Όταν ήταν μικρός ο Θανάσης Αλευράς νόμιζε ότι θέατρο είναι να κάνεις τον άλλο να γελάει, μόνο αυτό. Φαντάζομαι ότι τώρα που μεγάλωσε κάπως, έχει μάθει ότι θέατρο είναι και μερικά άλλα πράγματα, αλλά δεν έχει σημασία γιατί ξέρω τουλάχιστον πέντε ανθρώπους που έχουν σπουδαία αίσθηση του χιούμορ και όταν τους λέω το όνομα Θανάσης Αλευράς, στο πρόσωπό τους σχηματίζεται ένα από τα πιο φωτεινά χαμόγελα που έχω δει. Οπότε, αυτό που φανταζόταν ο Θανάσης, όταν ήταν μικρός για τους ηθοποιούς, εν μέρει εκπληρώνεται εξαιτίας της λαμπερής παρουσίας του στη σκηνή, της φινέτσας του, της ακάματης εργασίας του και μιας γνήσιας κωμικής φλέβας που διαθέτει. Μετά από μήνες αναμονής, το ραντεβού του επί σκηνής με τον φρενήρη, παράλογο, συναρπαστικά αστείο και πνευματώδη κόσμο του Ζωρζ Φεντώ και το αριστουργηματικό του έργο «Η κυρία του Μαξίμ» στις 21 Οκτωβρίου μοιάζει με μια σκηνή του έργου, στο οποίο πρωταγωνιστεί με τη λύτρωση να φτάνει μετά τον πανικό.

«Η ευκολία του να μπαίνω στη σκηνή, να περπατάω να είμαι άνετος, δε μου αρέσει»

«Τη χρωστάμε αυτή την παράσταση», είναι η πρώτη πρόταση που μου λέει στη συνάντησή μας. «Μπήκαμε σε λοκντάουν πέντε μέρες πριν την πρεμιέρα και όλα ήταν έτοιμα, τα σκηνικά, τα κοστούμια μας περίμεναν να ξαναρχίσουμε. Ήταν πολύ περίεργο όταν έγινε, δεν ξέραμε τι θα συμβεί και από την άλλη, ακριβώς την ώρα που πήγαινες να γεννήσεις κάτι, σου το έπαιρναν πίσω. Νομίζω ο καθένας μας έκανε ένα φάκελο στο κεφάλι του, το αποθήκευσε το έργο και τη δουλειά του, το άφησε πίσω και το κράτησε εκεί. Αυτό το φοβήθηκα λίγο, όταν ξαναρχίσαμε, αναρωτήθηκα τι έχει κρατήσει αυτός ο φάκελος αλλά ήρθε πολύ γρήγορα στην επιφάνεια και είχα τον χρόνο και την πολυτέλεια που δεν έχουμε σε άλλες παραστάσεις να “κάτσουν” τα πράγματα».

Στην περίοδο της καραντίνας το ξανάπιασες το κείμενο;

Ούτε καν το άνοιξα. Έτσι κι αλλιώς, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, δε διάβασα, δεν είδα ταινίες, ούτε ζωγράφισα, ούτε μαγείρεψα, δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ σε τίποτα, δεν έκανα τίποτα δημιουργικό στην καραντίνα παρά μόνο έτρεχα. Σηκώθηκα κι έφυγα και πήρα κυριολεκτικά τα βουνά, πήγα στη Δράμα σε ένα βουνό κι έτρεχα, έκανα προπονήσεις.

Τι συμβαίνει όταν τρέχεις και το αγαπάς τόσο πολύ;

Έτρεξα τα 42 χιλιόμετρα την κλασική διαδρομή του Μαραθωνίου, πέρσι, πρώτη φορά στη ζωή μου. Μου κάνει πάρα πολύ καλό να τρέχω, με ισορροπεί, μου καθαρίζει το μυαλό και όλη αυτή η ένταση που έχουμε πάρει και ο καθένας την εκδηλώνει πολύ διαφορετικά, υποχωρεί. Μετά από όλους αυτούς τους μήνες, δεν πιστεύω έναν που λέει σήμερα ότι «είμαι καλά». Υπάρχει κάτι μετατραυματικό σε όλους μας και στον καθένα σκάει με άλλο τρόπο και σε κάποιους θα σκάσει και στο μέλλον. Εκείνη την περίοδο δεν ασχολήθηκα λοιπόν με την «Κυρία του Μαξίμ» καθόλου, αλλά όταν ήρθε η στιγμή και άνοιξα το έργο άκουγα στην ανάγνωσή μου άλλους τονισμούς. Γιατί σε αυτή την περίπτωση είχαμε σύμμαχο τον χρόνο, να ακούσουμε ξανά τον εαυτό μας και να τον διορθώσουμε όπου υπήρχε ανάγκη. Γιατί η παράσταση είναι τέλεια κουρδισμένη από τον Θωμά (Μοσχόπουλο).

Αλλά εν τω μεταξύ δεν άφησες τον εαυτό σου να σκουριάσει, ήσουν στην Ταράτσα του Φοίβου το καλοκαίρι.

Εμένα η ταράτσα του Φοίβου κυριολεκτικά με ξανακούρδισε, γιατί καθίσαμε πολύ καιρό και ένας λόγος που έτρεχα όλο αυτό τον καιρό ήταν να μην αφεθώ και κάτσω στον καναπέ και με πιάσει όλη αυτή η ματαιότητα εκείνων των ημερών. Η Ταράτσα ήταν η παιδική μου χαρά γιατί σε αυτό το θέαμα ποικιλίας, σε αυτό το αναψυκτήριο μπορώ και ανακαλύπτω την προσωπικότητά μου. Σε ανθρώπους σαν και εμένα που τους αρέσουν πολλά πράγματα, δεν τους αρέσει να πάρουν μια μερίδα φαγητό και να καθίσουν να τη φάνε, αλλά θέλουν να τσιμπήσουν και αυτό κι εκείνο, η Ταράτσα όπως και οι Ήρωες είναι η ιδανική συνθήκη. Είναι μια περίπτωση, ένας τόπος  στον οποίο μπορεί να μείνω για χρόνια.

Τι εννοείς όταν λες ότι στους Ήρωες ανακάλυψες τον εαυτό σου;

Στους Ήρωες, επειδή πάλι ήταν ένα θέαμα ποικιλίας με θεατρική δομή και με την ακρίβεια που απαιτεί το θέατρο και που η Ελένη Γκασούκα που είναι η δασκάλα μου και ο μέντοράς μου το κάνει εξαιρετικά, υπήρχε όλη η σοβαρότητα και η απενοχοποίηση του να περνάς από ένα δραματικό κείμενο σε κάτι πάρα πολύ αστείο και εξωστρεφές την ίδια στιγμή. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο κόσμος το χάρηκε και μας γέμισε το θέατρο σε μια ομάδα άγνωστων παιδιών από την πρώτη στιγμή, κι εγώ κατάλαβα ότι το είδος μέσα στο οποίο μπορώ τη μια στιγμή να μιλήσω για κάτι σοβαρό και συγκινητικό και την άλλη στιγμή να το πάρω πίσω, είναι ο χώρος μου. Και το λέω πολύ συνειδητά αυτό έχοντας πια είκοσι χρόνια στο θέατρο και γνωρίζοντας την τσαγκαρική του, την κουζίνα του, ότι δεν είναι τουρλού η υπόθεση, είναι χειρουργείο.

Το βρήκες στη συνέχεια σε άλλες δουλειές αυτό;

Δεν το βρήκα. Έβρισκα ωραία κομμάτια και ωραίες συνεργασίες. Το βρήκα ξανά στην Ταράτσα, και επειδή ταξιδεύω πια πολλά χρόνια και μου πήρε πολύ καιρό να καταλάβω, νομίζω είμαι τυχερός που το βρήκα.

Οι διαχωρισμοί των ηθοποιών σε κωμικούς ή άλλους σε εμπορικούς ή άλλους σε εμπόδισαν; Σε επηρέασαν;

Όχι δε με εμπόδισαν καθόλου. Με επηρέασαν όμως πολύ. Όταν το 1998 στο σκληροπυρηνικό Θέατρο Τέχνης τα άκουγα αυτά, αντιδρούσε η νεότητά μου και η γενιά του 2000 πολύ έντονα. Έλεγα «είναι παλιό αυτό δε βοηθά κανέναν». Καταλαβαίνω ότι υπάρχουν κάποιοι κανόνες, για παράδειγμα, ένα προϊόν πρέπει να ξέρεις τι σου προσφέρει, το καταλαβαίνω όμως για τους νόμους της αγοράς και τα σούπερ μάρκετ αλλά όχι για την τέχνη. Έτσι πάλεψα πολύ να έχω την ταυτότητα που θέλω εγώ και πήγαινα και έκανα αυτά που ήθελα, χωρίς να υπολογίσω ας πούμε το κόστος.

Σου έχουν δοθεί ευκαιρίες να δοκιμάσεις κόντρα πράγματα;

Νομίζω ότι η ταυτότητα των ηθοποιών δοκιμάζεται στα κόντρα πράγματα, αλλά εμένα δε σκέφτεται κάποιος εύκολα να με δοκιμάσει στον κινηματογράφο για παράδειγμα ή σε έναν κόντρα ρόλο. Πάλι η Γκασούκα με σκέφτηκε για τη Φουρκέτα για ένα δραματικό ρόλο και μπήκα σε άλλα χωράφια που είχα να μπω καιρό. Πιστεύω επειδή έχω υπηρετήσει την κωμωδία πάρα πολύ και συνεχίζω να το κάνω, ότι ο άνθρωπος που του αρέσει η κωμωδία και μπορεί να την κάνει, έχει ήδη διανύσει τον δρόμο τον δραματικό, δηλαδή τον εμπεριέχει. Αλλιώς δεν μπορείς να κάνεις καλή κωμωδία.

Ισχύει και το αντίθετο;

Όχι δεν ισχύει, στο άλλο μπορείς να ξεγελάσεις λίγο και να περάσουν πολλά πράγματα. Στην κωμωδία δε γίνεται, σε πετάει έξω και σου λέει γεια σου. Είναι σαν τον αθλητισμό. Τρως όλη σου τη ζωή κάνοντας εκατό μέτρα πριν πατήσεις την κόκκινη γραμμή στο τριπλούν και βλέπεις την ελίτ αθλητών να χάνουν μεγάλες διοργανώσεις επειδή είναι άκυροι. Επειδή πάτησαν την κόκκινη γραμμή. Και έχουν φάει όλη τους τη ζωή σε αυτό το ταρτάν, σε αυτά τα μέτρα. Έτσι συμβαίνει και κάθε μέρα πριν βγεις στην κωμωδία.

Μιλώντας γι’ αυτό, στη ζωή κάθε μέρα συγκρουόμαστε με τον ψυχισμό, τον χαρακτήρα, τις ορμόνες, την καθημερινότητα: ποιος είναι ο μηχανισμός σου, το αγνοείς ή το βάζεις μέσα σε ένα ρόλο πριν βγεις στη σκηνή;

Αρχικά, είμαι ένας άνθρωπος που δουλεύει πολύ την τεχνική. Γιατί η τεχνική, πάντα, σε κρατάει σε ένα επίπεδο και στην καλή και στην κακή σου μέρα. Αν αυτό το έχεις κατακτήσει, έχεις σχέδιο αρχιτεκτονικό, είσαι πάντα διασφαλισμένος. Δηλαδή, κωμωδία δεν είναι να πεις ένα ωραίο αστείο, την ατάκα. Αυτό σε κάνει ένα διασκεδαστικό άνθρωπο. Όχι έναν καλό κωμικό ηθοποιό. Εγώ εργάζομαι στον ήχο, στην παρτιτούρα της φράσης και οι συνάδελφοί μου -αν διαβάσουν τη συνέντευξη- θα καταλάβουν ακριβώς πώς το εννοώ. Μιλώ για τον κώδικα.

Και το κοινό το καταλαβαίνει με έναν τρόπο, όχι με τον ίδιο, αλλά το καταλαβαίνει.

Πολλές φορές,  έρχεται η κακή μέρα και το μυαλό να σε σαμποτάρει και εκεί έρχεται η βοήθεια της ίδιας της λειτουργίας του θεάτρου. Έχεις να αφηγηθείς σε καινούργια αυτιά και εκεί την ξεχνάς τη δυσκολία. Σε ό,τι με αφορά προσωπικά, έχω κάνει και κακές παραστάσεις αλλά όχι παραστάσεις για τις οποίες ντρέπομαι, αυτό το έχω διασφαλίσει, δεν το επιτρέπω.

Εσένα σε μια παράσταση που παίζεις υποσυνείδητα ποιος είναι ο στόχος σου; Λες θα σκίσω σήμερα, βάζεις στοίχημα με τον εαυτό σου;

Μέχρι στιγμής δεν έχω απολαύσει τις παραστάσεις που έχω κάνει, τη διαδικασία. Πάντα παρακαλώ να γίνει κάτι και να ακυρωθεί η παράσταση. Δεν πάω με χαρά, να μπω να παίξω. Είναι οξύμωρο και δεν μπορώ να το εξηγήσω ακριβώς. Δεν είναι θέμα έκθεσης στη δική μου περίπτωση. Είναι μάλλον μια δική μου ψυχαναγκαστική κατάσταση να φτάσω το τέλειο κάθε φορά. Ενώ ξέρω ότι δεν μπορεί να έχω την ίδια επίδοση κάθε μέρα. Δεν ξέρω τι συμβαίνει και έχω συνδέσει το πάτημα στη σκηνή με κάτι ιερό. Μάλλον το Θέατρο Τέχνης ευθύνεται γι’ αυτό, εκεί που προγραμματίστηκα. Και έμαθα ότι επάνω στη σκηνή δε συμβαίνει τίποτα τυχαία, δεν περιφέρεσαι, δε σουλατσάρεις, είσαι εκεί για κάποιο λόγο. Αυτό με κάνει να μην απολαμβάνω την παράσταση την ώρα που συμβαίνει αλλά μετά, όταν πετάω τα ρούχα μου. Είμαι ευγνώμων που είχα τους δασκάλους που είχα, με όλα τους τα θέματα και όλα τους τα συμπλέγματα και διδάχτηκα έτσι το θέατρο, οι άνθρωποι αυτοί πραγματικά ήξεραν το θέατρο.

Υπάρχει κάποιο κομμάτι που σε βασανίζει ως ηθοποιό;

Αν ας πούμε έχω κάνει 200 παραστάσεις και πάω να κάνω τη 201η, ξεχνάω ότι έχω κάνει τις προηγούμενες. Ξεκινάω σαν να μην έχω κάνει καμία, σαν μη το έχω κάνει αυτό ποτέ. Δεν υπερηφανεύομαι, είναι κάτι που με εξαντλεί. Έφτασα σε ένα σημείο να υποφέρω και είπα «δεν μπορείς να ζήσεις έτσι». Όταν παίζω θέλω να τρώω σε συγκεκριμένη ώρα, δε θα ξενυχτήσω, θα πάω να κάνω ζέσταμα. Καμιά φορά ζηλεύω αυτούς που δεν το κάνουν, αλλά εγώ δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Ας πούμε όσα χρήματα μου περισσεύουν τα δίνω στα μαθήματά μου. Θα κάνω τραγούδι, θα ασκήσω τη φωνή μου, έκανα ακροβατικά, πήγα έμαθα κλακέτες, πήγα να δουλέψω τα εκφραστικά μου μέσα, θα πάω να τρέξω, γιατί με αυτά παίζω και αν τα αφήσεις τέλος. Από την άλλη με ικανοποιεί ότι υπάρχει αυτή η διαδικασία που κρατάω το ότι δε γίνεται εύκολα το θέατρο. Η ευκολία του να μπαίνω στη σκηνή, να περπατάω να είμαι άνετος, δε μου αρέσει. Σε κάποιον μπορεί να φανεί υπερβολικό όλο αυτό, αλλά αυτό είμαι.

Πάμε στην Κυρία του Μαξίμ και τον Φεντώ;

Έχω μεγάλη χαρά για όλους τους λόγους που μπορεί να έχει σήμερα ένας ηθοποιός που μετά από τόση αβεβαιότητα θα ξαναπαίξει. Και γιατί μόνο το Εθνικό μπορεί να υποστηρίξει μια τέτοια παραγωγή. Ακόμα έχω μεγάλη χαρά για τη συνάντησή μου με τον Θωμά Μοσχόπουλο. Είχαμε γνωριστεί στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων, το 2004, στην οποία συμμετείχα, και από τότε δεν είχαμε δουλέψει ποτέ παρά το γεγονός πως τον ήξερα ως νέος ηθοποιός από το Αμόρε και ήταν όνειρο κάθε νέου ηθοποιού να παίξει με τον Θωμά. Ήρθε η στιγμή και θέλω να πω ότι έφτιαξε μια παράσταση κέντημα σε όλα τα επίπεδα σε κάθε λεπτομέρεια. Δε θέλω να κάνω καμία ανάλυση σε ένα αριστούργημα, δεν υπάρχει λόγος, το μόνο που εύχομαι είναι να απολαύσει ο κόσμος αυτό το αριστουργηματικό έργο και αυτή την παράσταση.

Θα ήθελα να μου πεις και γι’ αυτό που ετοιμάζεις στη συνέχεια. Γίνεται;

Λοιπόν έκλεισα τα 40 και μάλλον είναι κρίσιμα, παρόλο που δεν το πίστευα. Έτσι πήρα την απόφαση και θα κάνω μια παράσταση μέσα σε μια νέα κουλτούρα που δημιουργείται και εξαιτίας της κατάστασης που βιώνουμε. Θα την κάνω στο Βοξ, στο οποίο θα φιλοξενηθούν και άλλα μουσικά θεάματα. Ο τίτλος είναι «40 χρόνια Θανάσης Αλευράς» και σατιρίζει στην ουσία τα αφιερώματα, αλλά μέσα από αυτή θέλω να μιλήσω για όλη τη γενιά μου. Αν με ρωτούσαν σε ποιο πρότυπο θέλω να «πατήσω» θα έλεγα στις παραστάσεις του Γιώργου Μαρίνου στη Μέδουσα. Σε αυτή την κατεύθυνση το βλέπω. Με κείμενα με μουσική με όλο μου το όνειρο ενεργοποιημένο, ένα θέαμα άφοβο, με τόλμη, και με θάρρος και με θράσος. Στη συνείδησή μου αυτή δε θα είναι μια παράσταση αλλά ένα πρότζεκτ δεκαετίας, αν βγει και μου ταιριάζει, αυτό θέλω να δουλεύω και να εξελίσσω διαρκώς. Και να το κάνω τώρα, σε αυτή τη δεκαετία που έχω τα γκάζια τα μεγάλα. Τώρα, που έχω σιγουρευτεί ότι ήρθε η ώρα, ότι το θέλω πολύ και είμαι σε θέση να απολαύσω και τη διαδρομή του.

Info παράστασης:

Η κυρία του Μαξίμ Ζωρζ Φεντώ | 21 Οκτωβρίου 2020 – 3 Ιανουαρίου 2021 | Κτήριο Τσίλλερ, Κεντρική Σκηνή