Ο συγγραφέας Γκαζμέντ Καπλάνι γεννήθηκε στην Αλβανία, μια εποχή που τα θρησκευτικά ονόματα απαγορεύονταν. Οι γονείς του συνδύασαν λοιπόν το Gaz και το Mend, που σημαίνει «χαρά» και «πνεύμα». «Είμαι λοιπόν ένα χαρούμενο πνεύμα», λέει ο ίδιος στο φετινό TedX Θεσσαλονίκη. Ο Γκαζμέντ έφυγε απ’ την Αλβανία σε ηλικία 25 περίπου ετών, κυνηγημένος λόγω «αντικαθεστωτικής δράσης» (σε ελεύθερη μετάφραση, έκφραση γνώμης). Ήρθε στην Αθήνα όπου σπούδασε στη Φιλοσοφική, ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία και τη συγγραφή και είναι διδάκτορας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Στα βιβλία του αποτυπώνεται σταθερά η φυγή: «Μεγαλώνοντας σε μια χώρα που την είχαν μετατρέψει σε φυλακή, ονειρευόμουν από μικρός τη φυγή. Αν και η φυγή αυτή έγινε με βεβιασμένο τρόπο. Αυτό είναι κάτι που δεν το ξέρουν πολλοί. Από την Αλβανία έφυγα, ενώ με κυνηγούσαν Αλβανοί ασφαλίτες για να μου τινάξουν τα μυαλά στον αέρα. Επειδή τόλμησα να σκίσω δημόσια το τεράστιο πορτρέτο του Ενβέρ Χότζα που δέσποζε στην κεντρική πλατεία της γενέθλιας πόλης μου, της Λούσνια. Ήρθα στην Ελλάδα για να μείνω, υποτίθεται, είκοσι μέρες και να συνεχίσω για αλλού.Συμπλήρωσα ήδη περισσότερα από είκοσι χρόνια. Δεν το μετανιώνω καθόλου. Η ζωή είναι συναρπαστική, ακριβώς γιατί δεν υπακούει σε ειλημμένες αποφάσεις και σχέδια. Τώρα βρίσκομαι στην Αμερική, με μια υποτροφία στο Χάρβαρντ. Δεν έχω φύγει από την Ελλάδα και ελπίζω να μην με αναγκάζουν να το κάνω. Ούτε από την Αλβανία «έφυγα», αφού εκείνη είναι πάντα παρούσα στα βιβλία μου. Υπάρχουν πολλοί τρόποι φυγής. Όσον αφορά τη δική μου, θα έλεγα ότι αν είχα να επιλέξω ανάμεσα στον συμβιβασμό με τον φύλακα και την απόδραση, θα επέλεγα την απόδραση…»

Στο νέο του βιβλίο Η τελευταία σελίδα που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Λιβάνη, ο ήρωας γεννήθηκε στην ίδια χώρα, την ίδια περίπου εποχή, λέγεται Μέλσι (από τα αρχικά Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν-Στάλιν) και δεν είναι ιδιαίτερα «χαρούμενο πνεύμα». Έχοντας φύγει για την Αθήνα από τα 18 του, επιστρέφει στην Αλβανία για να τακτοποιήσει τα διαδικαστικά της κηδείας του πατέρα του, που πέθανε μυστηριωδώς από έμφραγμα στην Κίνα. Μέσα από την ιστορία του Μέλσι και του πατέρα του, όπως αυτή αποκαλύπτεται μέσα από ένα χειρόγραφό του, ο Καπλάνι αναφέρεται στη Γερμανική Κατοχή και το διωγμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Αναφέρεται στην Ελλάδα της κρίσης, την αναξιοκρατία, την ξενοφοβία, την έλλειψη κοινωνικού ιστού και εμπιστοσύνης. Αναφέρεται στην απαρχή της απομόνωσης της Αλβανίας με τη λήξη του πολέμου μέχρι την κατάρρευση του καθεστώτος Χότζα, το χάος που ακολούθησε, τα καλάσνικοφ και τις πυραμίδες που τίναξαν περιουσίες στον αέρα. Την παράνοια ενός καθεστώτος, που ως είθισται, προσπαθεί να δικαιολογήσει και να εδραιώσει την ύπαρξή του στο φόβο, το ψέμα, την αλληλοπροδοσία και την κατασκευή εχθρών. Στις δηλητηριασμένες προσωπικές σχέσεις και την υποταγή. «Ο κεντρικός ήρωας, ο Μέλσι, είναι ένας περίπλοκος χαρακτήρας. Θα έλεγα πως είναι ένας άνθρωπος θυμωμένος, που έχει μια τραυματική σχέση με τις χώρες όπου έζησε, με εκείνη που γεννήθηκε και την άλλη που επέλεξε. Βρίσκεται, θα έλεγα, σε σύγκρουση. Αλλά η σύγκρουση δεν είναι με τους ανθρώπους που ζουν σε αυτές τις χώρες, είναι ιδιαίτερα με τις δομές της εξουσίας που επηρεάζουν και ορίζουν τις ζωές των ανθρώπων. Δομές που παράγουν διαφθορά, θρησκοληψία, εθνικισμό, νεποτισμό, αποκλεισμό, τσακίζοντας τους δημιουργικούς ανθρώπους. Με λίγα λόγια ο Μέλσι δεν ψάχνει το «κακό» έξω – σε κάποιους φανταστικούς εξωτερικούς ή εσωτερικούς εχθρούς- αλλά “μέσα”. Όπως λέει και ο ίδιος, προτιμά να είναι αυστηρός με τις χώρες και γενναιόδωρος με τους ανθρώπους. Δεν προσφέρει κανένα μοντέλο «σωστής χώρας». Είναι μάλλον ο τύπος του ανθρώπου που δεν κάθεται στα αυγά του γιατί διεκδικεί με έμφαση το δικαίωμα να είναι πολίτης. Αυτό βέβαια έχει προσωπικό κόστος για τον ίδιο, αλλά είναι έτοιμος να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του».

Η νεαρή οδοντίατρος, ο πρώτος πλατωνικός έρωτας του Μέλσι, χαρίζοντάς του μια οδοντόβουρτσα του λέει ότι όλοι έχουν χαλασμένα δόντια, επειδή τρώνε ο ένας τον άλλον. Αργότερα ο Μέλσι αναλογίζεται ότι τον καιρό εκείνον, που δεν είχαν ούτε χαρτί στην τουαλέτα, ουσιαστικά η μόνη αντικαθεστωτική τους δράση ήταν το σκούπισμα με τις κομματικές εφημερίδες με τους βαρύγδουπους τίτλους «Ζήτω ο αιώνιος ηγέτης!», «Να ζούμε σαν σε πολιορκία!».

Αλλά και οι αναφορές στη σύγχρονη Ελλάδα είναι συχνές. Η ελληνοσκανδιναβή Άννα, μακρινή ερωμένη του Μέλσι παρατηρεί, ότι στην Ελλάδα «υπάρχουν άνθρωποι που μοιάζουν μαργαριτάρια πεταμένα σε λάσπη». Και η εικόνα αυτής της φράσης είναι πολύ σκληρή, σε φέρνει καταπρόσωπο με μια κατάσταση που βιώνεις, αλλά ελπίζεις ότι οι άλλοι δεν το καταλαβαίνουν, γιατί δεν θες και να σε λυπούνται, δε θες και να έχεις πάει χαμένος. Τι γίνεται μ’ αυτά τα μαργαριτάρια, πρέπει διαρκώς να αναζητούν καλύτερους τόπους, ή μπορούν έστω και κάπως θαμπωμένα να λάμπουν στη λάσπη;
«Ο Μέλσι και η Άννα μοιράζονται την προβληματική σχέση με τις χώρες και τις οικογένειες που γεννήθηκαν. Αυτό τους κάνει, ίσως, να ζουν χωρίς ψευδαισθήσεις. Δεν είναι εύκολο να ζεις χωρίς ψευδαισθήσεις. Είναι απελευθερωτικό κατά μια έννοια, αλλά ταυτόχρονα είναι ανελέητο. Όπως λέει η Άννα, καταφέραμε να ξεπεράσουμε το τραύμα γιατί αγαπάμε με λύσσα την ζωή. Κατά τα άλλα η Άννα λέει κάτι που πολλοί λένε εδώ και χρόνια: Στην Ελλάδα εκείνοι που αξίζουν πραγματικά, συνήθως είτε αναγκάζονται να φύγουν από την χώρα είτε να μαραζώνουν…»

Οι περιγραφές του Καπλάνι, δεν θα έλεγα «γλαφυρές», αλλά κοφτές, αυτάρκεις και συχνά κυνικές, συνθέτουν την εικόνα λαών σε καθεστώς ανελευθερίας, λαών που όπως λέει, έχουν πολλές ομοιότητες γι’ αυτό και διαφωνίες. Μια χώρα αποκλεισμένη με έναν παρανοϊκό ηγέτη και μια άλλη, διεφθαρμένη χώρα «με μια μεγαλομανή φυλή». Στο βιβλίο του, ο ήρωας επαναλαμβάνει το μοτίβο των «λάθος χωρών», αυτών που «δεν έπρεπε να υπάρχουν». Και σ’ αυτή τη φράση μοιάζει να έχουν συμπυκνωθεί σκέψεις, απογοητεύσεις, θυμός, ταλαιπωρία μιας ζωής. Τι θα πει λάθος και σωστή χώρα; Ποια ή πώς θα ήταν μια σωστή χώρα; Γιατί οι άνθρωποι επιτρέπουν στην παράνοια να ριζώσει και να απλωθεί και να τους κυβερνήσει; Πώς φτάνουμε να φοβόμαστε, κι έτσι να σεβόμαστε κατά κάποιο τρόπο, καταστάσεις που πριν λίγο καιρό μας φαίνονταν αδιανόητες; Τι μας σώζει απ’ το φόβο;

«Περιγράφω κομμάτια της ανθρώπινης ιστορίας και πώς οι άνθρωποι έζησαν και επέζησαν. Δεν έχω οριστικές απαντήσεις, προσπαθώ να καταλάβω έναν κόσμο που στηρίζεται σε πολύ εύθραυστες ισορροπίες και όπου η απόσταση από την γιορτή στην σφαγή είναι πολλές φορές μικρή. Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχουν τέλειες κοινωνίες και χώρες. Νομίζω όμως ότι οι κοινωνίες αρχίζουν και γλιστρούν στην παράνοια όταν δεν αντιμετωπίζουν πια την δυσάρεστη πραγματικότητα, αλλά ψάχνουν να σωθούν από το αβάσταχτο βάρος της είτε καταργώντας την, είτε προβάλλοντάς την πάνω σε άλλους. Οι ναζί εξαφάνιζαν τους Εβραίους, γιατί ήταν πεπεισμένοι ότι οι Εβραίοι θέλουν να τους εξαφανίσουν. Στην Ελλάδα φωνάζουν τη Μέρκελ “ναζί”, ενώ οι ναζί σκίζουν και τσακίζουν έξω και μέσα στην Ελληνική Βουλή. Από εκεί και πέρα νομίζω ότι όσοι δεν έχουμε παραδοθεί στην παράνοια, ανεξάρτητα από τα γούστα και τα χούγια μας, χρειάζεται να συνασπιστούμε αυτή την στιγμή ενάντια στο τέρας για να υπερασπιστούμε τα αυτονόητα. Όσο για μένα ποιος είπε ότι δεν φοβάμαι; Δεν φοβάμαι απλά, τρέμω από την ευθύνη για αυτούς που έρχονται…»

Το βιβλίο του Γκαζμέντ Καπλάνι Η τελευταία σελίδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη. Διαβάστε επίσης και το blog του συγγραφέα.