Η ζωή: αυτό που ονειρεύεσαι ότι θα γίνει και αυτό που στην πραγματικότητα γίνεται· αυτό που ελπίζεις ότι θα γίνει και τα εμπόδια (εξωτερικά, εσωτερικά ή ο συνδυασμός τους) που ορθώνονται και σε εμποδίζουν να γίνει. Συνυπάρχουν, άλλοτε σε σχέση αλληλεπίδρασης και άλλοτε ως εντελώς παράλληλα σύμπαντα, από τη μια η ζωή που παίζει στο κεφάλι σου, η ζωή που φαντασιώνεσαι ότι θα συμβούν διάφορα υπέροχα πράγματα και από την άλλη η ζωή που παίζει έξω από το κεφάλι σου, η ζωή που παίζει εκεί έξω στο πραγματικό και στην οποία προφανώς δεν συμβαίνουν μόνο άσχημα πράγματα, προφανώς συμβαίνουν και ωραία πράγματα, αλλά που πάντα θα είναι -ή έστω θα φαντάζουν- πιο γκρίζα σε σχέση με όσα προσδόκησες. Και για την ακρίβεια η διάψευση δεν ισχύει μόνο αναφορικά με όσα ωραία φαντάστηκες, αλλά και με όσα άσχημα, δεν ισχύει μόνο για τα όνειρά σου, αλλά και για τους εφιάλτες σου: δεν διαψεύδονται από την πραγματικότητα μόνο όσα πόθησες, αλλά και όσα φοβήθηκες. Η πραγματικότητα νερώνει το κρασί των όσων συνέβαιναν στο κεφάλι σου, η πραγματικότητα μετριάζει, σχετικοποιεί, φρενάρει. Δεν είσαι αυτός που πίστευες ότι είσαι, ούτε οι άλλοι είναι αυτό που πίστευες ότι είναι, μέσα στον χώρο του κεφαλιού σου ο κόσμος ήταν πάρα πολύ πιο εύκολα κατακτήσιμος, ο δρόμος προς τα θέλω σου πολύ λιγότερο δύσβατος.

Όταν όμως έβλεπες τον Τζόρνταν στους Μπουλς, γινόσουν μάρτυρας ενός φαινομένου που πήγαινε πολύ πιο πέρα από τα σπορ, πολύ πιο πέρα από τη βιομηχανία του αθλητικού θεάματος, πολύ πιο πέρα από το μπάσκετ: έβλεπες την πραγματικότητα επιτέλους να ταυτίζεται με την επιθυμία. Τα πράγματα να πηγαίνουν ακριβώς όπως τα φαντασιώθηκες πριν. Με τα εμπόδια να υπερπηδώνται το ένα μετά το άλλο – και με στυλ. Αυτό που προσδοκούσες να συμβεί συνέβαινε. Ξανά και ξανά και ξανά. Χωρίς διαψεύσεις. Χωρίς γειώσεις. Χωρίς μετριασμούς. Ο κόσμος του μυαλού με τον κόσμο έξω απ’ το μυαλό συναντιόντουσαν στη φανέλα με το 23. Ο καλύτερος αποδεικνυόταν ξανά ο καλύτερος.

Από τότε που υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχουν και ιστορίες. Και τις ιστορίες τις γεννά η ανάγκη να δημιουργηθεί μέσα τους ένας κόσμος ελέγξιμος, ένας κόσμος που τα πράγματα θα πηγαίνουν με προδιαγεγραμμένο τρόπο, ένας κόσμος που μπορείς να καθορίσεις το τι συμβαίνει. Σε αντίθεση με την αληθινή ζωή, στους μύθους και τις ιστορίες το τι θα συμβεί είναι αυτό που αποφασίζεται στο μυαλό εκείνου που τις φτιάχνει. Και ακόμη και οι μεγαλύτεροι αθλητικοί μύθοι, επειδή με την πραγματικότητα αναμετρούνται και δεν φτιάχτηκαν σε κάποια μυθοπλασία, έχουν το μερίδιό τους στις διαψεύσεις. Ο Λίο Μέσι με την Εθνική Αργεντινής αποτυγχάνει συνεχώς να κατακτήσει κάτι. Τι άλλο ήταν τα τελευταία μουντιάλ παρά η επιβολή του πραγματικού πάνω στο μυθικό; Ο μόνος άλλος μπασκετμπολίστας που μπορεί να μπει έστω και για χάρη της συζήτησης στο ποιος ήταν ο καλύτερος όλων των εποχών, ο Λεμπρόν Τζέιμς έχει 3 στις 8 κατακτήσεις τελικών NBA. O Tζόρνταν 6 στις 6. Κι επίσης στην εποχή του μπάσκετ των βιονικών ανθρώπων, ο Λεμπρόν ή ο Γιάννης μοιάζουν περισσότερο με υπεράνθρωποι. Ο Μάικλ Τζόρνταν ήταν μαζί ο τελευταίος άνθρωπος και ο πρώτος υπερήρωας.

Κάποια στιγμή στο “The Last Dance” ένας ομιλητής θα πει: «Δεν έχω δει άλλον άνθρωπο να ζει τόσο πολύ στο τώρα, να είναι τόσο πολύ παρών στη στιγμή». Ο Τζόρνταν ήταν ο συνδυασμός του εκθαμβωτικού ταλέντου με την ολοκληρωτική αξιοποίησή του. Πνευματικά – ψυχικά – αθλητικά – τεχνικά: όλα στα κόκκινα. Σαν τη φανέλα των Μπουλς. Και δεν νικούσε απλώς, δεν κυριαρχούσε απλώς. Το έκανε με τον πιο μεγαλοπρεπώς όμορφο τρόπο. Η αρμονία των κινήσεών του στον αέρα, η χάρη που συνόδευε το πέταγμά του, όλα όσα έκανε στον αέρα, όλα όσα έκανε στη βαρύτητα, όλα όσα έκανε στους αντιπάλους του, όλοι αυτοί οι τρόποι με τους οποίους έφτανε στο καλάθι: το ξέρουμε καλά πια πως όταν πεθαίνουμε, ένα από τα πράγματα που άξιζαν τον κόπο σε αυτή τη ζωή, ένα από τα πράγματα που έκαναν τη ζωή να είναι δώρο ήταν ο Τζόρνταν των Μπουλς.

Ο Τζόρνταν ήταν η διαρκής εκπλήρωση των υποσχέσεων. Η διαρκής πλήρωση της καρδιάς και των ματιών. Αυτό που δεν θα σβήσει από την ατομική και τη συλλογική μνήμη. Ο καλύτερος που αποδεικνύει κάθε μια βραδιά στο γήπεδο ότι είναι ο καλύτερος. Που κάποια στιγμή πάνω στη μεγαλύτερη ακμή του παρατάει τελείως το σπορ του, για να ξεκινήσει ένα άλλο. Επιστρέφει και τα ξανακατακτά όλα. Για τρεις ακόμη φορές. Και που η ομάδα του διαλύεται ενώ είναι στην απόλυτη κορυφή. Ανίκητος. Θα αποσυρθεί ξανά. Θα επιστρέψει σε μεγαλύτερη ηλικία. Το “Τhe Last Dance” δεν το καταγράφει, η ιστορία θα το ξεχάσει, δεν μετράει στα αλήθεια. Mέσα στην πανδημία, μέσα στο λοκ ντάουν, με τον κόσμο όλο κλεισμένο στα σπίτια του και χωρίς καμία απολύτως αθλητική δραστηριότητα, ο κόσμος ξαναείδε ή είδε για πρώτη φορά ό,τι πιο μυθικά αληθινό έχει να επιδείξει ο επαγγελματικός αθλητισμός.

Δεν ήταν σπορ, δεν ήταν θέαμα, ήταν κάτι πολύ παραπάνω. Είναι το είναι όλα αλήθεια. Είναι το όλα συνέβησαν. Είναι το κοίτα τι μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι. Είναι το κοίτα τι έκανε ένας από εμάς. Ο πιο όμορφος από εμάς. Με το ξυρισμένο του κεφάλι να γυαλίζει απ’ τον ιδρώτα. Με το μαύρο του χρώμα να είναι το χρώμα που θα ήθελαν να έχουν όλοι οι άνθρωποι της γης κάθε φορά που τον βλέπουν. Γιατί το φορούσε στο δέρμα του αυτός. Ο καλύτερος. Μέσα στο γήπεδο. Έξω απ’ αυτό ας ήταν ό,τι άνθρωπος ήθελε. Έξω απ’ αυτό ας μην έδωσε δεκάρα για κανένα κοινωνικό και φυλετικό θέμα. Έξω απ’ αυτό, ή μέσα σε αυτό την ώρα της προπόνησης, ας έκανε μπούλινγκ σε συμπαίκτες του και παράγοντες. Έξω απ’ αυτό, ας ζούσε τη ζωή που δείχνει το ντοκιμαντέρ, όταν κάθε στιγμή που ξεμυτούσε σε δημόσιο χώρο ήταν ασφυκτικά αντιμέτωπος με μικρόφωνα, κάμερες, φαν, αυτόγραφα, αιχμάλωτος της ίδιας του της φήμης. Μέσα σε αυτό και την ώρα του αγώνα, δεν ήταν απλά the GOAT, δεν ήταν απλά ο σπουδαιότερος όλων των εποχών, ήταν κάτι πιο πολύ. Ήταν ο Μάικλ Τζόρνταν. Και το σλόγκαν έλεγε το μεγαλύτερο ψέμα: Υou can’t be like Mike. Ό,τι κι αν έχεις στο μυαλό σου πως θα γίνεις και σε όποιον τομέα της ζωής κι αν παλέψεις, στον τομέα σου δεν θα φτάσεις ποτέ την τελειότητα που έφτασε ο Μάικλ Τζόρνταν στον δικό του.