Στην «Επίθεση» ο Δρ Αμίν Ζααφαρί ζει μέσα στη σιγουριά που του δίνουν οι διάφορες ταυτότητές του: είναι ένας πολύ επιτυχημένος χειρουργός, είναι ένας σύζυγος που εξακολουθεί να είναι ερωτευμένος με τη γυναίκα του έπειτα από δεκαπέντε χρόνια γάμου, μια γυναίκα στην οποία έχει τυφλή εμπιστοσύνη, είναι ένας Παλαιστίνιος πλήρως ενσωματωμένος στην ισραηλινή κοινωνία, έχει κυριολεκτική ταυτότητα και πλήρη πολιτικά δικαιώματα, αλλά και απολαμβάνει όλα τα καλά που προσφέρει η ισραηλινή πολιτεία στους πολίτες της. Ζει σε μια καλή συνοικία του Τελ Αβίβ, έχει μαζέψει χρήματα για να πάρει πολυτελές εξοχικό και, το κυριότερο, γίνεται τώρα ο παραλήπτης ενός πολύ σημαντικού βραβείου για την προσφορά του στις επιστήμες. Στον ευχαριστήριο λόγο του λέει πως μικρός ένιωθε περίεργα για τους Ισραηλινούς, τους έβλεπε ως εχθρούς του, μέχρι που ήρθε η πρώτη υποτροφία, μέχρι που η ισραηλινή κοινωνία άνοιξε διάπλατα την αγκαλιά της και τον έκανε όχι απλά μέλος της, αλλά και σύμβολο επιτυχημένης ενσωμάτωσης. Η γυναίκα του δεν είναι δίπλα του στην τελετή. Έχει πάει να επισκεφτεί τον παππού της στη Ναζαρέτ. Τον παίρνει τηλέφωνο την ώρα που τον φωνάζουν να βραβευτεί. «Δεν μπορώ τώρα», της λέει, «θα μιλήσουμε μετά» και της το κλείνει.

Μετά, στη δουλειά του, ακούγεται μια έκρηξη από το βάθος της πόλης. Οι τραυματίες αρχίζουν να κατακλύζουν το νοσοκομείο του κι εκείνος να είναι από πάνω τους. Ένας βλέποντας το χρώμα του αρχίζει να φωνάζει: «Δε θέλω να με χειρουργήσει αυτός. Φέρτε μου άλλο γιατρό». Η επίθεση έγινε σε ένα εστιατόριο. Δεκαεπτά συνολικά νεκροί, εκ των οποίων τα έντεκα παιδιά. Γινόταν ένα παιδικό πάρτι μασκέ σε κάποιο από τα τραπέζια. Ο Αμίν σοκάρεται από την τύφλα των δραστών. Όταν τα ξημερώματα τον ξυπνήσουν και του ζητήσουν να επιστρέψει στο νοσοκομείο, το πρώτο σοκ είναι όταν βλέπει πως η γυναίκα του είναι ανάμεσα στους νεκρούς της επίθεσης και το δεύτερο όταν του λένε πως η γυναίκα του ήταν ο δράστης της επίθεσης.

Όλες οι ταυτότητες του καταρρέουν. Αρνείται κατηγορηματικά πως η γυναίκα του θα ήταν ποτέ ικανή για μια τέτοια ενέργεια. Αρνείται κατηγορηματικά πως τα τραύματα που γιάτρευε πριν από λίγες ώρες τα είχε προκαλέσει ο άνθρωπός του. Αρνείται κατηγορηματικά πως θα μπορούσε να του κρατά ένα τέτοιο μυστικό και να τον κοροϊδεύει ποιος ξέρει πόσο καιρό. Αν λένε αλήθεια, η γυναίκα του δεν έχει προδώσει μόνο την εμπιστοσύνη του, αλλά και τον τρόπο ζωής του, την ενσωμάτωσή του, είναι σαν να δηλώνει πως όλο αυτό που ζουν είναι λάθος και πως το σωστό είναι να δολοφονείς παιδιά για έναν ανώτερο σκοπό.

Η γυναίκα του ήταν στείρα. Στο γράμμα που του έρχεται ταχυδρομικά μερικές μέρες μετά την επίθεση του λέει πως δεν μπόρεσαν να κάνουν παιδιά, αλλά έπρεπε να κάνει κάτι για όλα αυτά τα παιδιά που μεγαλώνουν χωρίς πατρίδα. Ο Αμίν επιτέλους πείθεται πως αυτή ήταν ο δράστης. Έξω από το σπίτι του στον τοίχο γράφει «Παιδοκτόνοι».

Επιστρέφει στο γενέθλιο τόπο του, τη Ναμπλούς, για να βρει μια εξήγηση. Πηγαίνει εκεί όντας πεπεισμένος πως ό,τι έχει γίνει στο Τελ Αβίβ είναι σκέτη τρομοκρατία και ψάχνει να βρει ποιος παρέσυρε τη γυναίκα του σε αυτή την ψυχοπάθεια. Συζητώντας με ένα φίλο του Ισραηλινό ασφαλίτη, τον ρωτάει πώς γίνονται αυτοί οι άνθρωποι έτσι. «Ποιος ξέρει», του απαντάει εκείνος. Είτε τους καρφώνεται ξαφνικά μια έμμονη ιδέα είτε χτίζεται μέσα τους σταδιακά, το σίγουρο είναι πως άπαξ και αυτή σχηματιστεί, τότε ο τρόπος που βλέπουν τον κόσμο έχει αλλάξει και το μόνο που θέλουν είναι να έρθει η στιγμή να δράσουν.

Στη Ναμπλούς, ο Αμίν θα βρει την αδελφή του με την οποία μεγάλωσε μαζί, η οποία τον αγαπούσε και τον θαύμαζε πάντα, αλλά από την οποία ξέκοψε τελείως, έχοντας να τη δει πάνω από δέκα χρόνια, από την κηδεία του πατέρα τους. Ένας από τους κακούς, από τους πιθανούς ηθικούς αυτουργούς του τρομοκρατικού χτυπήματος, θα πει στον Αμίν πως ορφανός δεν είναι αυτός που δεν έχει πατέρα, αλλά αυτός που δεν ξέρει πια τις ρίζες του. Στη Ναμπλούς -πολύ ωραία κινηματογραφημένη από τον Λιβανέζο σκηνοθέτη Ζιάντ Ντουεϊρί, όπως ωραία κινηματογραφημένο είναι και το Τελ Αβίβ– ο Αμίν δε θα έρθει τόσο αντιμέτωπος με κάποια μεγάλη πολιτική αλήθεια σε αντιδιαστολή με το μεγάλο πολιτικό ψέμα που ζει, όσο κυρίως με το δικό του βολικό ψέμα. Που δεν είναι ακριβώς ψέμα, όσο στρουθοκαμηλισμός: αν ο Αμίν είχε γεννηθεί σε άλλη πατρίδα, τότε δε θα είχε καμία τέτοιου είδους εσωτερική σύγκρουση να αντιμετωπίσει. Θα διέπρεπε στη δουλειά του, θα απολάμβανε τους υλικούς και συμβολικούς καρπούς του, το καταφύγιο του ιδιωτικού του βίου δε θα έκρυβε τίποτα το αντιφατικό. Έχοντας την ατυχία να γεννηθεί Παλαιστίνιος, ο Αμίν -αν μη τι άλλο- αντιλαμβάνεται πως το να σκοτώνεις παιδιά μπορεί σε κάθε περίπτωση να είναι αποτρόπαιο, αλλά και πως δίπλα σε αυτήν την αναμφισβήτητη αλήθεια του Τελ Αβίβ, υπάρχει και η αναμφισβήτητη αλήθεια της ζωής στη Ναμπλούς.

Αν ο Αμίν αλλάζει δεν αλλάζει προσηλυτιζόμενος, αλλάζει με λίγη μεγαλύτερη αμφιβολία μέσα του. Αλλά και πιο μετέωρος από ποτέ, αφού πλέον δε χωράει ούτε στην αλήθεια του Τελ Αβίβ ούτε στην αλήθεια της Ναμπλούς.