Η ανθρώπινη μνήμη λειτουργεί ιδιότροπα. Από την πληθώρα των ερεθισμάτων αποφασίζει για τους δικούς της λόγους τι ασήμαντο θα της χαραχθεί ή τι σημαντικό θα απωθήσει. Ή ίσως να μην είναι ιδιότροπη, ίσως να της χαράζονται πράγματα που μας αφορούν, όπως ακριβώς απωθεί εκείνα που μας αφορούν μεν, με πολύ τραυματικό τρόπο όμως. Μου έχει εντυπωθεί λοιπόν από παιδί, μια πρόταση από την τελευταία σελίδα ενός «Αστερίξ», όπου σε ένα καρέ κάποιος (νομίζω ένας από τους πειρατές) πολεμά χωρίς να το βάλει στα πόδια και τον επαινούν, εξηγώντας του πως γενναίος δεν είναι αυτός που δεν φοβάται, αλλά αυτός που φοβάται και παρά ταύτα αντιμετωπίζει τους φόβους του, αυτός που δρα παρά το φόβο του.

Πολλές διαστάσεις μπορούν θεμιτά να δοθούν στον πολύ καλό «Λόγο του Βασιλιά» (αν είναι να δεις την ταινία πάντως, καλύτερα μη πατήσεις το λινκ, αφού το τρέιλερ περιλαμβάνει -κι έτσι καταστρέφει- μια από τις εξυπνότερες σκηνές της ταινίας που είναι προτιμότερο να τη δει κανείς ενταγμένη στην ροή του έργου), στην ταινία για έναν βασιλιά που τραυλίζει αφόρητα, όταν ο κύριός ρόλος του είναι να δίνει φωνή και αυτοπεποίθηση σε ένα έθνος σε πόλεμο. Ωστόσο εγώ προτιμώ να τη δω σαν μια ταινία για έναν άνθρωπο που αντιμετωπίζει τους χειρότερους φόβους του και δεν οπισθοχωρεί. Το αν τους αντιμετωπίζει επιτυχώς ή όχι, έχει μεν τη σημασία του, αλλά ίσως περισσότερη σημασία έχει ότι ο φόβος δεν τον παραλύει, δεν τον εμποδίζει να το προσπαθήσει. Γιατί πράγματι ο με τη συνηθισμένη έννοια γενναίος, εκείνος που αψηφά τον κίνδυνο, είναι κάποιος που στα μάτια τα δικά μας μπορεί να προξενεί δέος, ωστόσο αν κάποιος για τον άλφα ή τον βήτα ψυχικό λόγο δεν νιώθει φόβο, τότε μπορεί αντικειμενικά να κάνει πράγματα που εμάς μας τρομοκρατούν, υποκειμενικά όμως το κατόρθωμά του δεν είναι και τόσο κατόρθωμα. Το τι κατορθώνεις δεν εξαρτάται μόνο σε σύγκριση με το τι κατορθώνουν οι άλλοι, αλλά κατ΄εξοχήν εξαρτάται από τι δυσκολίες αντιμετωπίζεις εσύ να το κατορθώσεις. Γιατί υπάρχουν οι φόβοι οι κοινοί, υπάρχουν και οι φόβοι οι ατομικοί. Υπάρχουν τα εμπόδια τα κοινά και τα εμπόδια τα προσωπικά. Κάθε άνθρωπος και οι διαφορετικές του δυσκολίες. Και όπως ακριβώς δεν ξεκινάμε όλοι από το ίδιο κοινωνικό σημείο εκκίνησης, έτσι δεν ξεκινάμε και από το ίδιο ψυχικό σημείο εκκίνησης. Υπό αυτήν την έννοια ένας που βρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας μπορεί να αντιμετωπίζει για τους δικούς του λόγους (τα οποία μπορεί να σχετίζονται ή να μη σχετίζονται με το ότι ήταν αριστερόχειρας και τον διόρθωσαν, το ότι είχε στραβά γόνατα και τον διόρθωσαν). Υπό αυτή την έννοια στο ερώτημα «Εδώ ο κόσμος στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο κάηκε ολόκληρος, δεν είναι γελοίο ή ύβρις να θεωρήσουμε κατόρθωμα ότι ένας βασιλιάς κατόρθωσε να διαβάσει τι του είχαν γραμμένο», μπορεί να δοθεί η απάντηση «Όχι, δεν είναι».

Στο παρελθόν έτυχε να ζήσω από κοντά την προσπάθεια ενός νέου να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά. Τα κατάφερε. Αναρωτιόμουν όλη αυτή η τιτάνια προσπάθεια που κατέβαλε στο τέλος ποιού δρόμου τον οδηγούσε; Στο να είναι ένας ακόμα φυσιολογικός άνθρωπος; Στο να είναι ένας ακόμα από εμάς; Στο να μας φτάσει στη βάση, ενώ ας πούμε εμείς κυνηγούσαμε πτυχία ή καριέρες ή λεφτά, ενώ ας πούμε εμείς προσπαθούσαμε να κερδίσουμε τον μαραθώνιο της κοινωνίας; Ένα από τα παράδοξα της ζωής ίσως είναι ακριβώς αυτό: πως ένα φαινομενικά εύκολο πράγμα όπως το να αναγνώσεις ένα ραδιοφωνικό λόγο μπορεί να περιέχει τέτοια προσπάθεια και εσωτερική πάλη, όση ενδεχομένως να μη χρειαστεί να αντιμετωπίσουν στη ζωή τους πάρα πολλοί «φυσιολογικοί» άνθρωποι. Και πως η προσπάθεια απεξάρτησης έχει ένα βαθμό δυσκολίας που σχεδόν βέβαια δεν έχει καμία άλλη προσπάθεια στη «φυσιολογική» ζωή. Ίσως δηλαδή τελικά οι δυσκολότερες κορυφές να προϋποθέτουν την πτώση σε μια προσωπική άβυσσο και να συνίστανται στην προσπάθεια εξόδου από αυτήν και αναρρίχησης προς τη βάση των πολλών.

Διάβαζα τις προάλλες ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο (με αφορμή τα λάθη της γλώσσας του τωρινού δικού μας« βασιλιά» και μερικών από τους προκατόχους του) για τη διαφορά μεταξύ γλωσσικής ικανότητας και γλωσσικής πραγμάτωσης. Κάτι τέτοιο φαίνεται και στην ταινία: «Τραυλίζεις όταν σκέφτεσαι;». «Όχι, βέβαια». Μια απορία μόνο με την οποία σε αφήνει η ταινία (και η πραγματικότητα μαζί της) είναι γιατί ένα κόλπο που εφαρμόζει ο λογοθεραπευτής στην πρώτη κιόλας συνάντηση και το οποίο λειτουργεί δεν εφαρμόστηκε και στους λόγους, αφού φάνηκε να λύνει το πρόβλημα. Ίσως βέβαια το πρόβλημα λύθηκε αρκετά νωρίτερα αφού διαβάζω πως ήδη το 1927 είχε βγάλει λόγο χωρίς να τραυλίζει. Γενικότερα το βασίλειο του λόγου είναι βυθισμένο στο μυστήριο. Ο λόγος μέσα στο μυαλό μας, ο λόγος ο γραπτός, ο λόγος ο προφορικός ενώπιον γνωστών, ο λόγος ο προφορικός ενώπιον ακροατηρίου. Ένα ενιαίο βασίλειο; Διαφορετικά βασίλεια που συνορεύουν; Οι ειδικοί ξέρουν τις απαντήσεις. Εμπειρικά όμως ο καθένας μπορεί να απαντήσει ότι και ενιαίο να είναι, η πρόσβαση σε όλες τις γωνιές του είναι ενίοτε δύσβατη. Ίσως στο λόγο τον προφορικό ενσωματώνονται φοβίες μας και άγχη μας, αποκτώντας υλική μορφή με τη μορφή τραυλίσματος ή σαρδάμ.

Οι δύο πρωταγωνιστές μάς προσφέρουν μια πολύ ενδιαφέρουσα αντιδιαστολή: ο Τζέφρι Ρας είναι μια κορυφαία «αμά τη εμφανίσει» μορφή του σύγχρονου κινηματογράφου. Πρόκειται για έναν τύπο που και να μην τον ήξερες, αν τον πετύχαινες σε ένα τραπέζι θα σε γοήτευε (προφανώς όχι με την ομορφιά του). Εκπέμπει μια πρωτογενή γοητεία. Είναι μεν ούτως ή άλλως ένας σπουδαίος ηθοποιός, αλλά και σπουδαίος ηθοποιός να μην ήταν θα μπορούσε να σταθεί ως στάρ, μεταφέροντας στις οθόνες ή το σανίδι αυτό που πρωτογενώς εκπέμπει. Αντίθετα, ο πολύ ομορφότερος Κόλιν Φερθ δεν φαίνεται να έχει αυτή τη γοητεία. Για χρόνια φαινόταν άκαμπτος, απρόσωπος, άψυχος. Αν στο περσινό καλοσιδερωμένο σύμπαν του Τομ Φορντ κέρδισε την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ, εδώ μαζί με το πιθανότατο βραβείο αποδεικνύει και ότι είναι μεγάλος ηθοποιός. Ο Φερθ προσφέρει μια μεταμόρφωση, ο Ρας την πάγια ακαταμάχητη γοητεία του εαυτού του. Σαν (αντίστοιχα με όσα λέγαμε παραπάνω για το φόβο) κάποιον που ξεπέρασε ένα εγγενές εμπόδιο και κάποιον που ποτέ δεν είχε τέτοιο εμπόδιο. Όσο για τον σκηνοθέτη Τομ Χούπερ, βάζω σε άμεση προτεραιότητα να δω τα τηλεοπτικά «Longford», «Elizabeth» και την ταινία του για τον Μπράιαν Κλαφ, το «John Adams» όμως που έχω δει δεν είναι απλά συναρπαστικό, αλλά δείχνει πως τίποτα πιο συναρπαστικό σε μια επανάσταση από το βασίλειο του λόγου.