Οι Lost Bodies είναι από τα συγκροτήματα-θρύλους της γενιάς μου. Οι στίχοι τους είναι ένα συνονθύλευμα προβοκατόρικων αιτημάτων, αστεϊσμών και ποίησης. Οι συναυλίες τους είναι ξαφνικές, χωρίς να έχει προηγηθεί διαφήμισή τους πουθενά, απλά το μαθαίνουμε τελευταία στιγμή, στόμα με στόμα. Επίσης συνήθως παίζουν δωρεάν. Όχι μόνο για δικιά τους ευχαρίστηση, αλλά και όπου τους καλούνε. Είναι κάτι σαν υπερήρωες δηλαδή, αλλά χωρίς τα γυαλιστερά κολάν. Με αφορμή την επικείμενη περφόρμανς του Θάνου λόστ με την Όλια Λαζαρίδου στις 19, 20 και 21 Οκτωβρίου στο Bios ζήτησα από τον Θάνο, έχοντας ως άξονα “Το βαπόρι” του Μίλτου Σαχτούρη να μου αφηγηθεί μια ιστορία. Τη δικιά του.

« Ήμασταν πολύ καλά φιλαράκια και γείτονες με τον Αντώνη (έτερος λοστ). Θυμάμαι όταν έφυγα από το σπίτι μου στην εφηβεία, πούλησα όλα μου τα υπάρχοντα (μαζί και ό,τι μπορεί να είχε αξία από τα πράγματα των γονιών μου) και ο Αντώνης αγόρασε τους δίσκους μου (ακόμα μου χρωστάει τα φράγκα). Μουσική παίζαμε από πολλά χρόνια, από το ’86 όμως αρχίσαμε να φτιάχνουμε αυτό που θα στεγάζονταν κάτω από τον τίτλο Lost Bodies.

Μεγάλοι και πoρωμένοι κασετουργοί, παρόλο που η Lazy dog μας προτείνε να βγάλουμε βινύλιο, εμείς ήμασταν ανένδοτοι, να μην ξεπουληθούμε. Οι δουλειές μας στηρίχτηκαν πάρα πολύ από τα εναλλακτικά ραδιόφωνα που αφθονούσαν εκείνη την εποχή με αποτέλεσμα να μας έχει ακούσει πολύς κόσμος χωρίς ποτέ να έχουμε εμφανιστεί ζωντανά. Αυτό δημιούργησε και άθελά μας ένα θρύλο γύρω από το όνομά μας. Τελικά μετά από 9 χρόνια περίπου ο Αγγελάκας μας προτείνει να κυκλοφορήσουμε τις δουλειές από τις κασέτες σε cd για να μην χαθούν. Στην κυριολεξία το καταευχαριστηθήκαμε, και πρώτα από όλα γιατί περάσαμε πάρα πολύ καλά με τους μάγκες από Θεσσαλονίκη. Γενικά αυτή η κυκλοφορία έγινε με πολύ πολύ κέφι, αγάπη και μεράκι και εξαντλήθηκε πολύ γρήγορα.

Όταν διάβασα τις πρώτες κριτικές, νόμιζα ότι μου κάνουν πλάκα. Δεν πίστευα ότι μια δουλειά που έγινε με μικρόφωνα στο σπίτι, δίχως echo στη φωνή και γυαλιστερές ηχογραφήσεις, θα είχε αγαπηθεί τόσο πολύ από τον κόσμο. Πίστευα ότι το ελληνικό κοινό θα ήταν πιο συντηρητικό αλλά ευτυχώς διαψεύστηκα. Η όλη φάση των Lost Bodies είναι η interactive επικοινωνία με τον κόσμο, που στο live γίνεται με τελετουργικό-μολυσματικό τρόπο. Πάρα πολύ μου αρέσει που το κοινό μας είναι ανακατεμένο σε ηλικίες και στυλ. Δυστυχώς, κομμάτια όπως το “Αρκετά” ή το “Γελάστε γίνονται όλο και πιο επίκαιρα μιας και η καταστολή, η αποκτήνωση και το ξεσάλωμα του κεφαλαίου γίνονται όλο και πιο απροκάλυπτα.

Με τον Μίλτο Σαχτούρη ήδη είχαμε ασχοληθεί κυκλοφορώντας ένα του ποίημα στο cd μας «Όσμωση» και τον διαβάζαμε από καιρό. Η πρόταση έγινε από την Όλια Λαζαρίδου για να στήσουμε μια παράσταση αφιέρωμα στον Σαχτούρη, με μουσική δική μας και εικόνες. Στην ουσία φτιάξαμε (ο Αντώνης και εγώ) 22 μουσικά κομμάτια, που ντύνουν με τον δικό μας τρόπο τα ποιήματα. Δεν είναι απλώς ένα μουσικό χαλί και από πάνω γίνεται η απαγγελία, όλα τα κομμάτια (μουσική και στίχος) στέκουν από μόνα τους. Φυσικά πολύ μεγάλο ρόλο παίζει η υπέροχη ερμηνεία της Όλιας.

Αρκετές φορές έχουμε κάνει μουσική για κινηματογράφο, θέατρο, και χορό (πρόσφατο παράδειγμα τα “Χάρτινα Λουλούδια” σε σκηνοθεσία του Κώστα Φιλίππογλου, μια παράσταση πολύ ιδιαίτερη). Ωστόσο στο Βαπόρι έγινε κάτι πολύ ξεχωριστό για εμάς: Η μουσική και οι εικόνες βγαίνουν από ένα laptop και εγώ και η Όλια ερμηνεύουμε τα ποιήματα.

Ακούω πολύ διαφορετικά πράγματα και όταν φτιάχνω ένα cd για την αφεντιά μου, ανακατεύω από hardcore και όπερες μέχρι free jazz, punk, experimental, avant garde, αναρχικά τραγούδια του 19ου αιώνα, νανουρίσματα των πυγμαίων, Καίτη Γκρέυ κ.λ.π. Αυτή η άποψη, μου έχει στοιχίσει τον εκδιωγμό μου από ένα ραδιοφωνικό σταθμό, όπου αφού είχα στην κυριολεξία ξύσει τον πάτο με κομμάτια από underground συγκροτήματα, μετά πέταξα το «Ώ, ρε Βελούχι μου” από τη δισκογραφία του Σίμωνα Καρρά. Οπότε μπαίνει μέσα ο υπεύθυνος και μου λέει “μπήκαν άλλοι στη συχνότητά μας, παίζει δημοτικά»! Όπως ήταν προφανές, αυτή ήταν η τελευταία μου εκπομπή. Προφανώς και δεν πιστεύω ότι υπάρχει ανώτερη και κατώτερη μουσική, παραδείγματος χάριν δεν θεωρώ ότι είναι ανώτερο το “Adagio” του Albinoni από το “Too drunk to fuck” των Dead Kennedys, και αντίστροφα.

Ο Σαχτούρης είναι απόλυτα σύγχρονος και εξαιρετικά επίκαιρος ποιητής. Ο κόσμος σήμερα είναι σε παράκρουση, έχει υποστεί λιθοτριψία, και η ποίηση είναι ένα είδος ησυχαστηρίου, ένα είδος άλσους, όπου μπορείς να κρατηθείς από την λύσσα της απληστίας και την κατάσταση που έχει γίνει πλέον εφιάλτης.

Πιστεύω ότι είμαστε στη δίνη ενός εμφυλίου πολέμου, όπου οι εχθροί μας εμφανίζονται ως σωτήρες μας. Νομίζω πως η αντίστασή μας θα δημιουργήσει και τον πολιτισμό της εποχής μας, αλλιώς δεν θα έχει κανένα λόγο να αντέξει.

Θεωρώ ότι οι εποχές έχουν αλλάξει, τα πράγματα έχουν αλλάξει, όμως εξακολουθώ να ακούω ωραία μουσική, να διαβάζω ωραία fanzine (!) -πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχουν άνθρωποι με μεράκι- να συναντώ ωραίο κόσμο, και να γνωρίζω καλλιτέχνες που δεν μπαίνουν στη διαδικασία του ανταγωνισμού (ως μη αναρριχητικοί) αλλά δημιουργούν ένκαυλα, ελεύθερα και ανερυθρίαστα, και αφοσιώνονται μονάχα σε ότι αγαπάνε. Επομένως, υπάρχει ελπίδα!»

Το ντοκιμαντέρ του Γιάννη Μισουρίδη για τους Lost Bodies κυκλοφορεί ελεύθερα στο youtube.

Το βιβλίο του Θάνου λόst “Μια μέρα..Θεού χαρά” κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα.