Η μεγαλύτερη έκπληξη που επιφυλάσσει η Λέσβος για τον θερινό τουρίστα είναι η ευκαιρία να δει έργα των μεγάλων μαστόρων του μοντερνισμού στο Μουσείο Τεριάντ.

«Τεριάντ» είναι το ψευδώνυμο του Στρατή Ελευθεριάδη (2 Μαΐου 1889-23 Οκτωβρίου 1983), ένας ντόπιος της Λέσβου που πήγε στο Παρίσι το 1915 στην ηλικία των 18 για να σπουδάσει νομικά, αλλά αντ’ αυτού έγινε κριτικός, πάτρωνας και, κυρίως, εκδότης τέχνης. Από το 1937 έως το 1975 ανέθεσε σε κορυφαίους σύγχρονους καλλιτέχνες της γαλλικής καλλιτεχνικής σκηνής -όπως οι Ζακ Βιγιόν, Χουάν Γκρι, Μαρσέλ Γκρομέρ, Λε Κορμπιζιέ, Φερνάν Λεζέ, Ανρί Λοράνς, Αριστίντ Μαγιόλ, Ανρί Ματίς, Χοάν Μιρό, Πιέρ Μπονάρ, Αντρέ Μποντέν, Ζορζ Μπρακ, Πάμπλο Πικάσο, Ζορζ Ρουό, Μαρκ Σαγκάλ, Αλμπέρτο Τζιακομέτι- να παράγουν σειρές έργων για το θρυλικό τριμηνιαίο περιοδικό του «Βερβ» (1937-1960) και για τις μακροβιότερες εκδόσεις του «Μεγάλα Βιβλία» (1937-1975).

Γράμμα του Οδυσσέα Ελύτη στον Στρατή Ελευθεριάδη-Τεριάντ που βρίσκεται στον πρώτο χώρο της έκθεσης στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. © Μεγακλής Ρογκάκος, 2013

Το 1937, στην ηλικία των 48, στην προσπάθειά του να δημιουργήσει το πιο όμορφο περιοδικό του κόσμου, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, ο Τεριάντ επιστράτευσε τη γνώση και την εμπειρία του στην τέχνη για να δημιουργήσει το «Βερβ» («Verve»). Ο τίτλος αυτού του περιοδικού, συνοψίζοντας την έννοια του σθένους, το πνεύμα και τον ενθουσιασμό σε μία λέξη, συνδέεται στενά με το περιεχόμενο, τόσο στη μορφή όσο και στο σχεδιασμό του. Με βάση τις ευνοϊκές συνθήκες της εποχής του, την ιστορική περίοδο του μοντερνισμού, ο Τεριάντ κατανόησε τη σημασία της σύγχρονης τέχνης και την υποστήριξε εποικοδομητικά. Μέχρι το 1971, πρόσφερε μία πλατφόρμα σε κορυφαίους καλλιτέχνες να εκφραστούν με την απαιτούμενη ελευθερία υπό την έμπειρη επίβλεψή του. Οι πιο γνωστοί και λαμπεροί ζωγράφοι, ποιητές και συγγραφείς συνεργάστηκαν εκεί. Εικονογραφήσεις από τους προαναφερθέντες καλλιτέχνες συνόδευσαν κείμενα γραμμένα από μεγάλους Γάλλους συγγραφείς, όπως οι Ρομπέρ Γκρενιέ, Αντρέ Ζιντ, Ζαν Ζιροντού, Νικολά Ζουαντό, Αλμπέρ Καμί, Γκαμπριέλ Φορέ, και εκπροσώπους της ξένης λογοτεχνίας, όπως οι Οδυσσέας Ελύτης, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Τζον Ντος Πάσος, Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, Τζέιμς Τζόις, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, και πολλά άλλοι. Έτσι, πέτυχε ένα άνευ προηγουμένου εκδοτικό θαύμα, τόσο σε ποιότητα όσο και σε περιεχόμενο, που έχει γίνει γνωστό ως ένα μνημείο που τιμά τις εικαστικές τέχνες και τη λογοτεχνία. Ανήγαγε τις εκδόσεις του στο επίπεδο της γνήσιας τέχνης.

Άποψη του πρώτου χώρου της έκθεσης στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο.”Jazz”, έργο του Ανρί Ματίς. © Μεγακλής Ρογκάκος, 2013

Ο Τεριάντ επίσης προσέφερε στους καλλιτέχνες την ευκαιρία να εκφραστούν με την εικονογράφηση βιβλίων αναβιώνοντας έτσι την καλλιγραφική παράδοση των μεσαιωνικών χειρογράφων. Αυτό οδήγησε σε μία σειρά από 26 επονομαζόμενα «Μεγάλα Βιβλία», μία πρωτότυπη καλλιτεχνική συγχώνευση κειμένου και εικονογράφησης που έδωσε αριστουργήματα όπως «Το Ποίημα της Ορθής Γωνίας» από τον Λε Κορμπιζιέ (1955), «Τζαζ» από τον Ανρί Ματίς (1947), «Το Τραγούδι των Νεκρών» του Πιέρ Ρεβερντί από τον Πάμπλο Πικάσο (1948), «Τσίρκο» από τον Φερνάν Λεζέ (1950), «Δάφνις και Χλόη» του Λόγγου από τον Μαρκ Σαγκάλ (1961), «Βασιλιάς Ιμπί» του Αλφρέντ Ζαρί από τον Χοάν Μιρό (1966), «Παρίσι Δίχως Τέλος» από τον Αλμπέρτο Τζιακομέτι (1969) και πολλά άλλα. Ειδικότερα, οι εικονογραφήσεις του Μιρό για το «Βασιλιά Ιμπί» είναι ίσως η πιο παιχνιδιάρικη απόδοση αυτού του σατιρικού έργου του 1896, το οποία έφερε την επανάσταση στο μοντέρνο θέατρο και καθιέρωσε τον εκκεντρικό συγγραφέα του Αλφρέντ Ζαρί (1873-1907) ως τον πρωτοπόρο του Θεάτρου του Παραλόγου.

Χουάν Μιρό (1893-1983). Βασιλιάς Ιμπί (1966), Παρίσι. Λιθογραφία (33×43). Βαρειά, Λέσβος. Μουσείο-Βιβλιοθήκη Τεριάντ.

Ο Τεριάντ πέθανε το 1983 στο Παρίσι, έχοντας αποκτήσει διεθνή φήμη ως ένας μεγάλος εκδότης βιβλίων τέχνης που ξεχωρίζουν για την υψηλή ποιότητα και την τολμηρή πρωτοτυπία τους. Τιμήθηκε στη διάρκεια της ζωής του από τη Γαλλία, χώρα διαμονής του. Το 1973, το Εθνικό Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης προσέφερε την αναδρομική έκθεση «Αφιέρωμα στον Τεριάντ», που επιμελήθηκε ο Μισέλ Αντονιόζ στο Γκραν Παλέ (Hommage à Tériade, Grand Palais, 16 Μαΐου-3 Σεπτεμβρίου 1973. Κείμενα του Michel Anthonioz. Παρίσι: Centre National d’Art Contemporain, 1973). Η έκθεση αυτή περιλάμβανε τις πρωτότυπες εικονογραφήσεις που στη συνέχεια ταξίδεψαν σε μουσεία στο Λονδίνο, τη Μαδρίτη και το Τόκιο. Στη συνέχεια, τον Αύγουστο του 1979, ο Τεριάντ και η σύζυγός του Αλίς εγκαινίασαν το ειδικώς διαμορφωμένο Μουσείο-Βιβλιοθήκη στη Βαρειά, νότιο προάστιο της Λέσβου, ακριβώς δίπλα από το πατρικό του σπίτι. Σε 16 δωμάτια στους δύο ορόφους του κτιρίου, το μουσείο εκθέτει όλες τις πρωτότυπες εικονογραφήσεις που εμφανίστηκαν στην αναδρομική έκθεσή του που περιόδευσε τον κόσμο, καθώς και έργα ζωγραφικής Ελλήνων καλλιτεχνών που ο ίδιος αναγνώριζε και θαύμαζε, όπως οι Γιώργος Βακιρτζής, Μανώλης Καλλιγιάννης, Ορέστης Κανέλλης, Γιώργος Ρόρρης, Γιάννης Τσαρούχης, Κώστας Χαραλαμπίδης και Θεόφιλος Χατζημιχαήλ. Χωρίς να λάβει υπόψη τα έξοδα, ο Τεριάντ θέλησε να προσφέρει στους επισκέπτες του μουσείου του την ευκαιρία να εξοικειωθούν με το εκδοτικό της επίτευγμα και την ευρύτερη συλλογή έργων τέχνης του. Με τη δωρεά του μουσείου και το ανεκτίμητο περιεχόμενό του προς το ελληνικό κράτος, ο Τεριάντ προσέφερε στην πατρίδα του μία ανεκτίμητη πολιτιστική ευεργεσία.

Άποψη του κυρίως χώρου της έκθεσης.”Circus” (1950) του Λεζέρ, “Song of the Dead” (1948) του Πικάσο and “Entertainment” (1943) του Ρουό. Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα. © Μεγακλής Ρογκάκος, 2013

Η πλειοψηφία του περιεχομένου της αναδρομικής έκθεσης του Τεριάντ -350 έργα χρονολογημένα από το 1943 έως το 1975- σήμερα παρουσιάζονται προσωρινά στο Βυζαντινό & Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας. Η έκθεση είναι όμορφα φροντισμένη όπως αποδεικνύεται από τις πλούσιες πτυχές της. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι η έκθεση αυτή δεν προέκυψε ως καθυστερημένο αφιέρωμα του ελληνικού κράτους στον εξαίρετο πολίτη και μέγα ευεργέτη του, αλλά ως επιβεβλημένη αναγκαιότητα από τις πλέον ακατάλληλες μουσειολογικές συνθήκες στο Μουσείο Τεριάντ. Παρά τις προσπάθειες του επιμελητή του Μουσείου Τεριάντ, Κώστα Μανιατοπούλου, ο οποίος έχει πολλές φορές ζητήσει τη βοήθεια των κρατικών και τοπικών αρχών, το μουσείο εκκρεμεί ακόμη να πραγματοποιήσει πλήρως τους θεσμικούς στόχους του, να εκσυγχρονίσει τις υποδομές του και να οργανώσει το απαραίτητο πρόγραμμα μουσειακών εκδηλώσεών του. Η επίσημη ιστοσελίδα είναι εύκολα προσβάσιμη σε τρεις γλώσσες – ελληνικά, αγγλικά και γαλλικά. Παρ’ όλα αυτά, εκκρεμεί ακόμα να προσφέρει πλήρη πρόσβαση -οπτική και ερμηνευτική- σε ολόκληρη τη συλλογή. Χρειάζεται επίσης να ενημερώνει με τις τελευταίες τεχνολογικές τάσεις – μηχανές αναζήτησης και εργαλεία πλοήγησης.

Άποψη της κύριας αίθουσας της έκθεσης, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα. © Μεγακλής Ρογκάκος, 2013

Κλείνοντας, είναι λυπηρή η παραδοχή ότι, παρά την ευεργεσία του στη γενέτειρά του, το ελληνικό κράτος εκκρεμεί ακόμα να τιμήσει δεόντως τον Τεριάντ. Δυστυχώς, αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, λαμβάνοντας υπόψη την παραμέληση του ελληνικού κράτους να τιμήσει άλλες παγκοσμίου φήμης προσωπικότητες που έχουν προσφέρει εξαιρετικές υπηρεσίες στις εικαστικές τέχνες, όπως οι Ιρίς Κλερ (1918-1986), Αλέξανδρος Ιόλας (1907-1987) και Κριστιάν Ζερβός (1889-1970). Παρ’ όλα αυτά, εν μέσω της σημερινής κρίσης, η οποία δοκιμάζει τις αντιστάσεις όλων των πολιτών της, είναι πλέον καιρός η ελληνική πολιτεία να μάθει ότι ο πολιτισμός απαιτεί το σεβασμό και τη δράση των διαχειριστών του.

*Κεντρική φωτογραφία του άρθρου “King Ubu” (1966), έργο του Χουάν Μιρό. © Μεγακλής Ρογκάκος 2013