Ο Βρετανός σχεδιαστής Τέρενς Κόνραν, ιδρυτής της μάρκας επίπλων Habitat και του Μουσείου Design του Λονδίνου, πέθανε σε ηλικία 88 ετών. Η ανακοίνωση του Μουσείου Design γράφει ότι οι παράλληλες σταδιοδρομίες του Σερ Τέρενς Κόνραν είχαν μεγαλύτερη επίδραση από οποιονδήποτε άλλο σχεδιαστή της γενιάς του, φέρνοντας επανάσταση στην καθημερινή ζωή στη σύγχρονη Βρετανία.

Ο Τέρενς Κόνραν πέθανε στο σπίτι του στο Barton Court του Λονδίνου, στις 12 Σεπτεμβρίου 2020, σύμφωνα με δήλωση της οικογένειάς του. Ο Κόνραν είναι αυτός που προώθησε τα καλύτερα αντικείμενα του βρετανικού design σε όλο τον κόσμο με τον πιο οραματικό και επαναστατικό τρόπο. Η πεποίθησή του για το design ήταν απλή: «ο καλός σχεδιασμός βελτιώνει την ποιότητα της ζωής των ανθρώπων.»

«Γνωρίζουμε ότι πολλοί από εσάς θα πενθούν μαζί μας, αλλά σας ζητάμε να γιορτάσετε την εξαιρετική κληρονομιά και τη συμβολή του Τέρενς στη χώρα που αγαπούσε τόσο πολύ», έγραψε η οικογένειά του.

Η επανάσταση που έκανε ο Τέρενς Κόνραν είναι όντως μια γιορτή στην καθημερινότητα πολλών ανθρώπων μέσα ακόμα και από το πιο απλό, όμορφο αντικείμενο που αγόραζαν από το Habitat, ένα έπιπλο, ακόμα και κάτι πολύ μικρό που το είχαν δίπλα τους, στον χώρο τους το έβλεπαν ή το χρησιμοποιούσαν ξανά και ξανά.

Ο Τέρενς Κόνραν γεννήθηκε στο Kingston upon Thames, στις 4 Οκτωβρίου 1931. Ο πατέρας του ήταν εισαγωγέας ρουμπινιών από τη Νότια Αφρική και ο ίδιος σε ηλικία 17 ετών γράφτηκε σε αυτή που σήμερα ονομάζεται Central Saint Martins για να μελετήσει τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα. Πολύ σύντομα δημιούργησε με τον δάσκαλό του Eduardo Paolozzi, ένα εργαστήριο επίπλων, κεραμικών και υφασμάτων. Ο Κόνραν άρχισε να πουλά τα δικά του έπιπλα το 1952, προτού ιδρύσει το δικό του στούντιο design Conran Design Group το 1956. Την ίδια χρονιά κατασκευάζει τα έπιπλα στο κατάστημα της Mary Quant και γίνεται μέρος του νέου, του τολμηρού αέρα που έπνεε και της καινοτομίας που επικρατούσε τη δεκαετία του ’60 στη Μεγάλη Βρετανία.

Λίγα χρόνια αργότερα άνοιξε το πρώτο κατάστημα Habitat στη Fulham Road στο Chelsea του Λονδίνου. Μέσα σε δυο μόλις χρόνια είχε αποκτήσει υποκαταστήματα στις μεγάλες πόλεις της Μ. Βρετανίας  και η αλυσίδα επεκτάθηκε σε όλο τον κόσμο.

Το 1973, ίδρυσε το πρώτο The Conran Shop στην τοποθεσία του αρχικού καταστήματος Habitat στην Fulham Road. Αυτό ακολουθήθηκε σύντομα με τα καταστήματα The Conran Shop στο Παρίσι, τη Νέα Υόρκη και σε ολόκληρη την Ιαπωνία.

Η ίδρυση του Μουσείου Design

Το 1989, ο Κόνραν ίδρυσε το Μουσείο Design του Λονδίνου σε μια πρώην αποθήκη εμπορίου μπανάνας στο Butler’s Wharf. Είχε κάνει την επανάστασή του.

«Πέρασε ολόκληρη την καριέρα του αναζητώντας τρόπους για να κάνει τη ζωή καλύτερη για όλους», είπε ο πρώην διευθυντής του Μουσείου Design, Deyan Sudjic. Και ο τωρινός διευθυντής του μουσείου λέει περίπου αυτό που του αναγνωρίζουν όλοι: «Άλλαξε τον τρόπο που ζούσαμε και ψωνίζαμε και τρώγαμε».

Η μεγαλύτερη όμως συμβολή του είναι ο τρόπος με τον οποίο επηρέασε γενιές και γενιές σχεδιαστών με ιδέες και καινοτόμα σχέδια. Είναι χωρίς αμφιβολία μία από τις πιο εμβληματικές φιγούρες της μεταπολεμικής Βρετανίας που άφησε πίσω του ένα θησαυρό οικιακού και βιομηχανισμού σχεδιασμού που θα μείνει μαζί μας για πάντα.

Όμως εκτός από παθιασμένος σχεδιαστής ο Κόνραν υπήρξε και παθιασμένος ιδιοκτήτης εστιατορίων και άνοιξε τα πρώτα του εστιατόρια, Soup Kitchen and Orrery, στο Λονδίνο τη δεκαετία του 1950 πριν ανοίξει το εστιατόριο Neal Street το 1970. Το 1991, ίδρυσε το Conran Restaurants Group, το οποίο λειτουργούσε εστιατόρια, ξενοδοχεία και μπαρ στο Λονδίνο, το Παρίσι, τη Νέα Υόρκη και την Ιαπωνία, συμπεριλαμβανομένων των Quaglino’s, Bluebird, Mezzo, Guastavino’s και Le Pont de la Tour.