Μόλις πρόσφατα έμαθα ότι τα βρέφη φτάνοντας περίπου στον ένα χρόνο ζωής συνειδητοποιούν ότι δεν αποτελούν ένα άρρηκτο σύνολο με την μητέρα τους, ότι είναι αυτόνομες υπάρξεις που πρέπει να τα βγάλουν πέρα μόνες τους, και βιώνουν την πρώτη τους μεγάλη θλίψη. Τον πρώτο μικρό θάνατο, θα έλεγα εγώ, τον θάνατο μιας βεβαιότητας η οποία για δώδεκα μήνες τους εξασφαλίζει την ηρεμία που είναι προφανώς απαραίτητη προκειμένου να υπάρξουν, να αναπτυχθούν. Κι έτσι με αυτόν τον πρώτο θάνατο, κι από μικρό θάνατο σε άλλο μικρό θάνατο – της αθωότητας και της ασφάλειας της παιδικής ηλικίας που χάνεται, των νιάτων και της ικμάδας του σώματος που περνάνε, των ευκαιριών που έμειναν ανεκμετάλλευτες, των ερώτων και των φίλων που έφυγαν- φτάνουμε στον έναν, τον μεγάλο, τον πιο τρομακτικό ίσως θάνατο, τον τελεσίδικο.

Αυτός νομίζω ότι είναι και ο πυρήνας της συλλογής Δημήτρη Δασκαλόπουλου «The human condition», όπως συνηθίζει να λέει ο ίδιος, αλλά και οι μελετητές της συλλογής του. Οι λύπες και οι μικροχαρές της ζωής, η ύπαρξη. Αυτός είναι και ο πυρήνας της έκθεσης «From Death to Death and Other Small Tales: Αριστουργήματα από τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης Μοντέρνας Τέχνης της Σκωτίας και της Συλλογής Δ. Δασκαλόπουλου», που εγκαινιάστηκε πριν λίγο καιρό στο Εδιμβούργο. Πάνω από 120 έργα –μισά από την μία συλλογή και μισά από την άλλη- συνομιλούν γι’ αυτούς τους μικροθανάτους, με διαφορετικό τρόπο το καθένα∙ με σοβαρότητα ή χιούμορ, με σουρεαλισμό ή με αφαίρεση, επιθετικά ή με νύξεις, διηγούνται την πορεία της ζωής του ανθρώπου, τις καταστάσεις στις οποίες βρίσκεται ηθελημένα ή άθελά της η ύπαρξη, στις αναπόδραστες μικρές οδύσσειες.

Η έκθεση «From Death to Death and Other Small Tales» είναι συγκινητική. Πρωτίστως γιατί αντιμετωπίζει τον άνθρωπο με συμπάθεια παρότι δεν παραβλέπει τα κατώτερα ένστικτα. Τα έργα έχουν επιλεγεί αλλά και έχουν παρουσιαστεί από τους επιμελητές Keith Hartley και Lucy Askew της Σκοτσέζικης πινακοθήκης έτσι ώστε να αναδεικνύονται οι εσωτερικές αντιφάσεις του ανθρώπου, αλλά χωρίς απολύτως καμία δηκτική διάθεση. Όπως για παράδειγμα στην αίθουσα που είναι αφιερωμένη στην γυναικεία υπόσταση και αποτελεί μια από τις πιο δυνατές στιγμές της έκθεσης, μέσα από συγκλίσεις αλλά και διαφοροποιήσεις, και κυρίως αδιαφορώντας για την ομορφιά και φλερτάροντας με το γκροτέσκο, τα έργα των Otto Ntix («Nude Girl on a Fur»), Baltus («Getting Up»), Pablo Picasso («Seated Nude»), και Sarah Lucas («Bunny Get snookered #10»), παρουσιάζουν το γνωστό δίπολο γυναίκα – ιερό σώμα – ζωοδότις από την μία και γυναίκα-σώμα ηδονών από την άλλη, τη γνωστή προαιώνια αντίφαση που κατατρέχει την κοινωνία μας. Μια άλλη αντιδιαστολή που δεν περνά απαρατήρητη είναι ότι η έκθεση ξεκινά με το έργο του Rene Magritte «La Representation» που απεικονίζει την κοιλιά και το εφηβαίο μιας γυναίκας, την αρχή της ζωής, ενώ η περιήγηση στον ίδιο όροφο κλείνει με μια εγκατάσταση της Marina Abramovic («Cleaning the Mirror») η οποία παρουσιάζεται σε μια κόχη που θυμίζει κενοτάφιο και μιλά για την αποδοχή του θανάτου, την προσπάθεια συμφιλίωσης με αυτόν.

Ανάμεσα στα έργα της έκθεσης, αυτά που νομίζω ότι ξεχωρίζουν είναι μερικά λεπταίσθητα αλλά σκληρά σχέδια της Tracey Emin από την σειρά «Family Suite» του 1994 που μιλούν για τις περίεργες ισορροπίες των οικογενειακών σχέσεων, το άτιτλο έργο του Robert Gober που μιλά για την συνύπαρξη και των δύο φύλων στον οργανισμό συνεχίζοντας τον διάλογο για τις σεξουαλικές προτιμήσεις, η αυτοπροσωπογραφία της Helen Chadwick που δεν είναι τίποτα άλλο από την φωτογραφία ενός ανθρώπινου εγκεφάλου που δυο γυναικεία χέρια κρατούν με προσοχή (μοιάζει ότι οι πιο μύχιες σκέψεις βγαίνουν στο φως, μια αβάσταχτη έκθεση του εγώ), το βίντεο του Paul McCarthy «Private Party» που σχολιάζει το στερεότυπο του ανδρισμού και επιτίθεται στις παραδοσιακές οικογενειακές αξίες καθώς και στα ταμπού γύρω από το σεξ, και η τεράστια εγκατάσταση του Ernesto Neto «It Happens When the body is Anatomy of Time» που μοιάζει σαν μια μεγεθυμένη τομή στο ανθρώπινο σώμα η οποία επιτρέπει στον θεατή να εισέλθει σ’ αυτό και να το εξερευνήσει.

Το ότι η συλλογή Δημήτρη Δασκαλόπουλου είναι πολύ σημαντική είναι γνωστό, απλώς αποδεικνύεται για άλλη μια φορά. Μπορεί να συνθέσει εξαιρετικές εκθέσεις από μόνη της –με τα έργα που περιλαμβάνει- όπως συνέβη στο μουσείο Guggenheim του Μπιλμπάο πριν από δύο περίπου χρόνια ή να εμπνεύσει τον διάλογο με άλλα έργα όπως στην έκθεση που παρουσιάζεται τώρα στην Εθνική Πινακοθήκη Μοντέρνας Τέχνης της Σκωτίας. Το μεγάλο ερωτηματικό μέχρι τώρα ήταν πότε θα αρχίσει να εκτίθεται συστηματικά και στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τα όσα είχε εξαγγείλει ο συλλέκτης, επρόκειτο να δημιουργηθεί ένας ειδικός χώρος για την στέγασή της. Δυστυχώς όμως τα σχέδιά του άλλαξαν και θέλει τώρα να προβάλλεται και να παρουσιάζεται η συλλογή μέσω άλλων ελληνικών φορέων. Και λέω δυστυχώς γιατί θεωρώ ότι η δημιουργία δικού του χώρου θα εξασφάλιζε και την καλύτερη παρουσίαση της συλλογής αλλά και θα τοποθετούσε την ευθύνη των ευρύτερων επιλογών και του προγράμματος σε συγκεκριμένες πλάτες. Επίσης, πιστεύω ότι η παρουσίαση έργων της συλλογής μέσα από άλλους φορείς θα έχει αποσπασματικό χαρακτήρα που δεν θα διασφαλίζει την καλύτερη δυνατή προβολή του σκεπτικού της δημιουργίας της. Τέλος, θα δημιουργήσει περίεργες ισορροπίες στον χώρο της τέχνης, αφού με την δύναμη που έχει η ίδια η συλλογή αλλά και ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, εντέλει –ακόμα και άθελά του- θα γίνει ένας εξωθεσμικός ρυθμιστικός παράγοντας, σε μια περίοδο που όλοι διαπιστώνουν την ανάγκη ύπαρξης ισχυρών και αδιάβλητων θεσμών. Προσωπικά θα επιθυμούσα ή την δημιουργία ενός ανεξάρτητου χώρου όπως είπα και πιο πάνω ή μια παραχώρηση της συλλογής για ικανό διάστημα στο ΕΜΣΤ. Φυσικά, μπορεί να κάνω αναίτια την Κασσάνδρα και στην πράξη τα πράγματα να λειτουργήσουν διαφορετικά. Τον Ιούνιο ο κύριος Δασκαλόπουλος και η μη κερδοσκοπική εταιρεία Δήμεργον, η οποία χειρίζεται την συλλογή, θα εξαγγείλουν τις πρώτες δραστηριότητες στον ελληνικό χώρο. Ας ελπίσουμε για το καλύτερο.

«From Death to Death and Other Small Tales: Αριστουργήματα από τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης Μοντέρνας Τέχνης της Σκωτίας και της Συλλογής Δ. Δασκαλόπουλου», Modern One (Scottish National Gallery of Modern Art) Εδιμβούργο έως 8 Σεπτεμβρίου 2013.

Φωτογραφία: Helen Chadwick 1953-1996, Self Portrait, 1991
Photographic transparency, glass, aluminium frame and electric lights, 50.9 x 44.6 x 11.8, Scottish National Gallery of Modern Art, gift of the Contemporary Art Society through a grant from the Henry Moore Foundation 1996.