Βοηθός σερίφη σε φιλήσυχη και ακμάζουσα λόγω των πετρελαιοπηγών επαρχία του Τέξας της δεκαετίας του 1950 έχει μέσα του παιδικά τραύματα που συνδέονται άμεσα με το χτύπημα γυναικών. Τα έχει σε αδρανή κατάσταση, μέχρι που ένα μοιραίο πρωινό κάτι του τα ενεργοποιεί και μαζί τους το σαδιστή μέσα του. Χτυπάει γυναίκες στο πλαίσιο του σεξ, χτυπάει γυναίκες έξω από το πλαίσιο του σεξ, σκοτώνει κατά συρροή άντρες και γυναίκες. Moλονότι σκοτώνει κατά συρροή, δεν τον λες σίριαλ κίλερ, αφού όλοι του οι φόνοι γίνονται αρχικά για να εξυπηρετήσουν ένα σχέδιο και στη συνέχεια εξ ανάγκης, ωστόσο λίγο να βγει κανείς από το μυαλό του αντιλαμβάνεται ότι ούτε το σχέδιο ούτε η ανάγκη προϋπέθεταν ως μόνη λύση το φονικό του σερί, πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για σερί που περιλαμβάνει και πρόσωπα που αγαπά. Συνονόματος του δειλού Μπομπ Φορντ, και έχοντας και αυτός όπως και ο Μπομπ την μορφή του Κέισι Άφλεκ, ο Λου Φορντ είναι μια μηχανή παραγωγής θανάτων που πήρε μπρος.

Μολονότι μια από τις πιο επίμαχες και αβανταδόρικες σκηνές του «Δολοφόνου Μέσα μου» διαδραματίζεται στα πρώτα λεπτά της ταινίας, η ταινία αργεί υπερβολικά να πάρει μπρος και να αποφασίσει να κινηθεί κάπου πέραν από την αποστασιοποιημένη σκηνοθεσία του σεναρίου. Στο μεγαλύτερο τμήμα της ξετυλίγεται επίπεδα και την παρακολουθείς με ενδιαφέρον μεν, αλλά χωρίς ιδιαίτερη συναισθηματική εμπλοκή, αφού δεν φαίνεται να έχει εμπλακεί ιδιαίτερα συναισθηματικά και ο ίδιος ο Μάικλ Γουιντερμπότομ (με 17 ταινίες όλων των ειδών στο ενεργητικό του τα τελευταία 15 χρόνια, επικαλείται τις δεκάδες ταινίες του Μπέργκμαν ή τους παλιούς χολιγουντιανούς σκηνοθέτες που σκηνοθετούσαν ασταμάτητα για να δείξει ότι δεν κάνει κάτι τόσο διαφορετικό, όντας πάντως τόσο εργασιομανής που κατέστρεψε τον γάμο του). Μπαίνοντας στην τελική της ευθεία η ταινία αρχίζει να ξεκλειδώνει και να σε κάνει να συμμετέχεις: οι ρυθμοί της αφήγησης αλλάζουν, ο ψυχισμός του ήρωα γίνεται πιο ξεκάθαρος, η συντομότατη παρουσία του Μπιλ Πούλμαν λειτουργεί απροσδόκητα καθοριστικά από πλευράς ύφους, ενώ το φινάλε έρχεται επιτέλους να δώσει μια τελική σφραγίδα και προσωπικότητα στο έργο, μια σφραγίδα ελαφράς ειρωνείας, η οποία για να είμαι ειλικρινής δεν προκύπτει αν διαβάσεις συνεντεύξεις του σκηνοθέτη, ωστόσο εγώ αυτό εισέπραξα και αυτό σου καταθέτω, πολυαγαπημένε αναγνώστη. Η κινηματογράφηση της τελικής σκηνής και το τραγούδι του τέλους μου δίνουν την αίσθηση ότι ο σκηνοθέτης θέλει να αρθεί πάνω από το βάρος της συγκεκριμένης τραγωδίας και του συγκεκριμένου ψυχάκια, ότι ίσως προσπαθεί να πει ένα συνολικό «Δεν πάτε καλά και έχετε ξεφύγει σαν κοινωνία και σαν κουλτούρα». Το pulp μυθιστόρημα του Τζιμ Τόμπσον στο οποίο βασίστηκε η ταινία είναι του 1952 και προηγείται όλης αυτής της (συχνά με σπουδαίες ταινίες ή ακόμη και τηλεοπτικές σειρές όπως το «Dexter») ψυχοπάθειας που έχουμε παρακολουθήσει τις τελευταίες δεκαετίες στις οθόνες μας. Αφού λοιπόν η αμερικάνικη κοινωνία και ο αμερικάνικος κινηματογράφος παράγουν τους σίριαλ κίλερ με το τσουβάλι, ίσως να έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που μια τέτοιου είδους σκηνοθετική αντιμετώπιση να έχει περισσότερο νόημα.

Ωστόσο συνηθισμένα τα βουνά από σιριαλκιλερικά χιόνια, και αν για κάτι συζητείται η ταινία, ειδικά στην Αμερικη, είναι για τον φερόμενο μισογυνισμό της. Πράγματι, οι δύο γυναίκες της ταινίας απεικονίζονται αμφιλεγόμενα έως προβληματικά. Είτε αποζητούν και απολαμβάνουν την βία, είτε μοιάζουν να την ανέχονται για πολύ. Αν το δούμε ανάποδα όμως, άντρας είναι ο κακός του έργου, άντρας είναι το σε τελική ανάλυση τέρας του έργου, άντρας είναι ο αρρωστημένος θύτης. Αν μπούμε δηλαδή στη λογική εκείνη όπου οι ήρωες της κάθε μυθοπλασίας παύουν να εκπροσωπούν τον εαυτό τους, παύουν να εκπροσωπούν τον δικό τους χαρακτήρα και μετατρέπονται σε σύμβολα, τότε γιατί να μην το αντιστρέψουμε και γιατί να μην πούμε πως η ταινία στοχοποιεί το αντρικό φύλο; Παράλογο; Προφανώς. Πόσο λιγότερο παράλογη όμως είναι αυτή η νοοτροπία της θυματοποίησης; Αν η δολοφόνος ήταν γυναίκα, αν αυτή έσπαγε τα μούτρα αντρών και τα βλέπαμε σπασμένα, θα έλεγε κανείς ότι το έργο αποτελεί πορνογραφία της βίας κατά των αντρών; Οι αντιδράσεις αυτές φέρνουν στο νου περσινές κατηγορίες για μισογυνισμό που διατυπώθηκαν κατά του «Αντίχριστου» του Λαρς Φον Τρίερ. Γενικά τέτοιου είδους υπερβολές μυρίζουν κάτι από την υστερία της πολιτικής ορθότητας. Όχι γιατί το θέμα της βίας κατά των γυναικών δεν είναι σοβαρό ή είναι κάτι που πρέπει να αντιμετωπίζουμε με επιπολαιότητα. Κάθε άλλο. Ωστόσο κατ΄αποτέλεσμα είναι σαν να λέμε τόσο στον «Δολοφόνο Μέσα μου», όσο και σε κάθε άλλο κινηματογραφικό δολοφόνο, να σκοτώνει όσους έχει ανάγκη, δεν τρέχει μία, αλλά να μην χτυπάει μπροστά μας γυναίκες, είναι κακό.