Ίσως το πιο ταιριαστό, για τα κείμενα που θα γραφτούν για το “Tenet“, θα ήταν να είναι γραμμένα ανάποδα, με τις παραγράφους, τις προτάσεις και τις λέξεις να πηγαίνουν προς τα πίσω (Πίσω τα προς πηγαίνουν να λέξεις τις και προτάσεις τις, παραγράφους τις με, ανάποδα γραμμένα είναι να ήταν θα, “Τenet” το για γραφτούν θα που κείμενα τα για ταιριαστό πιο το ίσως). Ίσως πάλι το πιο ταιριαστό, για τα κείμενα που θα γραφτούν για το “Τenet” θα ήταν, αντί να προσπαθούν να αποκρυπτογραφήσουν τι ακριβώς συμβαίνει στην ταινία, να είναι κι αυτά με τη σειρά τους γεμάτα γρίφους προς αποκρυπτογράφηση. Κι όπως όποιος καταλάβει τι ακριβώς είδε, κατάλαβε τι ακριβώς είδε, έτσι κι όποιος καταλάβει τι ακριβώς διάβασε, κατάλαβε τι ακριβώς διάβασε.

Πράκτορας της CIA επιβιώνει πολύ ζόρικης αποστολής. Κάποιος ανώτερός του του ανακοινώνει ότι καλά τα εθνικά συμφέροντα, αλλά τώρα πρέπει να σώσει ολόκληρο τον κόσμο. Δεν είναι καν πυρηνικός πόλεμος, είναι κάτι πολύ χειρότερο. Ή έτσι θεωρεί ο ανώτερος και ο Νόλαν που βάζει τα λόγια στο στόμα του. Κι ακόμα και αν δε συλλάβουμε εντελώς τον τρόπο με τον οποίο θα καταστραφεί ο κόσμος, όταν μάθουμε την κεντρική ιδέα του για το τι μπορεί να προκαλέσει την καταστροφή, θα πούμε για άλλη μια φορά στη φιλμογραφία του: «Πω πω, τι σκέφτηκε πάλι ο άνθρωπος!».

Δεν είναι η πρώτη φορά, είναι όμως με το “Tenet” η πιο χαρακτηριστική: ο Κρίστοφερ Νόλαν κάνει ένα σινεμά της «Αριστείας». Ένα σινεμά που επιδιώκει να σε ψαρώσει, ένα σινεμά που σε κοιτάζει αφ΄υψηλού και που σε καλεί να δώσεις εξετάσεις. Μπορείς να αρθείς κι εσύ στο ύψος της ταινίας και να αντιληφθείς όλη την περίπλοκη περιπλοκότητά της; Είσαι ένας άριστος θεατής, αντάξιος του άριστου δημιουργού; Είσαι αρκετά σπίρτο, ώστε να μπεις στο κλειστό κλαμπ εκείνων που θα τα καταλάβουν όλα με την πρώτη φορά που θα το δουν; Είσαι αρκετά έξυπνος, ώστε να θαυμάσεις απόλυτα; Ή μήπως είσαι κανένας τόσο μικρόνους και συμπλεγματικός, που θα αρχίζεις να κράζεις, χωρίς να καταλάβεις τι είδες;

Και το ότι δεν ένιωσα και τόσο, κύριε; Μα αν δεν ένιωσες και τόσο, είναι ακριβώς επειδή δεν κατάλαβες και τόσο. Κατάλαβε και θα νιώσεις. Εργάσου αρκετά νοητικά και θα κατακτήσεις και το συναίσθημα. Δες ας πούμε πώς σπάει προς το τέλος η φωνή και το πρόσωπο του πρωταγωνιστή (που και στην ταινία έτσι λέγεται, «Πρωταγωνιστής» – για όνομα του παιδιάστικου μεταμοντερνισμού δηλαδή), όταν επιτέλους αρχίζει να συνειδητοποιεί και αυτός σε ποια ταινία αξιώθηκε να πρωταγωνιστήσει, σε ποιον κόσμο αξιώθηκε να ζήσει. Συγκινήσου μαζί του με την κατασκευή, συγκινήσου με τον κόσμο που κατασκεύασε ο Νόλαν και τον ρόλο που παίζουν οι ήρωές του μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Συγκινήσου αν θες και με αναλογίες με τον συνολικό φιλμικό του κόσμο, συγκινήσου συγκρίνοντας τη φάση μεταξύ Τζον Ντέιβιντ Γουάσινγκτον και Ρόμπερτ Πάτινσον, με τη φάση μεταξύ Γκάι Πιρς και Τζο Παντολιάνο στο “Memento”.

Γιατί ξέρεις κάτι; Εσύ κοιτάς όλο το πανάκριβο και απολαυστικό υπερθέαμα που σου προσφέρω ως τελικό αποτέλεσμα και θεωρείς ότι αυτό είναι που κυρίως με γεμίζει. Όχι όμως. Η πραγματοποίηση του οράματος της κάθε ταινίας μου είναι μόνο το απαραίτητο τελευταίο στάδιο της διαδικασίας. Όσο εγώ δουλεύω τις ταινίες μου και τον κόσμο τους στο μυαλό μου, όσο χάνομαι εκστατικά ο ίδιος στους λαβυρίνθους που δημιουργώ, εκεί είναι που εισπράττω τη μεγαλύτερη μου πλήρωση, εκεί είναι που την ώρα που μαγεύομαι από όσα συλλαμβάνω και συνθέτω και εξελίσσω, μαγεύομαι και με την πάρτη μου, σε ένα διαρκές ναρκισσιστικό εγκιβωτισμό, σε ένα διαρκές ναρκισσιστικό αλλά ταυτόχρονα και ενίοτε ιδιοφυές δημιουργικά ινσέψιο(ν). Και τελικά τα αποκαλυπτήρια της κάθε ταινίας μου προς το κοινό επιτελούν διπλή λειτουργία: θαυμάστε όσα έφτιαξα – θαυμάστε και μένα που τα έφτιαξα. Όταν ενώσετε όλα τα κομμάτια του παζλ, θα πείτε γουάου και ξανά γουάου.

Υπάρχoυν λοιπόν ακόμη και στο “Τenet”, την πιο αποτυχημένη στο συναισθηματικό πεδίο ταινία της φιλμογραφίας του, ψήγματα μιας συγκίνησης υπαρξιακής, συγκίνησης που μπορεί να βγει μόνο μέσα από τη μυθοπλαστική συνθήκη του κόσμου που δημιούργησε. Αν πάμε όμως στην πιο συμβατική συγκίνηση, στο συναίσθημα που προκύπτει από τις κανονικές σχέσεις των ανθρώπων, εκεί αποτυγχάνει παταγωδώς. Πιο αδιάφορη ανθρώπινη εμπλοκή από αυτή του οικογενειακού δράματος του Κένεθ Μπράνα με την Ελίζαμπεθ Ντεμπίκι και το παιδί τους δεν πρέπει να έχει υπάρξει. Έχει αρχίσει να κυκλοφορεί στο ίντερνετ μια θεωρία για την ταυτότητα του παιδιού.  Βάσιμη ή γέννημα φαντασίας; Ποιος μπορεί να ξέρει; Ας πούμε, για χάρη της κουβέντας, ότι είναι βάσιμη. Θα έκανε την ταινία πιο έξυπνη, πιο ψαγμένη, πιο κρυπτική; Ίσως. Θα την έκανε όμως πιο λειτουργική, θα την έκανε πιο καλή; Όχι: δεν μας ενδιαφέρει το συγκεκριμένο παιδί στην ταινία, ο Νόλαν δεν μας κάνει να νοιαστούμε για το παιδί ή για τη μάνα που νοιάζεται για το παιδί, είναι ένα παιδί χωρίς κέντρο συναισθηματικού βάρους για τον θεατή. Ψιλοπαρόμοια προσέγγιση των παιδιών είχαμε και στο “Inception”, τα παιδιά ήταν φευγαλέες εικόνες και μνήμες, αλλά εκεί υπήρχε τουλάχιστον ο πυρήνας της σχέσης του ζευγαριού. Έχω γράψει πιο αναλυτικά στο “Ιnterstellar”,  για τον ιδιότυπο αλλά ειλικρινή τρόπο που προσπαθεί ο Νόλαν να προσεγγίσει και να συναντηθεί με το συναίσθημα, το οποίο αποτελεί μάλλον διαρκές αδύναμο σημείο στο σαρωτικά εγκεφαλικό σύμπαν των ταινιών του. Στο “Τenet”η αδυναμία μετατρέπεται σε μαύρη τρύπα. Μπορεί επίσης κανείς να αντιπαραβάλει τις τελευταίες σκηνές στο κότερο, με την αβίαστη συγκίνηση που βγάζουν οι παρόμοιας θεματικής σκηνές στο αεροδρόμιο των «Δώδεκα Πιθήκων» του Τέρι Γκίλιαμ, για να δει γιατί μιλάμε για ένα πεδίο στο οποίο ο Νόλαν παραπατάει.

Τελικά το κύριο πρόβλημα του “Τenet” είναι ότι με τις όποιες επιμέρους ενστάσεις, οι προηγούμενες ταινίες του Νόλαν, ακόμη και αν χαθείς σε ορισμένα σημεία τους, σε βάζουν πολύ περισσότερο μέσα τους και σε εμπλέκουν πολύ περισσότερο στα τεκταινόμενα. Στο”Tenet” όμως δεν λειτουργεί ούτε το σασπένς για την καταστροφή του κόσμου, ούτε η ανθρώπινη ιστορία ως ανθρώπινη ιστορία, ούτε η απιθανότητα της πλοκής (δεν αναφέρομαι στην απιθανότητα της βασικής ιδέας, όσο στην απιθανότητα εντυπωσιακών επιχειρήσεων που γίνονται πραγματικά για το τίποτα).  Από εκεί και πέρα, προφανώς και υπάρχουν σκηνές δράσης που σε ικανοποιούν και με το παραπάνω και προφανώς και όλη η ίντριγκα της βασικής ιδέας και σε εντυπωσιάζει και σε κρατάει σε μια διαρκή τσίτα για να καταλάβεις τι παίζει.

Απ’ την άλλη, ενώ προσωπικά θα έβαζα το “Τenet” πολύ κάτω στη λίστα της φιλμογραφίας του, το προτιμώ από τη «Δουνκέρκη», με όλη της την ανεπίληπτη αρτιότητα. Προτιμώ αυτό το εγχείρημα που πήγε κατ’ εμέ λάθος, από τη «Δουνκέρκη» στην οποία όλα έγιναν σωστά. Γιατί είναι πιο υπογραφή, πιο όραμα, πιο ταυτότητα, με τα καλά της και τα κακά της.

Μετά το βαρύ πλήγμα που υπέστησαν με τον κορωνοϊό, τα σινεμά παγκοσμίως προσπαθούν να ξανανοίξουν, με το “Tenet” να αναλαμβάνει μετά χαράς τον ρόλο του μπροστάρη και του πρεσβευτή. Όλες οι αρνητικές επισημάνσεις που προηγήθηκαν δεν αναιρούν ούτε το μέγεθος του Νόλαν, ούτε μπορούν να ακυρώσουν το μέγεθος της ίδιας της ταινίας. Ο κινηματογράφος χρειάζεται και ευεργετείται από δημιουργούς σαν τον Νόλαν, ακόμα κι όταν χάνονται στην αυταρέσκειά τους, και εμείς ως θεατές χρειαζόμαστε τις μεγάλες οθόνες και την κινηματογραφική εμπειρία, χρειαζόμαστε να ερχόμαστε αντιμέτωποι με μεγάλες ιδέες και μεγάλες εικόνες.