Το θέμα είναι το εξής. Ο Τζάρμους και ο κάθε Τζάρμους δεν θα πάθει τίποτα στην τελική αποτίμηση του έργου του επειδή έκανε μια κακή ταινία. Για την ακρίβεια ισχύει μάλλον το αντίστροφο: αρκεί να κάνεις μια πραγματικά καλή ταινία και στο τέλος θα σε θυμούνται για αυτή. Ο Τζάρμους και ο κάθε Τζάρμους δεν θα κριθούν ούτε κατ’ ελάχιστο πιο αυστηρά από την κινηματογραφική ιστορία κι από τις αναμνήσεις των θεατών επειδή γύρισαν μία ή περισσότερες φόλες. Στο ποιος ήσουν ως καλλιτέχνης μετράει η φορά ή οι φορές που θα πετύχεις, όχι η φορά ή οι φορές που θα αποτύχεις. Ακόμη και μετά από το «Οι Νεκροί δεν Πεθαίνουν» λοιπόν ο Τζάρμους μένει εν τέλει στο μυαλό σου ανέπαφος. Θα στραβώσεις κατά τη διάρκεια της ταινίας, θα φύγεις απογοητευμένος ως και θυμωμένος στο τέλος της, σε λίγες μέρες αυτά θα έχουν υποχωρήσει, ο Τζάρμους θα παραμένει ο Τζάρμους. Όμως.

Όμως δυσκολεύεσαι να καταλήξεις αν είδες μια ταινία που απλά αστόχησε εντυπωσιακά ή αν -ακόμη χειρότερα- είδες μια ταινία που λίγο πολύ τους πέτυχε τους στόχους της. Γιατί αν συμβαίνει το δεύτερο και ο Τζιμ Τζάρμους ήθελε αφενός να κάνει την πλάκα του και αφετέρου να πει τη μεγαλόστομη παραβολή του, υπάρχουν ίσως πιο έντιμα οχήματα για κάτι τέτοιο από μια ταινία που προβάλλεται εμπορικά στους κινηματογράφους, έχοντας στην αφίσα της και στο πρόμο της εκτός από την υπογραφή του δημιουργού της και σωρεία σταρ. Εδώ μπορεί να ακουστεί η εξής ένσταση βέβαια: και ποιο είναι το κακό αν απλώς ήθελε να κάνει την πλάκα του και να πει τη μεγαλόστομη παραβολή του, πέραν των οικονομικών παραμέτρων αν σήμαινε κάτι ανεξάρτητος αμερικάνικος κινηματογράφος δεν σήμαινε και αυτήν την ελευθερία; Ναι, αλλά όταν κάνεις την πλάκα σου με ένα μάτσο σταρ και έχοντας χτίσει απολύτως δικαίως ένα τέτοιο όνομα στην πορεία των δεκαετιών, η πλάκα σου παύει να είναι ιδιωτική σου υπόθεση και υπόθεση της καλλιτεχνικής σου ελευθερίας, όταν -επαναλαμβάνω- γίνεται με το όχημα της ταινίας που προβάλλεται εμπορικά στους κινηματογράφους. Βάλε στην τελική μια σήμανση, προειδοποίησε τον θεατή ότι θα πάει να δει χαβαλέ και να ακούσει βαρύγδουπα τσιτάτα.

Σε επαρχιακή πουθενόπουλη των ΗΠΑ, εκεί που πρωτευουσιάνος θεωρείται όποιος έρχεται από το Κλίβελαντ ή το Πίτσμπουργκ, ο μεγαλύτερος κίνδυνος που έχει να αντιμετωπίσει ο τοπικός αστυνόμος (Μπιλ Μάρεϊ, που έπρεπε να έχει πάρει σύνταξη εδώ και δυο χρόνια, χαχαχα) και ο βοηθός του (Άνταμ Ντράιβερ, ως αστυνόμος Πίτερσον -και όχι Πάτερσον, χαχαχα) είναι ο «Μπομπ, ο Ερημίτης» που ζει μια ζωή στα δάση της περιοχής χωρίς να ενοχλεί στην πραγματικότητα κανέναν (Τομ Γουέιτς, με πολύ αστεία κουπ, χαχαχα), παρά μόνο τον τραμπικό ρατσιστή κτηνοτρόφο (Στιβ Μπουσέμι, με καπελάκι που λέει “Make America White Again“, χαχαχα). Συνεπεία ρηγματώσεων από την υπερεξόρυξη της γης και την κλιματική αλλαγή, η γη μετακινείται από τον άξονά της, ή εν πάση περιπτώσει γίνεται κάτι πάρα πολύ κακό και αρχίζει να τρελαίνεται η ώρα, νυχτώνει και ξημερώνει αλλοπρόσαλλα. Και το ακόμη πιο δυσοίωνο είναι ότι βγαίνουν οι νεκροί από τους τάφους τους και τώρα η συμπαθής πουθενούπολη έχει να αντιμετωπίσει στρατιές από ζόμπι.

 

Για να μην είμαι τελείως άδικος και ισοπεδωτικός, υπάρχουν κάποιες στιγμές στην ταινία που λειτουργούν και σου σχηματίζουν ένα χαμόγελο: Τα ζόμπι με τα φωτισμένα κινητά στη νύχτα που ζητάνε wifi – Ο Ίγκι Ποπ ως ζόμπιΟ Ίγκι Ποπ ως ζόμπι που ζητάει καφέ – Η μεταμοντερνιά με τον Άνταμ Ντράιβερ που γνωρίζει ότι είναι μέσα σε ταινία – Οι περισσότερες σκηνές της Τίλντα Σουίντον και κατεξοχήν ο τρόπος εξόδου της από την ταινία, αν και την ίδια ώρα που σου σχηματίζει το χαμόγελο, επιβεβαιώνει και το συνολικό ό,τι να ‘ναι που βρίσκεται πίσω από το όραμα του Τζάρμους για το «Οι Νεκροί δεν Πεθαίνουν».

Αλλά συνολικά η ταινία δεν λειτουργεί σε καμία των περιπτώσεων ούτε ως ταινία με ζόμπι, ούτε ως παρωδία των ταινιών με ζόμπι και πολύ -αλλά πολύ- περισσότερο ούτε ως αλληγορία βασισμένη στα ζόμπι. Και είναι εν τέλει εντελώς αχώνευτος ο συνδυασμός παρωδίας και αλληγορίας. Το να θες και πλάκα να κάνεις και τα φοβερά και τρομερά για την κενότητα των σύγχρονων ανθρώπων, τον καταναλωτισμό, τον υλισμό και την καταστροφή του περιβάλλοντος να πεις, δεν κολλάει στη θεωρία και κυρίως δεν κολλάει στην πράξη, στην ανέμπνευστη εκτέλεση, στα κρύα καλαμπούρια και το δάκτυλο σηκωμένο από τον άμβωνα. Και όλα αυτά κάνοντας ταινία με ζόμπι στην οποία δεν τρομάζεις δευτερόλεπτο.

Φέιλ, στην καλή εκδοχή – σχεδόν εξαπάτηση του κοινού, στην κακή εκδοχή.