Μουμπάι, 2006. Πρωτογνωρίζουμε τον ήρωα στα 24 χρόνια του. Στα μισά ακριβώς της ταινίας θα κάνουμε ένα άλμα στον χρόνο και θα τον βρούμε στα 36 του. Θα μεσολαβήσουν σποραδικά φλας μπακ απ΄όταν ήταν παιδί, μια σκηνή με ένα αντισυμβατικό αφηγηματικά φλας μπακ από τα 36 πάλι στα 24, για να οδηγηθούμε στο τέλος λίγα χρόνια μετά τα 36 του. Παρ’ όλα τα μπρος πίσω στον χρόνο, το “Τhe Disciple” δεν είναι μια ιστορία γεμάτη επεισόδια και ανατροπές, δεν είναι μια ιστορία που στηρίζεται στον πλούτο της πλοκής της, καταγράφει αντίθετα μια ευθύγραμμη πορεία, το προσωπικό και εναγώνιο ταξίδι του πρωταγωνιστή στην αναζήτηση της τελειοποίησής του στην τέχνη την οποία ασκεί και μαζί της καταξίωσής του στην τέχνη την οποία ασκεί.  

Από την πρώτη σκηνή, που δίνει και τον οπτικό και ρυθμικό τόνο της ταινίας, έναν οπτικό και ρυθμικό τόνο που θα ακολουθήσει απαρασάλευτα σχεδόν ως το τέλος της, βυθιζόμαστε υπνωτιστικά σε αυτό το άγνωστο ως πολύ άγνωστο στη Δύση μουσικό είδος, της παραδοσιακής ινδικής μουσικής, όπου οι τραγουδιστές καθισμένοι οκλαδόν και συνοδεία ελαχίστων οργάνων επιδίδονται σε εν μέρει αυτοσχεδιαστικούς λαρυγγισμούς, σαν να εκπνέουν τραγουδιστά, σαν να αναστενάζουν τραγουδιστά, σαν να υμνούν τραγουδιστά ύμνους που δεν αποτελούνται από λέξεις, νοήματα και γλώσσα, αλλά μόνο από φωνήεντα, μόνο από ήχους, μόνο από εξωτερίκευση ενός εσωτερικού κόσμου που προσπαθεί να συντονιστεί με τον έξω κόσμο, με τον κόσμο των ακροατών της μουσικής, ή και όχι μόνο των ακροατών, με όλον τον κόσμο, με όλον τον κόσμο που φαίνεται και όλον τον κόσμο που δεν φαίνεται, σαν όλος ο κόσμος να αποκαλύπτεται και να ερμηνεύεται δια των μη λεκτικών αυτών ψαλμωδιών.

Στις πάνω από δύο ώρες που διαρκεί το “Τhe Disciple”, θα μάθουμε μάλλον λίγα πράγματα για τον χαρακτήρα του ήρωα έξω από τη σχέση του με αυτήν τη μουσική. Γιατί είναι δοσμένος ολοκληρωτικά σε αυτή τη σχέση. Δεν πολυυπάρχει ο εαυτός του ήρωα έξω από τη σχέση του με τη μουσική. Είναι όλη η ζωή του αυτή η αναζήτηση. Είναι -όπως λέει και ο τίτλος- ένας απόστολος. Απόστολος του γηραιού δασκάλου του, που με τη σειρά του είναι απόστολος της δικής του δασκάλας, ηχογραφημένες λαθραία διαλέξεις της οποίας ακούει στα ακουστικά ο ήρωας τα βράδια που διασχίζει με το μηχανάκι του μόνος την πόλη. Ακούει τη δασκάλα του δασκάλου του να περιγράφει την τέχνη τους ως ένα μακρύ, επίμονο και επίπονο ταξίδι του ερμηνευτή προς τα μέσα του. Ως μια εντελώς μοναχική και εντελώς εσωτερική διαδρομή.

Και ο ήρωας αφιερώνει όντως τα νιάτα του σε αυτό το μακρόσυρτο μυητικό ταξίδι προς την κατάκτηση της εσωτερικής του αλήθειας και μαζί προς την κατάκτηση της τέχνης του. Ταυτόχρονα όμως τον τρώει η ματαιοδοξία. Είναι άραγε αυτό, είναι άραγε η αγωνία του να διακριθεί που τον εμποδίζει να φτάσει στην καταξίωση και την κορύφωση, ή απλά όσο και να αγαπάς κάτι, όσο και να εντρυφείς σε κάτι, όσο και να δουλεύεις ατέλειωτα πάνω σε κάτι, αν δεν έχεις ταλέντο δεν μπορείς ποτέ να ξεπεράσεις το επίπεδο της χρυσής μετριότητας;

Υπάρχουν ειδών και ειδών ματαιοδοξίες. Υπάρχει η ματαιοδοξία να γίνεις ποπ σταρ, να αποκτήσεις φήμη και χρήματα μέσα από ένα τηλεοπτικό μουσικό σόου, ξεπουλώντας αυτό που είσαι μουσικά ή εν πάση περιπτώσει αλλοιώνοντάς το τόσο πολύ, ώστε παύει να είναι αυτό που ήταν. Και υπάρχει και η ματαιοδοξία του ασκητή. Κανείς δεν μπορεί να ξεπεράσει σε ματαιοδοξία έναν ασκητή. Το καθαρό, το άσπιλο, το παραδοσιακό. Δίνω τον προσωπικό εσωτερικό μου αγώνα, μέσα από τον πιο άσπιλο, τον πιο καθαρό, τον πιο αγνό, τον πιο παραδοσιακό δρόμο. Θα γίνω γνωστός ως κορυφαίος έστω για τους ψαγμένους, έστω για τους επαΐοντες. Η ματαιοδοξία του εστέτ.

Κι ύστερα θα έρθει εκείνος που θα γκρεμίσει τα είδωλά σου, εκείνος που θα σου πει τα μυστικά τους, εκείνος που θα τα κακολογήσει, εκείνος που θα φέρει την πραγματικότητα απέναντι στην εξιδανίκευση. Και πολλές φορές μέρος της πραγματικότητας είναι και η δυσφήμιση. Ή η διαφορετική οπτική γωνία. Εσύ τους βλέπεις απαλλαγμένους από ελαττώματα, εκείνος εστιάζει το βλέμμα του και προτιμά να μιλήσει ειδικά για τα ελαττώματά τους.

Κάθε μικρόκοσμος, κάθε πεδίο εξειδικευμένης γνώσης, κάθε πεδίο εμβάθυνσης, από την παραδοσιακή ινδική μουσική ως ό,τι θέλει να σκεφτεί ο καθένας, είναι συναρπαστικό. Είναι αφάνταστος πλούτος να γνωρίζεις κάτι σε βάθος. Είτε ως παραγωγός του, είτε ως σχολιαστής του, είτε ως απλός θαυμαστής του. Όλες οι κατηγορίες μέτοχοι τελικά του ίδιου πλούτου είναι. Είναι ωραίο να μην μένεις στην επιφάνεια και στο πασάλειμμα, είναι συναρπαστικό να έχεις εντρυφήσει και σκάψει, είναι συναρπαστικό να υπάρχει ένας τομέας του επιστητού που τον κατέχεις, τον γνωρίζεις, ξέρεις πράγματα για αυτόν, ξέρεις τους πρωταγωνιστές του, τους δευτεραγωνιστές του και τους κομπάρσους του, ξέρεις την ιστορία του, ξέρεις τις πτυχές του κι εκδοχές του, ξέρεις. Ο πρωταγωνιστής ήξερε. Δεν ξέρουμε εμείς πόσο ένιωθε εκτός απ’ το να ξέρει. Πόσο μπορείς να σπουδάσεις το συναίσθημα; Από την άλλη μπορείς να μείνεις στον ίδιο χώρο, απαλλαγμένος από τη ματαιοδοξία και ελεύθερος να τον υπηρετήσεις με τρόπους πιο ουσιαστικούς και αποτελεσματικούς

Στο ¨Ιnside Llewyn Davis” ο Λιούιν Ντέιβις τραγουδά και αγωνίζεται και τραγουδά και είναι παραπάνω από μέτριος, είναι καλός. Αλλά στο τέλος εμφανίζεται ο Ντίλαν. Που δεν είναι απλά καλός. Στο “Disciple”, σε ένα βαγόνι του μετρό, με τις μπλε χειρολαβές να φωτίζουν το κάδρο, ένας ζητιάνος θα αρχίσει να τραγουδά ένα παραδοσιακό τραγούδι. Μπορεί να το έχει ήδη πει άλλες τριάντα φορές μέσα στη μέρα, μπορεί να το πει άλλες τριάντα μετά. Μπορεί από βαγόνι σε βαγόνι να επαναλαμβάνει το ίδιο τραγούδι για λίγα κέρματα. Παρ’ όλη όμως τη διαρκή επανάληψη, παρά τη χρησιμοθηρική και ίσως ποταπή λειτουργία του τραγουδιού ως οχήματος ζητιανιάς, το λέει μέσα από την καρδιά του. Το λέει με συναίσθημα. Το λέει και το χαίρεται, το λέει και το πονάει. Ή απλά έχει ταλέντο, ή απλά έχει και φωνή και συναίσθημα. Και ας μην έχει σκάψει τον εαυτό του δεκαετίες. Κι ας μην είναι ασκητής, ας είναι επαίτης. Ή απλά μπορεί να θέλει να πει κάτι άλλο ο σκηνοθέτης. Όταν κάποιοι ήχοι κι ένας κόσμος μας είναι ανοίκειος, πώς ακριβώς μπορούμε να ξεχωρίσουμε τι είναι ωραίο και τι όχι; Με το μυαλό μας που προσπαθεί να ανιχνεύσει νοήματα; Με το αυτί μας που οδηγεί στην καρδιά και προσπαθεί να πατήσει σε συναισθήματα;

Η προηγούμενη και πρώτη ταινία του Τσαϊτάνια Ταμάν, το εξαιρετικό «Δικαστήριο», προβλήθηκε πριν μερικά χρόνια στους κινηματογράφους. Το “The Disciple” με βραβεύσεις στο φεστιβάλ της Βενετίας, με τον Αλφόνσο Κουαρόν να είναι executive producer και να συνεργάζεται ουσιωδώς με τον Ταμάν στην ταινία, με προβολή που μόλις ξεκίνησε μέσω Netflix γιατί το χτύπησε κι αυτό η πανδημία και τα κλειστά σινεμά, είναι μια ταινία που ακόμα και αν δεν σε κερδίσει ο ήρωάς της, ακόμα κι αν σου μείνει παγερός, κρύος και ξένος, ακόμα και αν ο ήρωάς της σε πετάξει έξω, δεν θα σε πετάξει έξω ο κόσμος της, η μουσική της, το ταξίδι της, η μυσταγωγία του κόσμου της, η μυσταγωγία της μουσικής της, η μυσταγωγία του ταξιδιού της.