Γύρω στα 1960, ο André Malraux, πρώτος Υπουργός Πολιτισμού στην Ιστορία της σύγχρονης ανθρωπότητας, οραματίζεται τον πολιτισμικό εκδημοκρατισμό. Με στόχο την ευρύτερη δυνατή διάχυση του και την καθολική πρόσβαση στο δικαίωμα στον πολιτισμό, ανεξαρτήτως καταγωγής, μόρφωσης ή οικονομικής κατάστασης, θέτει στο επίκεντρο της πολιτικής του τα Maisons de la culture, έναν θεσμό που είχε πρωτοεμφανιστεί τη δεκαετία του ’30 στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής αντιφασιστικής δράσης και προπαγάνδας. Στη νέα εκδοχή τους, τα «Σπίτια του πολιτισμού» σχεδιάστηκαν για να λειτουργούν ως πολυδύναμα πολιτιστικά κέντρα που θα φέρνουν το κοινό σε αδιαμεσολάβητη επαφή με τη «μεγάλη Τέχνη», χωρίς κατηχήσεις, μυήσεις ή εκπαιδεύσεις.

Ο Malraux οραματίστηκε να τα διασπείρει σε ολόκληρη τη Γαλλία και να πετύχει την πολιτισμική αποκέντρωση το σχέδιο του είχε, ωστόσο, τελικά πολύ πιο περιορισμένη απήχηση, εντός Γαλλίας, αλλά και σε λίγες ακόμη, γαλλόφωνες κυρίως, περιοχές του πλανήτη. Το όραμά του επικρίθηκε, με τα χρόνια ο πολιτισμικός εκδημοκρατισμός μεταβλήθηκε σε πολιτισμική δημοκρατία, το δικαίωμα στην πρόσβαση έγινε δικαίωμα στη συμμετοχή, η μεγάλη Τέχνη χαμήλωσε το βλέμμα για να συναντήσει την τέχνη των απλών ανθρώπων. Η κληρονομιά του Malraux όμως καθόρισε κάθε μετέπειτα θεώρηση του πολιτισμού και της πολιτισμικής πολιτικής: ο πολιτισμός είναι υπόθεση και δικαίωμα όλων, και γι’αυτό χρειάζεται τα σπίτια του, τους «σύγχρονους καθεδρικούς» όπου θα μπορούν όλοι να τον κοινωνούν, να τον διακονούν και να τον διαιωνίζουν.

Στη Θεσσαλονίκη, χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια και να παραχωρήσει κάποιος το ίδιο του το σπίτι για να δημιουργηθεί ό,τι πιο κοντινό σε «Σπίτι πολιτισμού» έχει να επιδείξει η πόλη. Το 1979, ο Γεώργιος Βαφόπουλος, σημαντικός λογοτέχνης και πρώην διευθυντής της Κεντρικής Βιβλιοθήκης, ανακοινώνει με τη σύζυγό του Αναστασία την πρόθεσή τους να διαθέσουν το σύνολό της περιουσίας τους με σκοπό την ανέγερση ενός πολιτιστικού κέντρου στην πόλη. Έτσι, το 1983, εγκαινιάζεται στην ανατολική Θεσσαλονίκη το «Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο» ως διεύθυνση του Δήμου Θεσσαλονίκης με σαφώς προσδιορισμένη την ευρεία εκπαιδευτική, πολιτική και κοινωνική στοχοθεσία του (σύμφωνα με τον λεπτομερή κανονισμό λειτουργίας, αλλά και τη διαθήκη του Βαφόπουλου που μάλλον γνώριζε καλά τη μοίρα που επιφυλάσσεται στα δημόσια κληροδοτήματα στην Ελλάδα, και ευτυχώς δεν έζησε να δει το Δήμο να προγραμματίζει τη λειτουργία ΚΕΠ στο ισόγειο του πνευματικού του κέντρου).

Έκτοτε το Βαφοπούλειο αποτελεί το πλέον δραστήριο και πολυδύναμο κύτταρο πολιτισμού στην πόλη. Στους χώρους του μπαινοβγαίνουν καθημερινά εκατοντάδες άνθρωποι για να επισκεφτούν τη βιβλιοθήκη ενηλίκων, το παιδικό τμήμα, το αναγνωστήριο, τους εκθεσιακούς εικαστικούς χώρους, τα θέατρά του ή το προσωπικό αρχείο του Βαφόπουλου. Η πολύπλευρη και συνεχώς διευρυνόμενη δραστηριότητά του περιλαμβάνει εκπαιδευτικά προγράμματα για παιδιά και νέους, δημιουργικά εργαστήρια για ενήλικες, διαλέξεις, παραστάσεις, προβολές ταινιών, εκθέσεις, Κοινωνικό Φροντιστήριο, θεσμούς όπως το «Βήμα Σκέψης» ή το Φεστιβάλ Νεανικής Πειραματικής Μουσικής Σκηνής, αλλά και επιστημονικό-ερευνητικό έργο (το προσεχές διάστημα θα κυκλοφορήσει επετηρίδα με μελέτες του αρχείου του Βαφόπουλου) με στόχο, σύμφωνα με την Πρόεδρο της Εφορευτικής Επιτροπής κα Θεοδώρα Λειψιστινού, να αποτελεί σημείο συνάντησης της τοπικής κοινωνίας όπου θα μπορούν όλοι, ανεξαρτήτως ηλικίας, να εκφράζονται και να έρχονται σε επαφή με τις τέχνες και τα γράμματα.

Σε λίγες μέρες, ένα από τα δωμάτια του «Σπιτιού» υποδέχεται μια από τις πιο χαρακτηριστικές αλλά και πιο παραγνωρισμένες φωνές της πόλης, τον αστικό της πεζογράφο Γιώργο Ιωάννου. Στις 16 Φλεβάρη, ανήμερα της 29ης επετείου από τον θάνατο του λογοτέχνη, μια έκθεση προσωπικών του αντικειμένων, δωρεά της οικογένειάς του, επαναπατρίζει στη Θεσσαλονίκη τον άνθρωπο που μίλησε γι’αυτήν όπως κανείς: ο Θεσσαλονικιός Γιώργος Ιωάννου ιχνηλάτησε με δέος και αγωνία τον τόπο και τον χρόνο της πόλης, έκανε ταπεινές αλλά διεισδυτικές ανασκαφές στο πολυπολιτισμικό της κοίτασμα, μίλησε απλά για τους απλούς ανθρώπους της, τους περιθωριακούς ή τους αόρατους, έκανε πολιτισμό την τέχνη της καθημερινότητάς τους, κατέγραψε μέσα από την προσωπική του ιδιότυπη εκδοχή εσωτερικού μονολόγου την Ιστορία της Θεσσαλονίκης-«πρωτεύουσας των προσφύγων» παράλληλα με την προσωπική του ιστορία, λίγο πριν ο ίδιος μεταναστεύσει στα Τρίκαλα, τη Σάμο, τη Βεγγάζη, την Αθήνα και πολύ πριν βρει τη θέση του στον εθνικό λογοτεχνικό κανόνα, δίπλα στον Παπαδιαμάντη και τον Βιζυηνό.

Η έκθεση περιλαμβάνει μια συλλογή 6.000 βιβλίων, προσωπικά αντικείμενα και έπιπλα, καθώς και την προσωπική του επιστολογραφία, και θα φιλοξενείται στον 6ο όροφο του Βαφοπουλείου, σε έναν χώρο που έχει διαμορφωθεί κατάλληλα ώστε να αποτελεί μια μικρή ρεπλίκα του αθηναϊκού σπιτιού του Ιωάννου. Παράλληλα, στο πλαίσιό της θα πραγματοποιείται εκπαιδευτικό πρόγραμμα για μαθητές 12-19 ετών που θα περιλαμβάνει την προβολή φωτογραφικού υλικού του Ιωάννου από όλη του τη ζωή συνοδεία μελοποιημένων ποιημάτων του, προβολή οπτικοακουστικού υλικού, αλλά και ένα διαδραστικό παιχνίδι όπου τα παιδιά θα καλούνται να ανασυνθέσουν τη χρονογραμμή του Ιωάννου, με στόχο τη γνωριμία τους με έναν λησμονημένο λογοτέχνη και την εξοικείωσή τους με τη φιλαναγνωσία και τη λειτουργία της βιβλιοθήκης.

Κι έτσι, ο Ιωάννου ίσως στεριώσει τώρα εδώ, στο «Σπίτι του Πολιτισμού» της Θεσσαλονίκης, εκεί, όπου, όπως στα έργα του, ανασυντίθεται τον πολιτισμικό παλίμψηστο της πόλης ψηφίδα-ψηφίδα, να τον κοινωνήσει, να τον διακονήσει και να τον διαιωνίσει.

Η είσοδος στην έκθεση είναι δωρεάν.
Περισσότερες πληροφορίες για το εκπαιδευτικό πρόγραμμα στα τηλέφωνα +302310424132-3, υπεύθυνη: Γεωργία Καρυπίδου

Κεντρική φωτογραφία: Ο Γιώργος Ιωάννου στο ΚΑΤ το φθινόπωρο του 1980 μετά από τραυματισμό του από Ι.Χ., πηγή: Ανεμούριον