Παρακολουθώντας ένα TEDx μαθαίνεις να μην εκπλήσσεσαι εύκολα. Ξέρεις καλά πως όλα είναι πιθανά. Αυτός είναι εξάλλου ο στόχος του. Να σε «μολύνει» με το μικρόβιο της αισιοδοξίας, ότι όλα μπορούν να συμβούν. Τι γίνεται όμως όταν ένας νεαρός ανεβαίνει στη σκηνή, συστήνεται ως Σπύρος Παλούκης, αυτοχαρακτηρίζεται ως «gladiator» και αρχίζει να διηγείται παραμύθια για μαγικά κουτιά και δωμάτια με ευχές;

Λίγο αργότερα, ένα βίντεο προκαλεί κύματα ενέργειας για κινητοποίηση και πολλά χαμόγελα: η καλοσύνη είναι μεταδοτική. Αναρωτιέμαι αν μπορούμε με κάποιο τρόπο να κάνουμε το μαγικό· να ανταλλάξουμε σαν νομίσματα τις καλές μας πράξεις έξω από αυτόν το μικρόκοσμο και να αγγίξουμε με τον ενθουσιασμό μας αυτόν που δεν ήρθε, που δεν είδε, που δεν ξέρει, που έχει σοβαρότερα προβλήματα στο κεφάλι του. Αυτό δεν είναι το πνεύμα του φετινού TEDx; Η δύναμη του συν; Δηλαδή του μαζί; Σκέφτομαι μήπως ο νεαρός παραμυθάς μπορεί να με βοηθήσει και αποφασίζω να τον ακολουθήσω.

Πρόλογος
Απομάγευση. Η λέξη που λατρεύουν οι απανταχού γραφιάδες βαθυστόχαστων -εντός ή εκτός εισαγωγικών- κειμένων, χωρίς να συμφωνούν πάντα ως προς το πραγματικό της περιεχόμενο. Αποδίδεται στον κοινωνιολόγο Max Weber και συνήθως συνδέεται με την εκλογίκευση, την εκκοσμίκευση και την αποβολή του μυστικισμού από τη ζωή των σύγχρονων Δυτικών κοινωνιών και κατόπιν, ενώ πρόσφατα, στα μέρη μας, χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τις διαδικασίες συνειδητοποίησης, αλλά και απογοήτευσης, που συνοδεύουν τις κάθε είδους κοινωνικές και πολιτικές κρίσεις.

Υπάρχει όμως μια άλλη ανάγνωση του όρου, που με ελκύει περισσότερο, γιατί μοιάζει να τον εντοπίζει στη σημαντικότερη ίσως διάστασή του: τη μαγεία του μαζί. Γράφει λοιπόν ο Bruce Robbins ότι η ερώτηση που μοιάζει να ρωτά στην ουσία ο Weber μιλώντας για απομάγευση είναι εάν «έχασαν ποτέ οι άνθρωποι τη θέλησή τους να ενώνονται με τους υπόλοιπους και να προσπαθούν να αλλάξουν τις κοινές συνθήκες ζωής τους».

Κόκκινη κλωστή δεμένη
Ο ποστμόντερν μονομάχος-παραμυθάς της ιστορίας μας, με τις μέρες που ζει, προσπαθεί, χωρίς ίσως να το συνειδητοποιεί, να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα. Από αλλού ξεκίνησε, αλλά κάποια στιγμή έγδυσε τον εαυτό του από το κουστουμάκι των «γραβατωμένων φιλοδοξιών». Έκτοτε, διασχίζει μόνος τις ασφάλτινες πεδιάδες των άστεων παρατηρώντας και καταγράφοντας με το φακό της μηχανής του και την πένα του σύγχρονα παραμύθια. Γιατί ξέρει πολύ καλά ότι για να γράψεις ένα παραμύθι πρέπει να γνωρίζεις το σύμπαν του, αυτό που συνήθως αγνοούμε λαθροβιώνοντας σε μια πραγματικότητα «που καταναλώνουμε και μας καταναλώνει».

Αν παρατηρήσεις τον ίδιο, απορείς. Η όψη του σε ξεγελά. Τι σχέση έχει αυτός ο μειλίχιος νέος με τους αιμοσταγείς πολεμιστές των ρωμαϊκών αρένων; Αν κοιτάξεις λίγο πιο προσεκτικά, θα δεις το βλέμμα του να μοιράζεται με εκείνους τους παλιούς το πείσμα και την επιμονή. Γιατί ξέρει ότι κάθε ταξιδευτής συναντά στο δρόμο του κάθε λογής σειρήνες που προσπαθούν να τον γητέψουν και να τον αποπροσανατολίσουν από το στόχο του. Κι αυτός κοιτάει μακριά, κι ας μη μας λέει πού. Κι ας μην το αναγνωρίζει ο ίδιος καλά-καλά. Ξέρει ότι το σπουδαίο είναι «να ανοίγεις δρόμο στο δρόμο σου». Και τα υπόλοιπα ακολουθούν.

Μοιράζεται και κάτι ακόμη όμως με εκείνους τους παλιούς. Τη συγκίνηση που προσφέρει σε όσους παρακολουθούν τις μάχες του. Μόνο που αυτός σπάει το σύνθετο στα δύο: συν-κίνηση. Γιατί το ταξίδι που κάνει, αν και μόνος, δεν είναι, δεν μπορεί να είναι μοναχικό. Αυτό που ανακαλύπτεις, αυτό που κερδίζεις, αυτό που βιώνεις, πρέπει να το μοιράζεσαι και να το ανταλλάσσεις. Γιατί ο στόχος δεν μπορεί να είναι απλώς το να φτάσεις μόνος στην Ιθάκη σου, αλλά να συν-παρασύρεις στο ταξίδι σου κι άλλους. Να τους ταξιδέψεις πίσω στην παιδική ηλικία, στην εποχή που ήμασταν ατρόμητοι και όλα φάνταζαν δυνατά.

Τριγυρίζοντας, λοιπόν, στις ασφάλτινες πεδιάδες των άστεων του κόσμου, περνά και από τα δικά μας, βορινά μέρη, αυτής της πόλης που τόσο αγαπάμε, αλλά και που τόσο συχνά δεν αντέχουμε να κοιτάζουμε. Δεκαετίες κακομεταχείρισης φόρτωσαν στις πλάτες της αγαπημένης μας πόλης των αντιθέσεων τόνους επίκτητης ασχήμιας. Εκείνος εξερευνά τις γειτονιές της και προσπαθεί να την φανταστεί όχι ως πλατό ντοκιμαντέρ για ιστορίες που πέρασαν, αλλά ως μαγικό σκηνικό παραμυθιού για ομορφιές που επιμένουν. Βουτάει χωρίς μάσκα στις μυρωδιές της πόλης και ανασύρει από το βυθό τους ξεχασμένους ήρωες. Χάνεται στο Καπάνι, τη μεγάλη αγορά της πόλης, και προσπαθεί να ανακαλύψει τη Χιονάτη και τους εφτά νάνους στα πρόσωπα περαστικών και εμπόρων.

Επιμύθιο
Και όπως σε όλα τα παραμύθια, το τέλος θα είναι καλό. Ο περιπλανώμενος μονομάχος-παραμυθάς δίνει το χρησμό του λίγο πριν κινήσει για άλλα μέρη: «Ελεύθεροι θα είστε, όταν εσείς αλλάξετε. Στο μυαλό σας, στην ψυχή σας, στη ζωή σας». Το νόμισμα που μας αφήνει για να κάνουμε το παραμύθι του δικό μας. Γιατί παραμύθι δεν είναι να ζεις στην πλάνη σου, στους ψηλούς πύργους και στο μικρόκοσμό σου, αλλά, αφού εξολοθρεύσεις τους δράκους, το να μοιράζεσαι τα σχέδια μάχης από τις νίκες σου και τα «νομίσματα» από τις κατακτήσεις σου, να τα κάνεις φωτεινούς σηματοδότες για όσους ακόμη περιπλανιούνται και να τους φορτίζεις με την περίσσεια της ενέργειάς σου όταν οι δυνάμεις τους τούς εγκαταλείπουν.

Για να ζήσουμε εμείς καλά και μαζί καλύτερα.

Ο Σπύρος Παλούκης, φωτογράφος, συγγραφέας και εκδότης, ασχολείται αυτό το διάστημα με τη «Χιονάτη στο Καπάνι», στο πλαίσιο ενός ευρύτερου πρότζεκτ φωτογραφικού μαγικού ρεαλισμού που ετοιμάζει, και αναρωτιέται εάν το τελευταίο του βιβλίο Wonderwood για την πόλη της Έδεσσας, θα μπορούσε να αποκτήσει ένα μεγαλύτερο «αδερφάκι» για την πόλη της Θεσσαλονίκης μέσα από μια συλλογική προσπάθεια, στο πλαίσιο του θεσμού «Θεσσαλονίκη Ευρωπαϊκή Πρωτεύουσα Νεολαίας 2014».