Βαριά χαρτιά μαζεμένα: ο Τεντέν στις οθόνες, ο Σπίλμπεργκ με τον Πίτερ Τζάκσον υπεύθυνοι για την εμφάνισή του σ΄αυτές. Ο Σπίλμπεργκ σκηνοθετεί, ο Τζάκσον θα σκηνοθετήσει το σίκουελ, υπογράφοντας εδώ ως παραγωγός και διατηρώντας παράλληλα καθοριστικό ρόλο στην κατασκευή της ταινίας, αφού η εταιρία του, ονόματι Weta Digital, ειδικεύεται στην τεχνική performance capture ή motion capture με την οποία γυρίστηκαν οι «Περιπέτειες του Τεν Τεν: Το μυστικό του μονόκερου». Με την τεχνική αυτή οι ηθοποιοί παίζουν κανονικά, στη συνέχεια γίνεται πάνω στην εικόνα τους η ψηφιακή επεξεργασία και το αποτέλεσμα είναι ένα υβρίδιο ανάμεσα σε κανονική εικόνα και σε animation. Ο Τζάκσον το περιγράφει παραστατικά λέγοντας ότι εν προκειμένω το αποτέλεσμα δεν είναι καρτουνίστικο αλλά «φωτορεαλιστικό»: οι ηθοποιοί μοιάζουν ακριβώς σαν κανονικοί άνθρωποι, κανονικοί άνθρωποι όμως που βγήκαν μέσα από τις σελίδες του κόμικ του Ερζέ. Αν μη τι άλλο και οι ιδιότητες των ηρώων -δεν ματώνουν, δεν χτυπάνε κλπ- είναι πιο ταιριαστές μέσα σε αυτό το αισθητικό περιβάλλον και μερικές σκηνές δράσεις είναι λιγότερο απίστευτες, ενώ εντυπωσιακή δουλειά έχει γίνει και στο εικαστικό κομμάτι της ταινίας, με τα έντονα χρώματα να δίνουν τον τόνο, επηρεασμένα προφανώς και από την «καθαρή γραμμή» (ligne claire) των σχεδίων του Ερζέ, που ήταν γενικότερα επιδραστικά και εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα από την ποπ αρτ.

Όταν ο Ερζέ είδε τους «Κυνηγούς της Χαμένης Κιβωτού», είπε πως μόνο ο Σπίλμπεργκ θα μπορούσε να γυρίσει τον Τεντέν με τον τρόπο που του άξιζε. Ο Σπίλμπεργκ πάλι, διαβάζοντας σε μια κριτική για την ίδια ταινία τις αναλογίες που υπάρχουν ανάμεσα στους δύο ήρωες, πρωτομπήκε στον κόσμο του Τεντέν και ενθουσιάστηκε με ό,τι έβλεπε, μολονότι τα πρώτα τεύχη που έπεσαν στα χέρια του ήταν στα Γαλλικά. Οπότε η εκτίμηση ανάμεσα στους δύο δημιουργούς ήταν αμοιβαία, γεγονός όχι παράξενο δεδομένων των κοινών χαρακτηριστικών των ηρώων τους. Όταν γυρνούσε τον δεύτερο Ιντιάνα Τζόουνς, ο Σπίλμπεργκ σκόπευε να επισκεφτεί τον Ερζέ, μα τότε ακριβώς ο Ερζέ πέθανε. Η σύζυγός του έδωσε ωστόσο στον Σπίλμπεργκ τα δικαιώματα του έργου του και κοντά τριάντα χρόνια αργότερα, μετά από σειρά υπαναχωρήσεων και αναβολών, φτάσαμε επιτέλους στο να λάβει σάρκα και οστά το σχέδιο.

Αν και τεχνικά το περιβάλλον τού είναι νέο, ο Σπίλμπεργκ βρίσκεται κατά τ’ άλλα εντελώς στο περιβάλλον του, γνωρίζοντας τους κώδικες της περιπέτειας καλύτερα απ’ τον καθένα. Ελέγχει με την μπαγκέτα του τους ρυθμούς, ενώ ο Τζον Γουίλιαμς από δίπλα με τη δική του εξακολουθεί να κάνει αυτό που πάντα έκανε, να γράφει δηλαδή μουσικές που κλειδώνουν πάνω στις εικόνες του, κι είναι σαν να συναγωνίζονται ο ένας τον άλλον σε κέφι, μα κυρίως σε μαστοροσύνη, αφού έχουν σταμπάρει το κινηματογραφικό αυτό είδος. Η δράση εναλλάσσεται σε γενναίες ποσότητες στη θάλασσα, στον αέρα και στην ξηρά. Το καλύτερο σημείο όμως είναι όταν για λίγα λεπτά θα εναλλαχθεί ανάμεσα σε παρόν και παρελθόν, σε μια υπέροχη σκηνή παράλληλης δράσης, όπου όσα ανακαλεί στη μνήμη του ο Κάπτεν Χάντοκ για έναν πρόγονό του, αντιστοιχούν σε όσα συμβαίνουν την ώρα εκείνη στον ίδιον.

Ο Σπίλμπεργκ τοποθετεί συχνά τον Τεντέν στο κάτω μέρος του κάδρου, βάζοντάς τον να κοιτά κάπου ψηλά, σαν να αναζητά κάτι άυλο στον αέρα, σαν το πρόσωπό του να φωτίζεται από μια αφηρημένη ιδέα που τον κινεί ψυχικά: ένα μυστήριο, ένα μυστικό προς ανακάλυψη. Η περιπέτεια βρίσκει πάνω στο φωτισμένο πρόσωπο του Τεντέν λόγο ύπαρξης και κινητήριο μοχλό, δυστυχώς όμως η ταινία ρίχνει όλο της σχεδόν το βάρος στην δράση, με αποτέλεσμα οι συγκινήσεις της λύσης των μυστηρίων να περνούν σε εντελώς δευτερεύουσα μοίρα. Ακόμα και κάποια σημειώματα που κρύβουν αυτή τη λύση δεν ενδιαφέρουν τη ταινία ως φορείς της λύσης του γρίφου, αλλά χρησιμοποιούνται ως υλικά σώματα, ως κομμάτια χαρτί που σε μια οργασμικά χορογραφημένη σκηνή ανθολογίας αλλάζουν διαρκώς χέρια και ράμφη. Στο τέλος δε η λύση του μυστηρίου μοιάζει να μην έχει σημασία, καθώς ο Σπίλμπεργκ αγχώνεται να φωνάξει ότι θα επακολουθήσει σίκουελ, λες και υπήρχε περίπτωση να μην το πληροφορηθούμε όταν γυριστεί, λες και η ταινία που είδαμε δεν έχει σημασία, σημασία έχει η επόμενη.

Στα πρώτα λεπτά του έργου, όταν αρχίζει να γεννιέται η περιέργεια στον Τεντέν για ένα από τα μυστικά της ταινίας, γυρνάει στο σπίτι του, κάθεται στο γραφείο του και έχει μπροστά του το πληκτρολόγιό του. Πάνω από το πληκτρολόγιο δεν υπάρχει τίποτα. Κενό. Το πληκτρολόγιο είναι γραφομηχανής. Ο κόσμος του Τεντεν είναι ένας κόσμος πριν το ίντερνετ. Ο Τεντέν λέει μέσα στην καλή χαρά «Πάμε στο μέρος που μπορούμε να μάθουμε τα πάντα». Η γραφομηχανή δεν έχει οθόνη, ο Τεντέν δεν έχει να κοιτάξει μπροστά του, δεν έχει να γκουγκλάρει για να μάθει τα πάντα. Ένας ολόκληρος κόσμος που δεν υπάρχει ακόμα, εκεί, μπροστά στην άδεια από οθόνη γραφομηχανή του. Πηγαίνει λοιπόν σε μια μεγάλη βιβλιοθήκη και ψάχνει βιβλία και η πληροφορία βρίσκεται εκεί, σε μια σελίδα. Όσο γοητεία και να έκρυβε εκείνο το ψάξιμο, σου φαίνεται πια αφύσικος ένα κόσμος που όλη η πληροφορία δεν ήταν συγκεντρωμένη ανά πάσα στιγμή μπροστά στην οθόνη σου, ανά πάσα στιγμή μπροστά σου. Ο προδιαδικτυακός κόσμος ήταν εξ ορισμού πιο περιπετειώδης και πιο μυστηριώδης.