15 Μαρτίου. Αι ειδοί του Μαρτίου. 15 Μαρτίου 44 π.Χ. Η μέρα μιας από τις ιστορικότερες προδοσίες. Ο Ιούλιος Καίσαρ δολοφονείται. Πολλούς αιώνες αργότερα ο Σαίξπηρ, βασισμένος στον Πλούταρχο, βάζει να του το προφητεύουν: «Φοβού τας ειδούς του Μαρτίου». Λίγους αιώνες μετά ο Καβάφης εμπνέεται κι αυτός και γράφει το «Μάρτιαι Ειδοί». Και πολύ πιο πρόσφατα ο Τζορτζ Κλούνεϊ βαφτίζει την ταινία του με αυτόν τον τίτλο, προϊδεάζοντας έτσι για το κεντρικό της θέμα όσους ήδη ήξεραν τι σημαίνει κι όσους το γκουγκλάρισαν (δεν θα πω σε ποιά από τις δυο κατηγορίες ανήκω, αρνούμαι να ενοχοποιήσω τον εαυτό μου). Προδοσίες λοιπόν. Ένας υποψήφιος των Δημοκρατικών στην τελική ευθεία για το χρίσμα (ο Κλούνεϊ), ο επικεφαλής της καμπάνιας του (ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν), ο βοηθός του (ο Ράιαν Γκόσλινγκ), μια νεαρή εθελόντρια στην καμπάνια (η Έβαν Ρέιτσελ Γουντ), ο επικεφαλής της καμπάνιας του ανθυποψηφίου (ο Πολ Τζιαμάτι), μια δημοσιογράφος (η Μαρίσα Τομέι) κι ένας εκτός μάχης υποψήφιος που έχει όμως προλάβει να συγκεντρώσει ένα κρίσιμο για την τελική έκβαση του χρίσματος αριθμό εκλεκτόρων (ο Τζέφρι Ράιτ). Ποιός θα προδώσει ποιόν και γιατί; Spin doctors. Επαγγελματίες μανιπουλαριστές. Μπορούν να διαβάσουν εκτός από τα πλήθη και συγκεκριμένους ανθρώπους, μπορούν να διαβάσουν εκτός από συλλογικές ελπίδες και φόβους που μετατρέπονται σε ψήφους και ατομικές ελπίδες και φόβους που μετατρέπονται σε πράξεις; Ο Κλούνεϊ λέει ότι βρίσκονταν στις τελικές ετοιμασίες για να γυρίσουν την ταινία μόλις είχε εκλεγεί ο Ομπάμα, αλλά το μετάνιωσαν κρίνοντας πως θα ήταν κρίμα εκείνη την εποχή να βγάλουν τόσο κυνισμό φόρα παρτίδα. Έτσι περίμεναν. Αλλά δεν χρειάστηκε να περιμένουν και τόσο πολύ. Ή ο Ομπάμα τους απογοήτευσε πολύ γρήγορα ή αν αντιστρέψεις τον κυνισμό είχαν μια ταινία να γυρίσουν κι αρκετά το είχαν αναβάλει.

Γιατί δεν μου άρεσε η ταινία: – Επειδή βλέποντας την σκεφτόμουν ότι κάθε σαραντάλεπτο επεισόδιο του «West Wing» έχει πολύ περισσότερη πολιτική (αλλά και πολύ περισσότερη πολιτική ένταση) μέσα του. Εκεί σου έδειχνε ότι πρώτη ύλη της πολιτικής δεν είναι οι μεγάλες προδοσίες, αλλά οι διαρκείς μεγαλύτεροι ή μικρότεροι συμβιβασμοί, το «δίνω αυτό για να πάρω εκείνο», το «προτάσσω το ένα εις βάρος του άλλου». Και παραταύτα η εν μέρει μυθοποιητική του αλήθεια έμοιαζε κοντύτερα στην αληθινή αλήθεια από την απομυθοποιητική αλήθεια της ταινίας (ίσως γιατί η ταινία έρχεται να απομυθοποιήσει και δη κοινότοπα το ήδη απομυθοποιημένο). – Επειδή βλέποντάς την στο μυαλό μου ήρθε συμπτωματικά ή μη πάλι ο Άαρον Σόρκιν (δημιουργός του “West Wing”) και σκεφτόμουν πόσο πιο συναρπαστική θα ήταν μια ταινία με την ίδια θεματολογία, αν το σενάριο το είχε γράψει ο Σόρκιν και η σκηνοθεσία ήταν του Ντέιβιντ Φίντσερ. Την έβλεπα δηλαδή και αναπολούσα τον βομβαρδισμό των διαλόγων και τον ανεπίληπτο ρυθμό και τη φροντίδα που υπήρχε πίσω από κάθε πλάνο στο «Social Network». – Επειδή ο Κλούνεϊ μαζί με τον Τζέφρι Ράιτ μου έφεραν αναγκαστικά στο μυαλό και την «Syriana» και σκεφτόμουν πόσο πιο σύνθετη, αποκαλυπτική και βαθιά πολιτική ήταν εκείνη. – Επειδή τέλος ούτε με το «Καληνύχτα και Καλή Τύχη» του Κλούνεϊ είχα τρελαθεί όπως άλλοι, αλλά εκείνο εν πάση περιπτώσει ήταν πνιγμένο σε αυτό το υπέροχο ασπρόμαυρο και είχε και την ερμηνεία του Ντέιβιντ Στραθερν που σου χαρασσόταν. Γιατί εδώ μολονότι το καστ είναι ονειρικό, μολονότι ο Γκόσλινγκ είναι μεγάλη δύναμη και μολονότι ο τρόπος που παίζουν ο Χόφμαν με τον Τζιαμάτι είναι και εδώ χάρμα οφθαλμών (όπως άλλωστε είναι σε ό,τι κι αν έχουν παίξει ή θα παίξουν στη ζωή τους) δεν υπάρχει ο ρόλος που θα τους επιτρέψει ανίστοιχου βεληνεκούς ερμηνεία. – Επειδή η ταινία τελειώνει με ένα αργό κοντινό πλάνο και την ώρα εκείνη λες αποκλείεται να συμβαίνει αυτό, αποκλείεται να τελειώνει κιόλας, αποκλείεται να ήταν τόσο λίγο αυτό που ήθελε να μας δείξει, αποκλείεται να ήταν τόσο φτωχό το περιεχόμενο, πρέπει να έχει τουλάχιστον ένα εικοσάλεπτο ακόμα, όλο κι όλο αυτό ήταν που θέλατε να πείτε;

Η σκηνοθεσία κυμαίνεται μεταξύ του απρόσωπα χλιαρού αφενός και του πομπωδώς συμβολικού αφετέρου. Άνθρωποι που βγαίνουν από τα σκοτάδια, άνθρωποι που μιλούν με φόντο το πίσω μέρος της τεράστιας αμερικάνικης σημαίας. Ο Κλούνεϊ φωνάζει πολύ ακόμα και στις σκηνές της σιωπής (όπως αυτή με το αυτοκίνητο στο οποίο μπαίνει ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν ή στην τελική σκηνή). Παρά την πληθώρα του ερμηνευτικού ταλέντου, από την ταινία λείπει πολύ ταλέντο σεναριακά και σκηνοθετικά για να γίνει σημαντική. Όταν ξεκινάς να πεις τέτοιας βαρύτητας ιστορία, καλό θα είναι να έχεις κάτι διαφορετικό να προσφέρεις, μια οπτική που να προσθέτει κάτι. Όταν αυτό δεν συμβαίνει και το αποτέλεσμα είναι απλά αξιοπρεπές, η ταινία έχει αποτύχει. Στα μάτια μου τουλάχιστον. Αν στα Όσκαρ έχουν άλλη γνώμη, θα το διαπιστώσουμε τους επόμενους μήνες.

Στο σινεμά που πήγα, τελειώνει η προηγούμενη παράσταση και βγαίνοντας οι θεατές περνούν από μπροστά μου. Βγαίνουν, βγαίνουν, βγαίνουν. Είναι πολλοί, η αίθουσα πρέπει να ήταν γεμάτη. Μου έρχεται να τους αγκαλιάσω έναν έναν, να τους ευχαριστήσω που έχουν ακόμη λεφτά να πηγαίνουν σινεμά και να αρχίσουμε να χοροπηδάμε όλοι μαζί. Πιθανότατα το μέλλον να μας επιφυλάσσει και πολύ χειρότερα από οικονομική σκοπιά. Θέλω να πιστεύω όμως πως το χειρότερο από ψυχολογική σκοπιά είναι αυτό που περνάμε τώρα. Δεν ξέρω αν ακούγεται απαισιόδοξο, αλλά για αισιόδοξο το λέω.