Η Άννα, ο Γιάννης, η Μάρθα και η κυρία Θαλή «συναντιούνται» στη νουβέλα «Θέλετε να χορέψομε, Μαρία;» μέσα από τον ιδιαίτερα ελεύθερο λόγο της Μέλπως Αξιώτη. Στη θεατρική μεταφορά του έργου, που παρουσιάζεται στο Θέατρο Τ από τις 20 Νοεμβρίου, η Αννέτα Κορτσαρίδου είναι εκείνη που αφηγείται τη ζωή τους, σαν να φέρνει στο φως τέσσερις διαφορετικές πτυχές ενός προσώπου. Μαζί με τον σκηνοθέτη της παράστασης, Μιχάλη Τσουρουνάκη μάς προσκαλούν σε χορό, σε ένα βαλς υψηλών απαιτήσεων ακολουθώντας τον ρυθμικό και ποιητικό λόγο της Αξιώτη, η οποία «μας καλεί στη διαδικασία της επιθυμίας, της πράξης, της συνάντησης, μας προσκαλεί σε χορό!», όπως μας είπε ο σκηνοθέτης λίγο πριν την παράσταση σε μία συζήτηση μαζί με την ηθοποιό Αννέτα Κορτσαρίδου, σημειώνοντας η ίδια:

«Αν είμαστε παρόντες και ανοιχτοί σ’ αυτό το παιχνίδι θα δούμε τη Μαρία μας να περνάει και θα χορέψουμε μαζί της»:

Ας αρχίσουμε με το γιατί επιλέγετε να μεταφέρετε θεατρικά τη νουβέλα της Μέλπως Αξιώτη «Θέλετε να χορέψομε Μαρία;»;

Μιχάλης Τσουρουνάκης: Μου κάνετε την πιο δύσκολη ερώτηση που θα μπορούσατε να κάνετε σ’ έναν άνθρωπο που ασχολείται  με τη σκηνική τέχνη να απαντήσει στο γιατί. Όσο και να προσπαθώ, καμία απάντηση δεν με ικανοποιεί, καμία απάντηση δεν εμπεριέχει το όλον της προθέσεως. Όμως στη δική μας εργασία το αποτέλεσμα πρέπει να ξεπερνάει την πρόθεση, ν’ αφήνει χώρο στο ερήμην. Χάριν του διαλόγου θα σας πω όμως ότι ο λόγος της Αξιώτη μάς οδηγεί σε μια άλλη περιοχή αισθητικής. Ο ηθοποιός για να αρθρώσει τις μεγάλες σε διάρκεια φράσεις του λόγου της, καλείται να διαστείλει την αναπνευστική του διαδικασία με αποτέλεσμα να κατευθύνεται σε μια συνθήκη ανοίγματος και ελευθερίας. «Εκεί ενδέχεται να ξαναβρεί τη σοβαρότητα που είχε σαν παιδί όταν έπαιζε».

Ποιο είναι το σημείο στο έργο αυτό του 1940 που σας αφορούσε περισσότερο ώστε να καταπιαστείτε και να χτίσετε ολόκληρη την παράσταση.

Μ.Τ.: Το βλέμμα της συγγραφέως αναζητά συνεχώς το φως, με τη λαχτάρα, την επιμονή, την ξεροκεφαλιά, την αθωότητα, το ξάφνιασμα του μικρού παιδιού, γνωρίζοντας ότι τις περισσότερες φορές θα συναντήσει σκοτάδι. Μας καλεί στη διαδικασία της επιθυμίας, της πράξης, της συνάντησης, μας προσκαλεί σε χορό!

Μιλήστε μας για τη σκηνοθετική οδηγία/προσέγγιση προς την Αννέτα      Κορτσαρίδου σχετικά με την ερμηνεία της ιδιότυπης γραφής της Μέλπως Αξιώτη;

Μ.Τ.: Ο λόγος της Αξιώτη είναι ελλειπτικός, συχνά ρυθμικός, με λογικά άλματα, άλλοτε λαϊκός, άλλοτε ποιητικός και βρίσκεται πολύ κοντά στον προφορικό. Εμείς ακολουθούμε τις λέξεις δίνοντάς τους τον χώρο και τον χρόνο να μας αποκαλύψουν το νόημά τους. Ψάχνουμε μικρούς θησαυρούς, μικρές στιγμές, μια παύση ίσως, ένα βλέμμα, όχι απαραίτητα τα μεγάλα συναισθήματα, τις μεγάλες αντιδράσεις. Ο θεατής πρέπει να είναι συνδημιουργός και δική μας δουλειά είναι να του δίνουμε τα εργαλεία για να μπορεί να το πράξει. Όσο πιο αφτιασίδωτο είναι αυτό που παρουσιάζουμε τόσο περισσότερο χώρο αφήνει μέσα στη φαντασία του θεατή.

Πείτε μας για τους ήρωες που υποδύεστε και πώς αυτoί εξελίσσονται μέσα από την ερμηνεία σας.

Αννέτα Κορτσαρίδου: Στη θεατρική μεταφορά της νουβέλας  με τη μορφή μονολόγου είμαι η αφηγήτρια. Λέω την ιστορία των ηρώων. Της Άννας, του Γιάννη, της Μάρθας και της κυρίας Θαλής. Είναι σαν να φέρνω στο φως τέσσερις διαφορετικές πτυχές ενός προσώπου. Μοιράζομαι με τους θεατές τη διαδρομή τους στη ζωή, που είναι κοινή για όλους τους ανθρώπους. Η παιδική ηλικία και η αθωότητα, η ενήλικη ζωή, ο φόβος, η ωρίμανση, η απόρριψη, η μοναξιά, η αποδοχή, ο πόνος, η χαρά, η σύνδεση, ο έρωτας.

Ποια είναι η «Μαρία» που μάς «προσκαλεί» στον χορό αλλά δεν συναντάται ποτέ στο έργο ως υπαρκτό πρόσωπο;

Α.Κ.: Αυτή η πρόσκληση σε χορό, είναι ουσιαστικά, η επιθυμία της σύνδεσης. Πρώτα με τον εαυτό μας και στη συνέχεια με τους άλλους γύρω μας. Είναι η απόφαση να πάρουμε ενεργητική θέση απέναντι στην τραγικότητα της  ζωής και να προχωρήσουμε, να πάμε παρακάτω. Να ξαναβρούμε την αθωότητά μας και να παίξουμε με τη σοβαρότητα και τη χαρά ενός παιδιού, το παιχνίδι της ζωής. Αν είμαστε παρόντες και ανοιχτοί σ’ αυτό το παιχνίδι θα δούμε τη Μαρία μας να περνάει και θα χορέψουμε μαζί της: «…κάνε να συναντήσομε και την Μαρία μας, εκείνη τη στιγμή που θα περάσει, και θα φωτίσει ανάβοντας όλες τις λάμπες του ουρανού  η Μαρία μας.».

Τι είναι αυτό που μπορείτε να ξεχωρίσετε στην πολυτάραχη ζωή της Μέλπως Αξιώτη και σε ποια σημεία το συναντάται στο κείμενο Θέλετε να χορέψομε, Μαρία; που ερμηνεύετε;

Α.Κ.: Θα ήθελα να μιλήσω για την πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με αυτό το κείμενο πριν από 25 χρόνια. Το δουλεύαμε στο θεατρικό εργαστήρι «Εστία», με τον δάσκαλό μου, τον Γιάννη Ρήγα. Τότε, δεν γνώριζα τίποτα για τη Μέλπω Αξιώτη. Και ξαφνικά όταν το διάβασα, ήταν σαν να την ήξερα. Ο δημιουργός μιλάει μέσα από το έργο του. Η Αξιώτη φτάνει στην υπέρβαση. Κι εκεί μπορούμε να τη συναντήσουμε και να συναντηθούμε κι εμείς με τον εαυτό μας. Αυτό είναι και το αίτημα της παράστασης.

Μοιραστείτε μαζί μας ένα σημείο από το έργο που σας συγκινεί ιδιαίτερα.

Α.Κ.: «Έτρεμα μήπως δεν προλάβω να τα γνωρίσω όλα γύρω μου. Έτρεμα, πάλι, ύστερα, μήπως τελειώσουν όλα και δεν πομείνει τίποτα άλλο για την συνέχεια της ζωής. Αλλά η ζωή είναι μεγάλη και ησύχασα.».

Info παράστασης:

Θέλετε να χορέψομε, Μαρία; | 20 Νοεμβρίου – 5 Δεκεμβρίου | Θέατρο Τ