«…ἀριθμὸς γὰρ ἀνθρώπου ἐστί· καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτοῦ χξς’».

Η περιβόητη φράση της «Αποκάλυψης» του Ιωάννη, ενός έργου στο οποίο ένα βιβλίο σφραγισμένο επτά φορές προκαλεί με το άνοιγμα κάθε σφραγίδας: άλογα με ιππείς που φέρνουν τον πόλεμο, σεισμούς, αστέρια που πέφτουν με φόρα από τον ουρανό, επτά σάλπιγγες που σαλπίζουν για να έρθουν μέρες ανθρώπων που «θα ζητούν τον θάνατο αλλά δεν θα τον βρουν», καθώς θα βασανίζονται για πέντε μήνες με βασανισμό που θα μοιάζει με τσίμπημα σκορπιού, ένα καλό ξεκαθάρισμα πιστών – απίστων. Είναι όμως η Αποκάλυψη του Ιωάννη μόνο αυτό; Μια προφητεία εξόντωσης μη Χριστιανών κι ένας οδηγός αποφυγής του Αντίχριστου; Ως τέτοια έχει καθιερωθεί, χάρη στους πολέμους και τους βασανισμούς που προκλήθηκαν σε ανθρώπους με εντολές προερχόμενες από τον επίγειο κόσμο τελικά.

Και τώρα, τι βλέπουμε στη Στέγη; Μια ανάγνωση κατά την οποία το έργο ψάχνει τη γαλήνη, μάς αναφέρει ο Θανάσης Δόβρης, που συμμετέχει στην παράσταση του Θάνου Παπακωνσταντίνου, στη μεταφορά της «Αποκάλυψης» του Ιωάννη στο θέατρο.

Μιλήστε μας για τον ρόλο σας στο έργο.

Δεν υπάρχουν ρόλοι σε αυτήν την παράσταση. Η παράσταση έχει μορφή χορικού αρχαίας τραγωδίας. Δηλαδή, είμαστε όλοι ένας χορός, όπου ο καθένας μας με τον τρόπο του σκηνοθέτη μας, Θάνου Παπακωνσταντίνου, έχει τις προσωπικές του στιγμές στο έργο. Φαντάσου ότι είναι ένα σύνολο που υπάρχει στον χώρο και κάποια στιγμή υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που βγαίνουν από το σύνολο και τους βλέπεις ως μονάδες. Το κείμενο βέβαια είναι μοιρασμένο και η παράσταση είναι μια παράσταση αφήγησης. Ούτως ή άλλως, το έργο δεν έχει ρόλους απόλυτα διακριτούς.

Ο αφηγητής όμως είναι ο Ιωάννης. Πώς έχει αποδοθεί ο ρόλος του σε αυτό το χορικό;

Όλοι στην παράσταση είμαστε με έναν τρόπο ο Ιωάννης. Ο καθένας μας έχει τη δική του στιγμή στο έργο και αυτό είναι και κάτι που συμβαίνει στον χορό της τραγωδίας: Από μια λέξη ή φράση από την ομάδα ξεπηδά η μονάδα και μετά η μονάδα γίνεται μέρος της ομάδας ξανά.

Ισότητα λοιπόν επικρατεί και στον χορό αλλά και στις στιγμές «αυτονομίας».

Υπάρχει αυτή η λειτουργία, θα μπορούσαμε να πούμε καλύτερα. Αυτό το δίπολο το βλέπουμε και στο θέατρο: Ένας ηθοποιός ψάχνει την ομαδικότητα και τη μοναδικότητα, την ταπεινότητα και την έπαρση.

Λόγω της μορφής του έργου, ποιες δυσκολίες συναντήσατε στη μεταφορά του στη σκηνή;

Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι να παλέψεις τον εγωισμό σου και την ανάγκη σου να παίξεις έναν ρόλο για να φανείς, να δειχτείς, να σε δουν, χωρίς βέβαια αυτή η πάλη να πετυχαίνει 100%. Εδώ είμαστε ένα μέρος μιας ομάδας και μέσα από αυτήν προσπαθούμε να πούμε μια ιστορία. Αυτή η δυσκολία δεν είναι σωματική, όπως για παράδειγμα η χορογραφημένη κίνηση -αυτή ξεπερνιέται με την πρόβα. Πιο πολύ έχει να κάνει με το συνειδητό και το ασυνείδητο του κάθε ανθρώπου και ηθοποιού.

Το μεγάλο κλειδί λοιπόν της παράστασης αυτής είναι η συνεργασία.

Ακριβώς, γιατί αυτό απαιτεί και το κείμενο. Είναι μια αρχαία τραγωδία χωρίς βασιλιάδες, ένας χορός με έναν βασιλιά αόρατο και απόλυτο που για κάποιον είναι Θεός, ο Αλλάχ, η Φύση, τον οποίο «βασιλιά» επικαλούμαστε συνέχεια, δηλαδή όλα τα πάθη μας συμβαίνουν γι’ αυτόν. Στην αρχαία τραγωδία η υπόθεση έχει να κάνει συνήθως με έναν πρίγκιπα, έναν παρόντα άνθρωπο δηλαδή. Κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη δυσκολία: Ξέρεις, με έναν τρόπο και η θρησκεία του Χριστιανισμού μιλά για την ταπεινότητα, το να βγάζεις δηλαδή τον εαυτό σου από τη μέση για να βρεις τη γαλήνη. Το εγώ μας που μας ταλαιπωρεί και η συνειδητότητα του θανάτου και με το εγώ μας να αντιστέκεται σε αυτήν. Η θρησκεία μιλά για την απόλυτη ταπεινότητα, την εξαφάνιση του εαυτού για να βρεθεί η γαλήνη και να δούμε τη ζωή ως δέντρο. Αυτό μπορεί να φαίνεται πομπώδες, πρακτικά αυτό το μήνυμα στη σκηνή χρειάζεται μια παραστατικότητα και μια συνεργασία, χωρίς να υπάρχει διάθεση για αυτοπροβολή ή, αν αυτή υπάρχει, να χαλιναγωγείται και να βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση.

Με δεδομένα αυτά τα στοιχεία, καταλαβαίνω ότι ο χαρακτήρας της παράστασης παραμένει θρησκευτικός, όπως το κείμενο.

Το κείμενο είναι από μόνο του θρησκευτικό. Η διαχείρισή του κατά τους αιώνες ήταν σωστή και λανθασμένη, εννοώντας τη χειραγώγηση των ανθρώπων, Νομίζω ότι οποιοδήποτε ποιητικό κείμενο από τον Ευριπίδη, τον Σοφοκλή, τον Μπέκετ, τη Μόρισον και τον Ιωάννη, είναι βαθιά θρησκευτικό. Ένας ηθοποιός μόνο έτσι μπορεί να τα δει: Σαν τα κείμενα αυτά να μην ανήκουν στον δημιουργό τους. Σαν τα κείμενα αυτά να έπρεπε να ειπωθούν και να γραφτούν. Αυτό έχει ήδη μια θρησκευτικότητα.

Μιλάμε δηλαδή εδώ για την οικουμενικότητα των κλασικών έργων.

Ακριβώς. Οπότε τα κλασικά αυτά κείμενα θέλουν μια ιερή προσοχή. Μια ιερή προσοχή σε κάτι που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. Και σωματικά, όταν κάτι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε, ξαφνικά το σώμα μας παίρνει μια μορφή ενεργητικής ακινησίας, όπως τέτοια είναι η προσευχή. Προσπαθούμε όλη μας τη ζωή να καταλάβουμε κάτι που δεν μπορούμε να συλλάβουμε. Υπάρχουν στιγμές που με αυτή την ακινησία και την ιερότητα, συνήθως όταν έρχονται οι πρώτες απώλειες της ζωής, καταλαβαίνουμε κάπως τότε το υπερβατικό.

Το υπερβατικό γίνεται κατανοητό με την ταπεινότητα;

Πρακτικά αν το δεις, αν ησυχάσεις λίγο είτε ψυχικά είτε «σκηνικά», όταν μιλάμε για παράσταση, κάτι αλλάζει. Ο Θαδδαίος, ένας Σέρβος κοσμοκαλόγερος αλλά και ο Αυγουστίνος, λένε ότι οι σκέψεις μας είναι αυτές που μας ταλαιπωρούν. Αν δεν τροφοδοτείς το μυαλό σου συνέχεια με σένα, αμέσως υπάρχει ησυχία. Εγώ αλλά και οι συνάδελφοί μου στην στην παράσταση είμαστε άνθρωποι αγχωμένοι, άνθρωποι της εποχής μας. Υπάρχει δηλαδή αρκετή προσπάθεια να ησυχάσουμε! Για τη δουλειά μας, αυτό είναι ένα ωραίο υλικό να επεξεργαστείς επί σκηνής.

Αφαιρώντας τον θρησκευτικό μανδύα της Αποκάλυψης, τι μένει στη σκηνή;

Νομίζω κάτι πολιτικό. Η απλότητα και η ταπεινότητα ίσως έχουν ενέχουν βαθιά μια πολιτική πράξη. Για μένα βαθιά πολιτική πράξη είναι η αγάπη, η άδολη αγάπη. Φυσικά, αυτό το έργο έχει τροφοδοτήσει κινήματα, πολέμους, χειραγώγηση και στο όνομα του Χριστιανισμού έχουν γίνει εγκλήματα. Όμως αυτά τα κείμενα στην πραγματικότητα ψάχνουν τη γαλήνη.

Κι εδώ μπαίνει το ζήτημα της ερμηνείας του κειμένου: Λόγω διαφορετικών ερμηνειών βλέπουμε για κείμενα να γίνονται από παραστάσεις μέχρι και πόλεμοι. 

Ακριβώς! Εμείς σε αυτήν την παράσταση, την Αποκάλυψη την ερμηνεύουμε επιθετικά, πυρετικά. Δηλαδή υπάρχει μία ορμή σε αυτό. Αυτή την επιθετικότητα και την προσμονή που δημιουργεί μια άγρια, τρελή χαρά τη συναντούμε σήμερα σε πολλές τελετές, όπως τα Αναστενάρια.

Η Αποκάλυψη είναι ένα έργο με διαρκή ένταση. Ποιο σημείο βρίσκετε εσείς πιο συναρπαστικό τόσο στο έργο ως αναγνώστης, όσο και στην παράσταση;

Εμένα μου αρέσουν στην αρχή του κειμένου οι Επιστολές προς τις 7 Εκκλησίες, στις οποίες βρίσκεται νομίζω όλη η ουσία της Αποκάλυψης και του Χριστιανισμού. Από την παράσταση, μου αρέσει έτσι όπως έχει δομηθεί από τον Θάνο Παπακωνσταντίνου η στιγμή που η Αλεξία Καλτσίκη λέει «έτσι θα καταστραφεί η Βαβυλώνα, η πόλη η μεγάλη, και δεν θα ξαναδεί τεχνίτες, γαμπρούς και νύφες ποτέ πια!». Είναι ο τρόπος που αποδίδει η συνάδελφος τη φράση συγκλονιστικός. Μου αρέσουν πολύ και οι σκηνοθετικές επιλογές του Θάνου ιδιαίτερα στο φινάλε, αλλά καλό θα ήταν να μην το αποκαλύψουμε.

Μια που είπαμε ότι η παράσταση έχει μορφή χορικού αρχαίας τραγωδίας, υπάρχει κάθαρση;

Ναι. Νομίζω πως υπάρχει μια νύξη κάθαρσης.

Info:

Αποκάλυψη | έως 20 Οκτωβρίου | Στέγη Ιδρύματος Ωνάση