Σε μια εναρκτήρια σκηνή που πολύ αγαπώ, μιας ταινίας που πολύ αγαπώ, στην εναρκτήρια δηλαδή σκηνή της προηγούμενης ταινίας του Μπεν Άφλεκ, του «Gone Baby Gone», η φωνή του πρωταγωνιστή δίνει το στίγμα: «Πάντοτε πίστευα ότι το ποιός είσαι καθορίζεται από αυτά που δεν επιλέγεις ο ίδιος: την πόλη σου, τη γειτονιά σου, την οικογένειά σου. Εδώ ο κόσμος νιώθει περήφανος για όλα αυτά, σαν να είναι δικό του κατόρθωμα. Τα σώματά που καλύπτουν τη ψυχή τους, οι πόλεις που καλύπτουν τα σώματά τους. Έζησα σε αυτό το τετράγωνο όλη μου τη ζωή. Όπως και οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους». Ακούγοντας τα λόγια του πρωταγωνιστή, βλέπουμε και τη γειτονιά για την οποία μιλάει, το Ντόρτσεστερ της Βοστώνης και βλέπουμε και τους ανθρώπους για τους οποίους μιλάει. Στα έξτρας του dvd o Άφλεκ εξηγούσε πόσο σημαντικό ήταν για αυτόν να γεμίσει την ταινία με αληθινούς κατοίκους της περιοχής.
Στην εναρκτήρια σκηνή του «Τown» θα διαβάσουμε για μια άλλη υποβαθμισμένη γειτονιά της Βοστώνης, το Τσαρλστάουν. Θα μάθουμε πως είχε το ρεκόρ στην παραγωγή ληστών και πως οι πατεράδες κληρονομούσαν τη «δουλειά τους» στους γιους. Θα διαβάσουμε ακόμη τη φράση ενός ανθρώπου που λέει πως το Τσάρλστάουν του κατέστρεψε κυριολεκτικά κάθε πτυχή της ζωής του, παρά ταύτα αγαπά πολύ τον τόπο του.
Αν στις δύο αυτές ταινίες που ο Άφλεκ έχει σκηνοθετήσει και συνδιασκευάσει το σενάριο από αντίστοιχα βιβλία, συνυπολογίσουμε και την ταινία για την οποία πήρε το 1998 όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου μαζί με τον Ματ Ντέιμον, δηλαδή το «Good Will Hunting», θα διαπιστώσουμε ένα κοινό άξονα: και οι τρεις ταινίες διαδραματίζονται στην πόλη που μεγάλωσε ο Άφλεκ και στις τρεις ταινίες υπάρχει αυτό το κεντρικό ζήτημα του καθορισμού μου από τον μικρόκοσμο της γειτονιάς μου, του να φύγω ή να μείνω στον μικρόκοσμο μου, που όμως για μένα είναι όλος μου ο κόσμος. Nα ανήκεις κάπου που σου κάνει κακό, κάπου όπου όμως έχεις μια αίσθηση κοινότητας. Ίσως είναι καλύτερο να έχεις επαφή με το μη ιδανικό σου περιβάλλον, από το να είσαι αποξενωμένος κι αλλοτριωμένος. Ίσως το να ανήκεις σε ένα μη ιδανικό μέρος είναι πάντα καλύτερο από το να νιώθεις ότι δεν ανήκεις πουθενά.
Στο «Good Will Hunting» Ματ Ντέιμον δεν θέλει να φύγει αλλά ο κολλητός του Μπεν Άφλεκ, του λέει πως θα είναι εγκληματικό να μη φύγει. Στο «Τοwn» ο Μπεν Άφλεκ θέλει να φύγει, αλλά ο κολλητός του Τζέρεμι Ρένερ τον τραβά να μείνει. Ενώ στο «Gone Baby Gone», η επιλογή φεύγει εκ των πραγμάτων και λόγω ηλικίας από το άτομο, η επιλογή εκεί ανήκει σε τρίτους που θα κρίνουν ποιά θα είναι η πόλη του και η γειτονιά του, ποιό θα είναι το περιβάλλον του, ποιά θα είναι τα πράγματα που θα το καθορίσουν έξω από την δική του επιλογή. Γιατί μπορεί να είναι αλήθεια πως πάντα έχουμε επιλογές και δυνατότητες, ωστόσο οι εναλλακτικές μας, τα ίδια μας τα διλήμματα και η θέση από την οποία κάθε φορά καλούμαστε να επιλέξουμε έχει ετεροκαθοριστεί. Φυσικά αλλάζοντας κανείς διαρκώς, μπορεί να αλλάξει σταδιακά και τον ίδιο του τον ορίζοντα, τα ίδια του τα διλήμματα. Η αφετηρία μας όμως είναι πάντα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο παρούσα.

Ο Πιτ Ποστλθγουέιτ, ξερακιανός, μουστακαλής, κάτι μασουλάει, ενώ κόβει τα αγκάθια από ένα μάτσο τριαντάφυλλα και λέει πράγματα που παγώνουν το αίμα. Ο Κρις Κούπερ μέσα στη φυλακή μιλάει με το γιο του για ανθρώπους που δεν έχει νόημα να ψάξεις, αφού δεν υπάρχει κάτι να βρεις σε αυτούς. Τα γυαλιά του, τα μαλλιά του, η φόρμα της φυλακής, έχει χτίσει κι αυτός χαρακτήρα και τον παραδίδει μέσα στα απειροελάχιστα λεπτά παρουσίας του στην ταινία. Η Μπλέικ Λάιβλι, στο ρόλο της μαστουρωμένης πρώην φιλενάδας, δείχνει ότι η υποψήφια για όσκαρ ερμηνεία της Έιμι Ράιαν στο «Gone Baby Gone» στον αντίστοιχο ρόλο του λευκού σκουπιδιού, κάθε άλλο παρά έτυχε. Πέτυχε. Ο Μπεν Άφλεκ αν δεν δείχνει στους ηθοποιούς του το δρόμο, τους αφήνει πάντως να τον βρουν, αποσπώντας και αποτυπώνοντας στην κάμερά του ερμηνείες ξεχωριστές, που είτε είναι αποτέλεσμα καθοδήγησης είτε συνεργασίας είτε ενστίκτου στο κάστινγκ, το τελικό αποτέλεσμα είναι πως γράφονται έντονα στην μνήμη.
Η δύναμη της συμπύκνωσης που έχουν όμως οι δευτερεύοντες χαρακτήρες του «Town» χάνεται στους κύριους ρόλους. Ο ρόλος του διώκτη του εγκλήματος Τζον Χαμ δεν σκίζει από πρωτοτυπία, ο «μετά την αποφυλάκισή μου διψώ για αίμα και πάντως δεν ξαναγυρνάω στη φυλακή» ρόλος του Τζέρεμι Ρένερ ακόμη λιγότερο, ενώ και το ζευγάρι του ίδιου του Μπεν Άφλεκ και της Ρεμπέκα Χολ δεν προσφέρει κάτι καινούριο. Αυτά όμως είναι προφανώς προβλήματα που έγκεινται στην πρώτη ύλη που είχε ο Άφλεκ να μεταπλάσει. Στο «Gone Baby Gone», το βιβλίο του Ντένις Λιχέιν (στον οποίο χρωστάμε και το «Shutter Island» του Σκορσέζε και το «Mystic River» του Ίστγουντ) είχε πολλά περισσότερα να πει και κυρίως να ρωτήσει. Λιγότερο σημαντική έτσι ταινία στην ουσία της το «Τοwn» από το «Gone Βaby Gone», αποζημιώνει πάντως επαρκέστατα τα μάτια (με απολαυστικά αυτοκινητοκυνηγητά και πιστολίδια) και κυρίως έρχεται να κολλήσει δίπλα του, επιβεβαιώντας μια εμμονή σε μια θεματική και σε ένα σινεμά αρμονικά δεμένο με έναν τόπο.