τέχνη σου. Το ζευγάρι του σκηνοθέτη Κoρνέλ Μούντρουτσο και της συγγραφέως Κάτα Βέμπερ είχε ένα παρεμφερές βίωμα. Πρώτα γράφτηκε ένα θεατρικό έργο και στη συνέχεια έγινε σενάριο, που οδήγησε στην πρώτη αγγλόφωνη ταινία του ζευγαριού από την Ουγγαρία (που μέχρι στιγμής είχε κάνει περισσότερη αίσθηση με τον «Λευκό Θεό», μια αλληγορία για τον ρατσισμό, την καταπίεση και την εξέγερση των κολασμένων, αλλά και μια ταινία που σε πρώτο επίπεδο κινηματογραφούσε αγέλες σκύλων, σε μερικά πραγματικά πάρα πολύ δυνατές εικόνες). Τα «Θραύσματα μιας Γυναίκας» αφιερώνουν το πρώτο τους μισάωρο στο τραγικό γεγονός και μετά (και είναι χαρακτηριστικό ότι ο τίτλος της ταινίας εμφανίζεται μετά το γεγονός) προσπαθούν να μιλήσουν για τις συνέπειές του, για το πώς επιδρά στη μάνα, στον πατέρα, στη μεταξύ τους σχέση.

Η Βανέσα Κίρμπι έχει έναν ρόλο πάρα πολύ αβανταδόρικο, αλλά και έναν ρόλο τον οποίο δεν προδίδει, κατορθώνοντας να ανταποκριθεί και με το παραπάνω στις απαιτήσεις του. Δίπλα της ο Σάια ΛαΜπεφ στη μάλλον πιο ώριμη ερμηνευτικά στιγμή της καριέρας του. Ο Μπένι Σάφντι του «Άκοπου Διαμαντιού» σε δεύτερο ρόλο, μάλλον αρέσκεται να ερμηνεύει όχι ιδιαίτερα έξυπνους ήρωες, όπως είχε κάνει στο “Good Time“. Σε επίσης δεύτερο, αλλά πολύ πιο σημαντικό για τη δυναμική της ταινίας ρόλο, η 88χρονη Έλεν Μπέρνστιν, παίζει ρόλο καταλύτη στη σχέση του ζευγαριού. Η ηρωίδα που υποδύεται έχει τρεις ιδιότητες: μια ας την πούμε ιστορική, μία ταξική και μία χαρακτηριολογική, που πάντως δεν είναι τελείως άσχετη με τις άλλες δύο. Βρίσκω πιο ενδιαφέρουσα σεναριακά την ταξική της ιδιότητα και ακόμη πιο ενδιαφέρουσα την σχέση που αναπτύσσει με τον γαμπρό της και τον τρόπο που αυτή η σχέση εξελίσσεται και καταλήγει.

Έχουν τελικά απαντήσεις «Τα Θραύσματα μιας Γυναίκας» για την αντιμετώπιση του πένθους ή απλά καταγράφουν την έλλειψη απαντήσεων; Έχουν θα μπορούσε να πει κανείς, αν δει το τέλος τους. Όχι απαραίτητα θα μπορούσε να πει κανείς, αν μείνει σε όλη την υπόλοιπη ταινία. Η οποία είναι σε κάθε περίπτωση μια ταινία που δεν περνάει απαρατήρητη, μια ταινία με βάρος, ατμόσφαιρα και ισχυρή σκηνοθετική υπογραφή.