Κείμενο: Κωστής Καλογρούλης

Στην αρχή του μυθιστορήματός του, ο Βρετανός Jon McGregor μας παραθέτει δύο στίχους ενός περίφημου ποιήματος του σπουδαίου Αμερικανού ποιητή Γουάλας Στίβενς: Το ποτάμι κινείται. Το κοτσύφι πρέπει να πετάει. Οι συχνά αινιγματικοί στίχοι του Στίβενς αφορούν εν μέρει την προοπτική. Δύο οντότητες που κινούνται, επιφέρουν μία εκ των πραγμάτων σχετική θεώρηση. Η κίνηση του ενός ορίζει το πώς αντιλαμβανόμαστε την κίνηση του άλλου. Τόσο η ροή του ποταμού, ως κάτι αναλλοίωτο, αιώνιο, όσο και η σχετική κίνηση ενός έμβιου όντος, σχετίζονται με την πάροδο του χρόνου. Αυτός ακριβώς είναι και ο πραγματικός πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος του McGregor: ο χρόνος.

Βρισκόμαστε σε ένα μικρό χωριό στον αγγλικό βορρά. Η εξαφάνιση ενός δεκατριάχρονου κοριτσιού έχει αναποδογυρίσει την καθημερινότητα της τοπικής κοινότητας. Όμως αν και στις περισσότερες ανάλογες ιστορίες το βάρος θα έπεφτε στην εξέλιξη της έρευνας και άρα στην εξέλιξη ενός συμβατικού θρίλερ, ο McGregor αντίθετα εστιάζει στους ανθρώπους αυτής της μικρής κοινότητας, αφ’ ενός στο πώς αντιμετωπίζουν αυτό το τραυματικό γεγονός αλλά και πώς συνεχίζουν τις ζωές τους, οι οποίες δεν σταματάνε αλλά προχωρούν, εναρμονισμένες με τη ροή του χρόνου. Συνεπώς αν ο αναγνώστης προσεγγίσει το εν λόγω βιβλίο σαν ένα μυστήριο, περιμένοντας διαρκείς ανατροπές στην έρευνα της αστυνομίας, θα απογοητευτεί. Το ενδιαφέρον του McGregor είναι οι σχέσεις των ανθρώπων, οι λεπτομέρειες της καθημερινότητάς τους. Με βλέμμα διηγηματογράφου, ο McGregor πλάθει το προφίλ μιας ολόκληρης κοινότητας, θυμίζοντας λίγο τον Αμερικανό συγγραφέα Σέργουντ Άντερσον, ο οποίος σχεδόν έναν αιώνα πριν είχε διαμορφώσει ένα αντίστοιχο πολυπρισματικό πορτρέτο μιας κωμόπολης στο περίφημο Γουάινσμπουργκ, Οχάιο. Δεν υπάρχει ένας μυθοπλαστικός χαρακτήρας που να κυριαρχεί ή μέσα από τον οποίο να φιλτράρεται η αφήγηση, ο McGregor αφιερώνει ίσο χρόνο σε πολλά πρόσωπα, από εφήβους μέχρι ηλικιωμένους, σχηματίζοντας ένα ανθρώπινο μωσαϊκό.

Πιο ενδιαφέρον όμως στοιχείο είναι το πώς ο συγγραφέας χειρίζεται τον ρυθμό της αφήγησης, κι αυτό διότι, όπως είπαμε, ο χρόνος είναι ο βασικός πρωταγωνιστής. Καταρχάς ο McGregor επιλέγει να προσεγγίσει τον χρόνο με την αρχέτυπη μορφή του: τη φύση και την εναλλαγή των εποχών. Ο χρόνος αντανακλάται στα πεσμένα φύλλα, το νωπό χώμα, την ξεραμένη λάσπη και τη διάρκεια της ημέρας. Έτσι, η ζωή στο χωριό ακολουθεί αυτόν τον φυσικό βιορυθμό. Ο συγγραφέας αφιερώνει ένα κεφάλαιο σε κάθε χρόνο που περνάει (13 στο σύνολο, εξ’ ου και ο συσχετισμός με τον τίτλο), και κάθε κεφάλαιο ξεκινάει με μια παραλλαγή της ίδιας πάνω κάτω πρότασης. Ο McGregor προσφέρει εξωδιηγητικές περιγραφές, ελάχιστο διάλογο και καθόλου υπόβαθρο για τους χαρακτήρες του, έτσι ώστε σχεδόν μέχρι το τέλος του βιβλίου δεν είμαστε σίγουροι ποιος είναι ο καθένας. Αυτή η αίσθηση επανάληψης, η απουσία ουσιαστικής πλοκής, η αφαίρεση τεχνητής δραματοποίησης, είναι ο τρόπος που ο McGregor διαχειρίζεται τον χρόνο. Αφιερώνει τον ίδιο χώρο σε ασήμαντες λεπτομέρειες όσο και σε πιο σημαντικά επεισόδια από τη συναισθηματική ζωή των κατοίκων του χωριού. Μπορεί ενίοτε να κουράζει τον αναγνώστη αλλά είναι μία ευφυής προσέγγιση που ουσιαστικά μας δείχνει το πώς η ίδια η ζωή και το πέρασμα των ετών απορροφά τα τραύματα από την απώλεια του κοριτσιού με τον ίδιο τρόπο που η φύση αφομοιώνει ένα αρχαίο εγκαταλελειμμένο ερείπιο.

Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει τότε είναι το εξής: ποιο το νόημα της εξαφάνισης του κοριτσιού αφού τελικά δεν επηρεάζει σχεδόν καθόλου την πλοκή του μυθιστορήματος; Γιατί να στήνει δομικά το βιβλίο σε ένα μυστήριο που επιλέγει κατόπιν να αφήσει στο περιθώριο; Δόλωμα για τον αναγνώστη, ο οποίος θα ξεγελαστεί προσεγγίζοντας κάτι που νομίζει ότι είναι ιστορία μυστηρίου για να συνειδητοποιήσει τελικά ότι είναι η ηθογραφία μιας κοινότητας; Η απάντηση νομίζω ότι σχετίζεται με το δίστιχο του Γουάλας Στίβενς. Η εξαφάνιση του κοριτσιού είναι ένας καταλύτης, ένα σημείο αναφοράς, όπως η ροή του ποταμού σε σχέση με την πτήση του κοτσυφιού. Είναι ένας μετρονόμος, ένας τρόπος μέτρησης του χρόνου στο χωριό, μία μέθοδος ετεροκαθορισμού των κατοίκων αυτής της κοινότητας, μια νότα προοπτικής που αντιπαραβάλλει την, χωρίς ιδιαίτερα αξιοσημείωτα γεγονότα, καθημερινότητα με κάτι κομβικό, ξεχωριστό, αναπάντεχο. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που το δεκατριάχρονο κορίτσι που εξαφανίστηκε και η οικογένειά της, ήταν επισκέπτες στην περιοχή, όχι ντόπιοι. Ήταν δηλαδή ένας εξωτερικός παράγοντας που ήρθε για να επηρεάσει την προοπτική της αίσθησης του χρόνου των κατοίκων του χωριού.

Ο «Ταμιευτήρας 13» του Jon McGregor κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα