Ο Κέρτις πίνει μπύρες με τον κολλητό του. Εκείνος, με την ειλικρίνεια και τη θέρμη που απελευθερώνει καμιά φορά η μέθη στις αντρικές φιλίες, του λέει: «Τα πας καλά στη ζωή σου, κι αυτό είναι το μεγαλύτερο κοπλιμέντο που μπορεί να κάνει κάποιος για έναν άντρα». “Τα πας καλά” δεν σημαίνει τίποτα γιάπικο, δεν βρισκόμαστε σε περιβάλλον προηγούμενων δεκαετιών, δεν βρισκόμαστε σε περιβάλλον μεγαλούπολης, βρισκόμαστε στην επαρχιακή Αμερική του σήμερα, κάπου στο Οχάιο. Τα πας καλά με τα μέτρα όχι του 1%, αλλά του 99% των Αμερικάνων, στο οποίο και ανήκεις. Δεν πρόκειται να κατακτήσεις ποτέ τον κόσμο, αλλά έχεις μια σταθερή περπατησιά, έχεις μια οικογένεια που σε αγαπάει, έχεις μια σταθερή δουλειά με αξιοπρεπή μισθό, που και την υποθήκη του σπιτιού σου σου επιτρέπει να πληρώνεις, και να βάζεις στην άκρη μαζί με τη γυναίκα σου για διακοπές στη θάλασσα. Είσαι δε ιδιαίτερα τυχερός που ο εργοδότης σου είναι συμβεβλημένος με καλή ασφαλιστική εταιρία, η οποία θα επιτρέψει στην κωφή σου κόρη να βάλει τα εμφυτεύματα που χρειάζεται.

Το “τα πας καλά” όμως έχει και την αντίστροφη όψη του: ότι βρίσκεσαι πια σε ένα στάδιο της ζωής σου που έχεις και κάτι να χάσεις. Οι περισσότερες ταινίες μιλάνε για προσδοκίες κι όνειρα. Και γενικότερα η Τέχνη καταπιάνεται συνήθως με αυτό που μας λείπει. Εδώ ο Κέρτις βρίσκεται ήδη κάπου και δεν προσδοκά τα περισσότερα, αλλά το θέμα είναι ο φόβος της απώλειας, ο φόβος της καταστροφής όσων έχει. Κι αν στα τυπικά θρίλερ ο εχθρός έρχεται από έξω, εδώ ο φόβος έρχεται ευθέως από μέσα. Ο Κέρτις φοβάται. Αρχίζει κι έχει πολύ ζωντανούς και πολύ επώδυνους εφιάλτες. Ό,τι τον περιτριγυρίζει και το νιώθει οικείο μετατρέπεται σε αυτούς σε πηγή απειλής. Ο σκύλος του, οι φίλοι του, ακόμη κι οι πιο κοντινοί του άνθρωποι. Αλλά όχι μόνο αυτοί. Ο βασικός του εφιάλτης, ο βασικός του φόβος έρχεται από αυτό που είναι έξω από τον ίδιο και πάνω από τον ίδιο, από αυτό που δεν μπορεί να ελέγξει και από το οποίο πρέπει να βρει τρόπο να προφυλαχθεί. Το νιώθει, το προβλέπει, το διαισθάνεται: θα έρθει μια μεγάλη καταιγίδα και θα τα σαρώσει όλα.

Ο Κέρτις έχει οικογενειακό ιστορικό. Η μάνα του διαγνώσθηκε με σχιζοφρένεια στα τριαντακάτι της (όσο είναι δηλαδή κι ο ίδιος τώρα). Όταν ήταν μικρός είχαν πάει στο σούπερ μάρκετ, βγήκε να ψωνίσει, τον άφησε στο πίσω κάθισμα του αυτοκίνητου και δεν γύρισε ποτέ να τον πάρει. Την βρήκαν μετά από μερικές μέρες σε γειτονική πολιτεία να τρώει από τα σκουπίδια. Έκτοτε ζει σε κλινική. Ο Κέρτις πήρε όρκο εκείνος να μην φύγει ποτέ. Να μην φύγει ποτέ από τη δική του οικογένεια. Και τώρα πρέπει να μη φύγει και το μυαλό του. Πρέπει να να μείνει εδώ. Και στην πραγματικότητα και στην οικογένειά του. Αρχίζει έτσι να δρα με τέτοιο τρόπο ώστε να μην ξεφύγει, αρχίζει να διαβάζει βιβλία για τις ψυχικές παθήσεις, αρχίζει να κάνει από μόνος του τεστ για να δει πόσα συμπτώματα έχει, αρχίζει να ρωτά γιατρούς και ψυχολόγους. Ενώ όμως έχει συναίσθηση της κατάστασης, ταυτόχρονα δρα και με τον τρόπο που του λένε οι εφιάλτες του. Αποφασίζει να απομακρύνει τις πηγές κινδύνου που εκείνοι του υπαγορεύουν. Αποφασίζει πάνω απ’ όλα να χτίσει καταφύγιο. Και καταφύγιο όχι της πλάκας, όχι ένα υπογειάκι σαν αυτό που ήδη υπάρχει στην αυλή του και που είναι το εύλογο μέτρο προφύλαξης για μια πολιτεία που χτυπιέται ενίοτε από τυφώνες, αλλά φουλ εξοπλισμένο, γεγονός που συνεπάγεται όλων των ειδών τα κόστη, τα οποία δεν μπορεί να αντέξει. Τι θα επικρατήσει από τους δύο αλληλοαντικρουόμενους δρόμους που παίρνει; Από πού δεν πρέπει να φύγει για να προστατεύσει αποτελεσματικά τους δικούς του; Από τη κοινή λογική ή από τα προαισθήματά του;

Τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο “Καταφύγιο”έχει ο Μάικλ Σάνον, που ήταν υποψήφιος πριν τρία χρόνια για όσκαρ β΄ ανδρικού, για ρόλο επίσης οριακά ψυχικά ασθενή, στο -τελικά υποτιμημένο- “Revolutionary Road” (“Δρόμο της Επανάστασης”) του Μέντες (αν μπορείς εκτός από την ταινία να διαβάσεις και το ομώνυμο βιβλίο, το συστήνω με τα χίλια). Σε κάθε άλλη περίπτωση θα είχες δίκιο να πεις ότι παραπάει η έλλειψη φαντασίας στο κάστινγκ και η τυποποίηση στο αμερικάνικο σινεμά, αλλά όχι εδώ, αφού ο Σάνον πρωταγωνιστούσε και στην προηγούμενη -και πρώτη- ταινία του -μόλις 32χρονου- σκηνοθέτη – σεναριογράφου Τζεφ Νίκολς, το πάρα πολύ καλό “Shotgun Stories” (“Ιστορίες Πυροβολισμών”), που, αφού πήρα μπρος με τις συστάσεις, στο συνιστώ κι αυτό. Ο Σάνον είναι εξαιρετικός, τόσο όταν παίζει σχεδόν σε όλη τη διάρκειά της ταινίας χαμηλότονα και διακριτικά έναν άνθρωπο που παλεύει με τους εφιάλτες και το άγχος του, όσο και στη σκηνή της έκρηξής του, που είναι καθηλωτική και που είναι στάνταρ η σκηνή που θα προβάλλουν στα όσκαρ αν τυχόν είναι υποψήφιος και φέτος για α΄αντρικό. Και μακάρι να είναι δηλαδή.

Μία είναι η βασική ένσταση που έχω για την ταινία και αφορά το τέλος της. Άλλο πράγμα η αμφισημία κι άλλο να καταλήγεις σχεδόν να αναιρείς ό,τι επί δίωρο έχτιζες. Η τελική σκηνή μπορεί να εντυπώνεται στο μυαλό, μοιάζει όμως εύκολα αβανταδόρικη και τσάμπα προκλητική. Είναι βέβαια ισχυρή η πιθανότητα να την σκέφτομαι στενόμυαλα και να μου διαφεύγει μια πιο ανοικτή ερμηνεία της, αλλά ακόμα κι έτσι δεν μου χαλάει την ταινία, απλά βάζει έναν αστερίσκο που θα προτιμούσα να μην υπάρχει. Γιατί η ταινία αξίζει, όπως και ο Νίκολς, για τον οποίο θα ξανακούσουμε σύντομα στο μέλλον, με την ελπίδα να συνεχίσει να κάνει ταινίες που θα μιλούν για τις ζωές του 99%. Μα τι μας νοιάζει αυτό, θα ρωτήσεις. Το να κάνει καλές ταινίες δεν είναι το κύριο; Σίγουρα. Αλλά και το άλλο δεν είναι και εντελώς δευτερεύον.