Η Brick Lane είναι ένας δρόμος στο East End του Λονδίνου, η καρδιά της κοινότητας των μεταναστών από το Μπαγκλαντές γνωστή σε πολλούς ως Banglatown. Σε αυτή την περιοχή εγκαταστάθηκαν διαδοχικά κύματα μεταναστών από τον 17ο αιώνα. Η φτωχική περιοχή του ανατολικού Λονδίνου πριν γίνει της μόδας και την ανακαλύψουν οι επενδυτές και οι χίπστερς, ήταν κέντρο μεταναστών, Ιρλανδών, Εβραίων Ασκενάζι, ανειδίκευτων εργατών. Τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα οι μετανάστες από το Μπαγκλαντές κυριάρχησαν στην περιοχή, ήταν το πρώτο μέρος στο οποίο πατούσαν το πόδι τους μόλις έφταναν στην Αγγλία. Εκεί αναπτύχθηκε και η κουζίνα τους με τα περίφημα εστιατόρια που ονόμαζαν “Curry House”. Στο ντοκιμαντέρ του Channel4, πρωταγωνιστής και αφηγητής της ιστορίας των περίφημων αυτών εστιατορίων είναι ένας από τους πιο διάσημους χορευτές και χορογράφους του κόσμου, ο Άκραμ Καν που διηγείται λίγο ως πολύ τη δική του ιστορία σε ένα εξομολογητικό, προσωπικό σχεδόν ντοκιμαντέρ με τίτλο: “The Curry House Kid”.

Η ιστορία του ινδικού φαγητού στη Μ. Βρετανία και των ινδικού στιλ εστιατορίων της οποίας μέρος ήταν και ο ίδιος ο χορογράφος, είναι οδυνηρή όσο και η επιστροφή στην παιδική και εφηβική του ηλικία για την οποία έχει μιλήσει σπάνια. Επιστρέφει με γενναιότητα σε ένα παρελθόν από το οποίο έχει φύγει τρέχοντας. «Στον έξω κόσμο δε δείχνεις ποτέ ότι είσαι ευάλωτος ή ότι έχεις κάποια ευπάθεια ή πόνο. Απλά δεν μιλάς γι ‘αυτό», λέει ο Καν. Εξήντα επτά εστιατόρια “Curry House” υπήρχαν στην Brick Lane σε μια εποχή που άνθιζε ο ρατσισμός. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι σε αυτά ήταν θύματα φυλετικής κακοποίησης και ο Καν αναλαμβάνοντας τον ρόλο του παρουσιαστή μας ξεναγεί σε αυτή τη «βιομηχανία του κάρι». Ενώ υιοθετεί μια δημοσιογραφική προσέγγιση είναι φανερό ότι γι αυτόν είναι κάτι περισσότερο από μια ενδιαφέρουσα ιστορία, είναι ένα βιογραφικό ταξίδι στο παρελθόν του. Από την καταγωγή του, τις ρίζες και την παιδική του ηλικία ο Καν έχει αντλήσει τις κινήσεις και να αφηγηθεί χορογραφικά τις ιστορίες του.

Στο ντοκιμαντέρ στο οποίο δεσπόζει η εικόνα ενός ιδιότυπου «Μυστικού Δείπνου» ανασκάπτει βαθιά, μοιράζεται μερικά πολύ προσωπικά περιστατικά από τη ζωή του ως γιος μετανάστη, την προσπάθειά του να συνδυάσει τη δουλειά του ως σερβιτόρος, με το πάθος του για το χορό και τη βίαιη αντίδραση του πατέρα του.

Στη διαδρομή του στην παλιά του γειτονιά συναντά μερικούς από τους κατοίκους που εξακολουθούν να είναι μέλη της κοινότητας του Μπαγκλαντές σε αυτό το κομμάτι του Λονδίνου, όπως και τον Γουσάφ, που έκοβε κρεμμύδια στις κουζίνες σε ηλικία 11 ετών και εξακολουθεί να εργάζεται σήμερα, 40 χρόνια αργότερα, στο ίδιο μέρος. Ο Άκραμ Καν εξηγεί πως η ιστορία του δεν είναι ασυνήθιστη, ο μικρός είχε φτάσει με τον πατέρα του που πέθανε ένα μήνα αργότερα. Καθώς δε μιλούσε τη γλώσσα ο μόνος τρόπος να επιβιώσει ήταν να δουλέψει σε ένα εστιατόριο.

Ο Άκραμ Καν με ανοιχτό πνεύμα και ειλικρίνεια ξεπερνά τη νοσταλγία και μιλά για κάτι ρεαλιστικό, σχεδόν ωμό, ταυτόχρονα ποιητικό, αυτό που τον καθόρισε σαν χορευτή και χορογράφο. Μεγάλωσε σε ένα εστιατόριο που διηύθυνε ο πατέρας του και δούλευε σε αυτό ως έφηβος τη δεκαετία του ’90. Όταν το μαγαζί άδειαζε χόρευε και «δοκίμαζε πράγματα με τα πιάτα» και αυτό μας θυμίζει μια άλλη χορογράφο που μεγάλωσε στο λαϊκό εστιατόριο των γονιών της στο Βούπερταλ παίζοντας κάτω από τα τραπέζια και χαζεύοντας τα πόδια των θαμώνων, την Πίνα Μπάους. Το τραύμα του ακόμα και σήμερα είναι ανοιχτό. Το ομολογεί λέγοντας ότι έφυγε από εκείνη την πραγματικότητα τρέχοντας και ποτέ δεν κοίταξε πίσω του. Η δια βίου επιστροφή στην πολιτιστική κληρονομιά του, ένα ταξίδι που είναι γνωστό στους περισσότερους μετανάστες δεύτερης γενιάς είναι πολύ οδυνηρή, ανείπωτη. Ίσως αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το σώμα του έγινε η φωνή του.

«Όλη μου τη ζωή τρέχω να ξεφύγω από το Μπαγκλαντές, τρέχω μακριά από τον πατέρα μου», λέει στο ντοκιμαντέρ. Ο έφηβος Καν ήταν αφάνταστα θυμωμένος με τον ρατσισμό που βίωνε η οικογένειά του από τα «λευκά παλικάρια» που έμπαιναν στο μαγαζί, μεθυσμένοι μόνο και μόνο για να δημιουργήσουν φασαρίες. Η κακοποίηση του προσωπικού ήταν μέρος του πολιτισμού τους. Ο Καν είναι ακόμα θυμωμένος όταν θυμάται τον πατέρα του να τους υποδέχεται αυτούς τους ρατσιστές και να τους αποκαλεί «κυρίους» για να αποφύγει τις φασαρίες. «Η δουλειά μας ήταν να τους εξυπηρετήσουμε και να απορροφήσουμε όλα αυτά τα σκατά» λέει.

Ο Καν κατάφερε και απομάκρυνε τη ντροπή και το φόβο του ρατσισμού με το χορό. Θυμάται πώς έξυνε το δέρμα του επειδή ήθελε να είναι λευκός. Στο ντοκιμαντέρ, αν η συνάντηση με τη μητέρα του, την οποία περιγράφει ως «τον λόγο που χορεύω» είναι βαθιά συναισθηματική -«Όταν βλέπω τον Άκραμ να χορεύει αισθάνομαι τόσο χαρούμενη», λέει εκείνη με το χέρι στην καρδιά και δάκρυα στα μάτια-, η συνάντηση με τον πατέρα του είναι τεταμένη. Είναι το φινάλε αυτού του συγκινητικού γεμάτου τραύματα ντοκιμαντέρ, μοναδικά χορογραφημένου, το οποίο πήρε τις καλύτερες κριτικές. Είναι ένα παράδειγμα του πώς μπορεί να ανανεωθεί πλήρως το είδος, δημιουργώντας ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα που είναι στοχαστικό και απροσδόκητο.