H Mπάια αυτοπροσδιορίζεται ως «πολιτικό τσουλί». Είχε την έμπνευση ότι το «Κάντε έρωτα, όχι πόλεμο» μπορεί να εκλαμβάνεται όχι μόνο ως συμβολικό σύνθημα, αλλά και ως πρακτική συμβουλή: Κάντε έρωτα αντί πολέμου ιδεών. Μετατρέπει έτσι το κορμί της σε ένα «όπλο μαζικής καταστροφής δεξιών». Με το διάλογο δεν πείθεις κανένα να αλλάξει ιδέες, λέει. Τα λόγια αποδεικνύονται αδύναμα να αλλάξουν τις εγκατεστημένες μέσα μας ιδέες. Με το σώμα όμως, με τον έρωτα, με το σεξ αλλάζει το πράγμα. Ελάχιστα πριν φτάσει ο δεξιός σε οργασμό, η Μπάια αρχίζει να του υποβάλλει αριστερές, αντιρατσιστικές, ανθρωπιστικές ιδέες. Ο εγκέφαλος είναι πιο δεκτικός τότε, ισχυρίζεται, στο να του εντυπωθούν μηνύματα. Έχει και φωτογραφικό ντοσιέ με το πρακτικό αποτέλεσμα επί των κατακτήσεών της: Πριν – Μετά.

Αυτού του είδους το ανατρεπτικό κέφι χαρακτηρίζει συνολικά το «Πες μου το όνομά σου» Είναι μια ταινία ανάλαφρη και σοβαρή μαζί, κατορθώνοντας να μιλήσει με απροσδόκητη χαλαρότητα για την Γαλλία, την πολιτική, την πολυπολιτισμικότητα, θίγοντας ακόμη και ταμπού και επιλέγοντας το όχημα της κομεντί για να κοιτάξει από μια ασυνήθιστη οπτική γωνία θέματα που συνήθως τα κοιτάμε με κουστουμαρισμένο βλέμμα. Το «Πες μου το όνομά σου» δεν έχει πρόβλημα να κυκλοφορεί με βλέμμα γυμνό. Ο σκηνοθέτης Μισέλ Λεκλέρκ μνημονεύει ως επιρροή του τον Γούντι Άλεν και η αλήθεια είναι ότι η ταινία του έχει την ίδια επίδραση που έχουν οι καλές κομεντί του Άλεν: όπως και σε αυτές υπάρχουν και εδώ λίγες στιγμές πηγαίου γέλιου, αλλά όπως και σε αυτές είναι βασικά ζωγραφισμένο ένα χαμόγελο στο πρόσωπό σου, το χαμόγελο που σου προξενούν οι έξυπνες ατάκες κι οι έξυπνες καταστάσεις, οι οποίες δεν επιδιώκουν να σε κάνουν να ξεκαρδιστείς, αλλά να σε καταστήσουν προνομιακό συνένοχο ενός αληθινά πνευματώδους αστείου. Ταυτόχρονα όμως είναι μια κατεξοχήν ταινία ευρωπαϊκού πνεύματος, με την καλύτερη δυνατή έννοια του ευρωπαϊκού πνεύματος, του πνεύματος που θα πρέπει να συνεχίσει να ενσαρκώνει η Ευρώπη.

Το όνομα Μπάια Μπενμαχμούντ είναι το μοναδικό σε όλη τη Γαλλία. Αντίθετα το όνομα Αρτύρ Μαρτέν κυκλοφορεί σε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα. Ο Αρτύρ περασμένα σαράντα. Η Μπάια περασμένα είκοσι. Εκείνος από καθώς πρέπει πουριτανική οικογένεια. Εκείνη από οικογένεια με πατέρα Αλγερινό μετανάστη και μάνα αριστερη ακτιβίστρια, με αποτέλεσμα να ταϊζουν στο σπίτι τους κλοσάρ. Ωστόσο κι εκείνου η μαμά είναι παιδί Ελληνοεβραίων που μόλις είχαν βρεθεί στο Παρίσι και από εκεί βρέθηκαν στο Άουσβιτς. Η μαμά του περνά μια ζωή μέσα στην άρνηση και την απώθηση, σε βαθμό που να αποφεύγεται συστηματικά στο σπίτι τους κάθε κουβέντα για το ολοκαύτωμα ή τους γονείς της. Ενώ οι δύο «βέροι» Γάλλοι, ο πατέρας του Αρτύρ και η μητέρα της Μπάια παρουσιάζονται ο μεν πατέρας ως συνεπής του τρόπου που μεγάλωσε εκείνη ως αποστάτισσα, χωρίς πάντως να φέρουν κάποια εμφανή σημάδια καταπίεσης, υπάρχει ένα κοινό στοιχείο ανάμεσα στον Αλγερινό πατέρα και την Εβραία μάνα. Και οι δύο έχουν θέμα με τη χαρά. Τα παιδικά τους τραύματα κάνουν την μεν μάνα του Αρτύρ έναν παγωμένο, περίκλειστο και δια βίου τρομοκρατημένο άνθρωπο, ενώ ο πατέρας της Μπάια είναι ένα μίγμα αγιοσύνης με κόμπλεξ κατωτερότητας, με εσωτερικευμένο τον εις βάρος του ρατσισμό: ίσως απλά θέλει να προσφέρει, ίσως απλά θεωρεί ότι η χαρά δεν είναι για αυτόν, ότι δική του αποστολή είναι η προσφορά. Όταν η Μπάια μαθαίνει την καταγωγή του Αρτύρ ενθουσιάζεται: Οι δυο μας κάνουμε την τέλεια Γαλλία. Αν γίνουμε όλοι μπάσταρδοι, τότε και μόνο ο κόσμος μπορεί να απαλλαγεί από εθνικές καθαρότητες και πολέμους.

Όταν είναι να αγαπήσεις μια ταινία συνήθως το καταλαβαίνεις από την πρώτη σκηνή της. Αt first sight που λένε. Ο Αρτύρ μας πληροφορεί ότι στο Μουντιάλ η Νότια Κορέα είχε επτά Κιμ στην ενδεκάδα της και οι εκφωνητές πάθαιναν πανικό. Λίγες σκηνές μετά η Μπάια μπουκάρει σε ραδιοφωνικό στούντιο και του λέει ότι φοβόμαστε πια διαρκώς επιδημίες, πουλερικά, παπιά, αγελάδες και ότι δεν γίνεται να ζει κανείς φοβούμενος και παίρνοντας προληπτικά μέτρα για τα πάντα. Και στη συνέχεια σε όλη τη διάρκεια της (όταν η Μπάια ψηφίζει με λυγμούς Σιράκ στην αναμέτρησή του με τον Λεπέν, όταν ο Αρτύρ στην ερωτική σκηνή ντύνει το γυμνό της σώμα αντί να γδύσει το ντυμένο της, όταν οι γονείς του δοκιμάζουν το πρωτοποριακό τους τηλεκοντρόλ κλπ) καταλαβαίνεις ότι παρακολουθείς μια ταινία που κινείται σε μήκη κύματος που σου ταιριάζουν. Τελειώνοντας νιώθεις καλά. Το πώς ένιωθες πριν ξεκινήσει η ταινία ή το πώς θα νιώθεις το επόμενο πρωί εξαρτάται από τα τρέχοντα προβλήματά σου. Για ένα διάστημα όμως μετά την έξοδό σου από τον κινηματογράφο νιώθεις μια πρόσκαιρη αλλά συνολική ευφορία. Ειδικά αυτόν τον καιρό που ο περισσότερος κόσμος δεν νιώθει καλά, ένα θερινό διάλειμμα στο «Πες μου το όνομά σου» θα μπορούσε να είναι αναζωογονητικό. Πρόσκαιρα αλλά συνολικά.