Αν «Το Δέντρο της Ζωής» κατόρθωνε να ανταποκριθεί πλήρως στις δικές τoυ φιλοδοξίες, τότε θα μιλούσαμε για μια ταινία ορόσημο στην ιστορία του κινηματογράφου, ακριβώς επειδή βάζει τον πήχη των φιλοδοξιών ψηλότερα από τον καθένα. Kι όχι μόνο ψηλότερα, αλλά και παλαιότερα από τον καθένα, αφού ούτε λίγο ούτε πολύ κοιτάζει το Βig Bang κατά πρόσωπο, το Άπειρο κατά πρόσωπο, τον Θεό κατά πρόσωπο. Ξεκινάει από μια εντελώς προσωπική ιστορία, την τραγική στιγμή που μια μάνα και ένας πατέρας πληροφορούνται το θάνατο ενός παιδιού τους και λίγα λεπτά μετά την έναρξη, η επίκληση της μάνας στον Θεό στρέφει την κάμερα από την γη στον ουρανό, από την μικρή ιστορία στην μεγάλη, την Μεγαλύτερη Ιστορία που Ειπώθηκε Ποτέ, μόνο που αυτή δεν είναι η Ιστορία του Χριστού, αλλά η Ιστορία της γέννησης του κόσμου, η Ιστορία της δημιουργίας ζωής πάνω στη γη. Αυτό που κάνει ο Μάλικ δεν είναι μόνο ολότελα αντισυμβατικό και ολότελα θρασύ, είναι και δυνάμει αυτοκαταστροφικό, αφού πρόκειται για μια επιλογή που μπορεί άνετα να σε καταστήσει περίγελο και ο κρότος από την πτώση σου να είναι κοσμικών διαστάσεων. Κι όμως το τολμά, και ακόμα και αν δεν του βγαίνει σε απόλυτο βαθμό -που, όχι, δεν του βγαίνει- δεν μπορείς παρά να δείξεις σεβασμό στην τόλμη του. Moλονότι οι περισσότερες από τις εικόνες δημιουργίας του κόσμου είναι αυτοτελώς εντυπωσιακές, το πράγμα χαλάει κάπου στη σύνθεσή τους, στην παράθεση της μίας δίπλα στην άλλη: διαρκούν περισσότερο από όσο θα έπρεπε, το κομμάτι αυτό της ταινίας θα έπρεπε να είναι πιο σύντομο, πιο σφιχτό, να πει την ίδια ιστορία πιο λακωνικά, με λιγότερο αυτοθαυμασμό για το δέος των εικόνων που πετάει πάνω στον θεατή.

Οι σκηνές που επιστρέφουμε από την ιστορία της γέννησης του κόσμου στην ιστορία που ο Μπραντ Πιτ με την Τζέσικα Τσαστέιν σμίγουν και φέρνουν στον κόσμο τα παιδιά τους, καθώς αυτά από πλάνο σε πλάνο μεγαλώνουν, δεν είναι μόνο οι καλύτερες της ταινίας, είναι και σκηνές ανθολογίας. Το μοντάζ τους είναι υποδειγματικό, είναι σαν ένα συμπυκνωμένο home movie, όπως πριν είχαμε ένα home movie της γέννησης του κόσμου. Οι σκηνές αυτές αρκούν από μόνες τους για να δικαιώσουν την ταινία, όσες αντιρρήσεις και αν έχεις για τα υπόλοιπα τμήματά της. Και μπορεί ένα βασικό μειονέκτημα της να είναι ότι δεν κατορθώνει να δημιουργήσει μια σκηνή συγκίνησης που θα προκύψει μέσα από ιστορία της συγκεκριμένης οικογένειας, αλλά στο κομμάτι αυτό η συγκίνηση έρχεται μέσα από σκηνές πανανθρώπινες. Όχι από την ιδιαιτερότητα μιας συγκεκριμένης ιστορία, αλλά από την δυνατότερη κοινή ανθρώπινη ιστορία: γέννηση, το ποδαράκι του μωρού στο χέρι του πατέρα, τα πρώτα βήματα, ένα παιδάκι που κοιτάει το βρέφος αδελφάκι του στην αγκαλιά της μαμάς τους.

Μεγάλο κομμάτι της ταινίας διαδραματίζεται ένα καλοκαίρι της δεκαετίας του 50 στο Τέξας. Τα τρία αγόρια έχουν μεγαλώσει, είναι από 11 έως 7 ετών. Ο Μπραντ Πιτ είναι ο αυστηρός πατέρας που τους πειθαρχεί και τον φοβούνται, χωρίς όμως να κάνει και τίποτα υπερβολικά σκληρό, ενώ και τα συναισθήματά του είναι αναμφίβολα τα καλύτερα. Στον τρόπο του υπάρχουν τα προβλήματα. «Να μην είστε μαλακοί γιατί θα σας πατήσουν στη ζωή», τα διδάσκει. Αντίθετα η μάνα τους, τους λέει να αγαπούν όχι μόνο όλους τους ανθρώπους, αλλά και το κάθε φύλλο στα δέντρα, τη κάθε σταλιά βροχής, τα πάντα όλα. Η ανταρσία των γιών – ανθρώπων απέναντι στον πατέρα – Θεό. Η σχέση αγάπης και μίσους. Η σχέση φόβου και εξουσίας. Σκέψεις πατροκτονίας – θεοκτονίας.

Η παρουσία του Σον Πεν (που υποδύεται τον ένα γιο στη σημερινή εποχή) είναι διακοσμητική, στερείται εντελώς ρόλου, δεν έχει κάποιο ευδιάκριτο λόγο ύπαρξης, ενώ οι σκηνές του φαίνονται αταίριαστες με το όλο κλίμα της ταινίας. Το δε οραματικό φινάλε στο οποίο έχει κεντρικό ρόλο χαλάει ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Ένα άλλο μείον της ταινίας είναι πως από το πρώτο ως το τελευταίο της λεπτό είναι βαριά έως και βαρύγδουπη. Ο τόνος δεν παύει στιγμή να είναι βιβλικός, αρχετυπικός, λες και δεν κάνει να χαλαρώσει δευτερόλεπτο (ούτε στο παιχνίδι των παιδιών ας πούμε, που και αυτό με βάρος κινηματογραφείται, πανέμορφο βάρος, αλλά βάρος).

Δεν μπορώ να πω πως πολυκατάλαβα την φιλοσοφία του Μάλικ για το δίπολο Φύση – Χάρις, τα αρχικά αποσπάσματα για τον Ιώβ, τη θέση του προσωπικού κακού μέσα στην Ιστορία του κόσμου ή για ποιόν ακριβώς λόγο ο Σον Πεν μοιάζει τόσο αλλοτριωμένος. Μου διαφεύγει συνολικά αυτό που ήθελε να πει η ταινία. Ίσως όταν την ξαναδώ να κατανοήσω καλύτερα την κεντρική της ιδέα. Αλλά σε κάθε περίπτωση το σημαντικό δεν είναι το μήνυμα που περνούν οι ιδέες της, αλλά η ομορφιά που μεταφέρουν οι εικόνες της. Πριν, μετά και πέρα από τα επιμέρους μηνύματα των ταινιών του, ο Μάλικ είναι αθεράπευτα μαγευμένος από τη φύση, την οποία σκηνοθετεί μυσταγωγικά. Και το γεγονός πως η σύνθεση των επιμέρους τμημάτων της ταινίας δεν είναι η πλέον επιτυχημένη, δεν αναιρεί ότι μέσα σε αυτά τα επιμέρους τμήματα υπάρχει άφθονος χώρος για εικόνες που σε ευφραίνουν. Μια ταινία μεγαλειώδης και μάλλον αποτυχημένη, μάλλον αποτυχημένη αλλά και μεγαλειώδης.