«Όταν βλέπεις ένα φάντασμα το μυαλό σου σχίζεται στα δύο. H μια πλευρά του αρνείται αυτό που βλέπεις, επειδή δεν συμβαδίζει με την ιδέα που έχουμε για την πραγματικότητα, ενώ η άλλη ουρλιάζει: «Μα είναι αληθινό!». Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή, είναι η ίδια η πραγματικότητα που καταρρέει και αναδιαμορφώνεται με έναν τρόπο που στην πορεία θα διαπιστώσεις ότι σε έχει αλλάξει βαθύτατα». Όταν η Iben Hjejle (η φίλη του Τζών Κιούζακ στο «High Fidelity»), διαβάζει αυτό το απόσπασμα από το βιβλίο της σε λογοτεχνικό φεστιβάλ, στην μια άκρη της αίθουσας την παρακολουθεί ημικαψουρεμένος ο Ciarán Hinds (της Ρώμης, του Μονάχου και άλλων ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων), που είναι χήρος, και στην άλλη άκρη ο μισοκαψουρεμένος Άινταν Κουίν (προφέρεται εύκολα και τον γράφω στα ελληνικά), που είναι χοίρος, γουρούνι κανονικό δηλαδή, ένας πολύ πετυχημένος συγγραφέας και σταρ του φεστιβάλ μεν, ντιπ κομπλεξικός με την επιτυχία του δε, που ο μόνος λόγος που θα αφήσει ένα ποτήρι είναι για να πιάσει το επόμενο, που ο μόνος λόγος που θα αφήσει μια γυναίκα είναι για να την πέσει την επόμενη, που ο μόνος λόγος που θα αφήσει ένα ψέμμα είναι για να πιαστεί απ’ το επόμενο (θεωρώντας εσφαλμένα ότι τα ψέμματα αποτελούν αποτελεσματικότερο πολιορκητικό κριό από την αλήθεια).

Το φεστιβάλ λαμβάνει χώρα σε γραφική παραθαλάσσια πόλη της Ιρλανδίας, η οποία συντελεί τα μέγιστα στην ατμόσφαιρα της ταινίας. Ο ιρλανδικός ουρανός είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να βρέξει, με τον ήλιο να κάνει σποραδικές γκεστ εμφανίσεις, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα φαντάσματα του έργου. Η ταινία προσφέρει πάντως τις πιο όμορφες εικόνες της αιχμαλωτίζοντας το χρώμα του ουρανού στο μεταίχμιο μέρας και νύχτας, ελάχιστη ώρα πριν δύσει και μόλις έχει αρχίσει να χαράζει. Προσφέρει επίσης μια εντελώς απροσδόκητη τροφή για σκέψη όταν σε μια σκηνή σε βενζινάδικο βλέπουμε πως η βενζίνη έχει 1.26 το λίτρο. Γυρίστηκε αρχές του 2009, όταν εμάς θα μας φαινόταν εξωφρενική η τιμή. Τέλη του 2010 που την βλέπουμε μάς φαίνεται πάμφτηνη.

Τι είδους ταινία είναι όμως η «Ολική Έκλειψη»; Φιλοδοξώντας ίσως να παίξει σε πολλά ταμπλό μαζί, φιλοδοξώντας να είναι μια ταινία που έχει φαντάσματα στην καρδιά της, χωρίς να είναι μια κλασική ταινία για φαντάσματα, αλλά μια σοβαρή ταινία που σοβαρά τα χρησιμοποιεί, φιλοδοξώντας να είναι μια ταινία που χρησιμοποιεί τα είδη για να τα υπερβεί συνθετικά, καταλήγει να είναι λίγο απ΄όλα, λίγο φεστιβαλικό κρασί, λίγη ιρλανδική θάλασσα και το διαφιλονικούμενο μεγαλοκορίτσι μου. Έχει αρετές, έχει στυλ και ατμόσφαιρα, οι ηθοποιοί της εκπέμπουν θέρμη, η φωτογραφία είναι ώρες ώρες υποβλητική, τα κάδρα προσεκτικά στημένα, η μουσική εξαιρετική, αλλά όλα αυτά δεν αρκούν για να την πεις κάτι περισσότερο από συμπαθητική. Υπάρχουν πετυχημένες ταινίες που επιδιώκουν λίγα και αυτά τα λίγα τα παραδίδουν, και υπάρχουν λιγότερο πετυχημένες ταινίες -όπως η εν λόγω- που στοχεύουν ψηλά, επ ουδενί δεν φτάνουν εκεί που ήθελαν, αλλά παρά ταύτα η ψηλή τους στόχευση τους επιτρέπει να βρεθούν σε ένα αξιοπρεπές ύψος.

Το τελικό φάντασμα της ταινίας δεν είναι τρομακτικό, είναι βγαλμένο λες απ’ το «Solaris». Μη τρομακτικά θα εμφανιστεί και το αρχικό. Ενδιάμεσα όμως έχουμε ελάχιστες ακόμη εμφανίσεις, που πραγματικά παγώνουν το αίμα. Ίσως επειδή η ταινία δεν είναι αμιγώς τρόμου και δεν είσαι εκπαιδευμένος να τις περιμένεις και σιγουρα επειδή είναι επιδέξια γυρισμένες σε τρομάζουν εντελώς αποτελεσματικά. Τα τινάγματα των ταινιών τρόμου μαζί με τα γέλια στην κωμωδία αποτελούν τις πιο σωματικές αντιδράσεις που μπορεί να προξενήσει ο κινηματογράφος στον θεατή (μιλώντας βέβαια πάντα για σινεμά και αφήνοντας τα πορνό εκτός κουβέντας). Αυτή η ακαριαία μετάβαση από την ηρεμία ή την αγωνία σε ένα καθεστώς άμεσου τρόμου, είναι σαν να σου καθαρίζει το αίμα. Ο εγκέφαλος λαμβάνει ένα οπτικό σήμα που καθόλου δεν του αρέσει, θυμάται γονιδιακά ένας θεός ξέρει τι, και εκκρίνει αστραπιαία όλες τις πληροφορίες για να σε ενεργοποιήσουν: πρόσεχε κύριος, δεν μου αρέσει καθόλου αυτό που είδα, έχε το νου σου.

Ευτυχώς είναι μόνο σινεμά. Την τρομακτική σκηνή θα διαδεχθεί άλλη, μη τρομακτική. Ό,τι διαδραματίζεται εκεί δεν μπορεί να βγει από εκεί και να σε πειράξει. Έξω από το σινεμά η βενζίνη κοντεύει το 1,55. Πότε έφτασε εκεί; Πού θα φτάσει; Πότε πρόλαβε και μπήκε και η Ιρλανδία στο δικό της μνημόνιο; Σεπτέμβρη δεν ήταν που ο Μπόνο μας έλεγε πόσο μοιάζουμε Έλληνες και Ιρλανδοί, το έλεγε ωστόσο σαν να μιλούσε για μια χώρα που βρισκόταν σε άλλη μοίρα από τη δική μας; Σε αντίθεση με τα τινάγματα των ταινιών τρόμου όπου το σήμα που λαμβάνει ο εγκέφαλος είναι ξεκάθαρο, το σήμα που λαμβάνει από τους κυβερνώντες και τα μίντια είναι μπερδεμένο, με αποτέλεσμα να μην ξέρει αν πρέπει να σε προειδοποιήσει. Δεν βλέπει κανένα τέρας αλλά ανθρώπους που λειτουργούν στο όνομά σου, για το καλό σου, ή για την ακρίβεια για το μικρότερο μεταξύ δύο κακών, με το μέγεθος του μικρότερου κακού ολοένα και να μεγαλώνει, μέχρι να μην απομείνει στη σύγκριση κανένα νόημα, παρά μόνο το ειρωνικό.