Υπάρχουν σκηνοθέτες που κάθε ταινία τους είναι σαν ένα κεφάλαιο σε ένα συνολικότερο έργο, το οποίο καθρεφτίζει εντελώς ευδιάκριτα τη ματιά τους, το ύφος τους, τις βασικές προβληματικές τους, τις εμμονές τους, και υπάρχουν και σκηνοθέτες σαν τον Φρανσουά Οζόν που, αδιαφορώντας ίσως για το πόσο εύκολα μπορούν να κατηγοριοποιηθούν από τους κριτικούς ή και το κοινό, επικεντρώνονται κυρίως στο να κάνουν πολύ σινεμά, χωρίς το ποσοτικά πολύ να λειτουργεί υπονομευτικά ως προς την ποιότητα του παραγόμενου αποτελέσματος. Με την τελευταία του ταινία, το «Θέλημα Θεού», καταπιάνεται με μια αληθινή ιστορία, ένα σκάνδαλο σεξουαλικής κακοποίησης δεκάδων παιδιών για δεκαετίες από έναν ιερέα της Καθολικής Εκκλησίας. H αρχική του πρόθεση ήταν να γυρίσει ντοκιμαντέρ, αλλά τελικά κατέληξε σε ταινία μυθοπλασίας, δραματοποιώντας τις ιστορίες και τις καταγγελίες των θυμάτων και χρησιμοποιώντας το αληθινό όνομα τόσο του υπό κατηγορία ιερέα, όσο και του ιεραρχικά ανώτερού του καρδιναλίου που κατηγορήθηκε πως, ενώ γνώριζε από πολύ παλιά για την εγκληματική δράση του ιερέα, είχε ουσιαστικά συγκαλύψει το θέμα. Θεώρησε ότι δεν πρέπει να περιμένει να κριθεί δικαστικά η υπόθεση και προχώρησε στην υλοποίηση του φιλμ. Ο ιερέας δεν έχει δικαστεί ακόμη, ενώ τον προηγούμενο μήνα ο καρδινάλιος καταδικάστηκε για τη συγκάλυψη των καταγγελιών.

Στο «Θέλημα Θεού» ο Οζόν δομεί την αφήγησή του σαν μια σκυταλοδρομία μεταξύ των -ώριμων αντρών πια- θυμάτων του ιερέα. Θα εστιάσει σε τρία από αυτά, αναδεικνύοντας και μια βασική διαφορά στόχευσής τους, παρά το κοινό σημείο εκκίνησής τους. Αρχικά θα παρακολουθήσουμε τις προσπάθειες που κάνει ο Αλεξάντρ, χάρη στον οποίο άρχισε να αναδεικνύεται το σκάνδαλο.

Ο Οζόν φιλμάρει τους ήρωές του με τρυφερότητα και στοργή

Ο Αλεξάντρ έχει μια καλή δουλειά (είναι υψηλόβαθμο τραπεζικό στέλεχος), μια καλή γυναίκα, μια καλή οικογένεια με πέντε παιδιά. Εντελώς κλιν κατ, εντελώς καθαρά όλα στη ζωή του, εντελώς πιστός Χριστιανός κι ενεργό μέλος της Εκκλησίας, θα διαπιστώσει τυχαία μια μέρα πως ο ιερέας που τον κακοποιούσε όταν ήταν παιδί, δεν έχει πεθάνει όπως νόμιζε, αντίθετα όχι μόνο εξακολουθεί και παραμένει στο πόστο του, αλλά επιπρόσθετα εξακολουθεί να βρίσκεται τριγύρω σε ανυποψίαστα παιδιά. Η οργή του δεν αναιρεί την εμπιστοσύνη του στους εκκλησιαστικούς θεσμούς και στον τρόπο εσωτερικής λειτουργίας της εκκλησίας, έτσι θα απευθυνθεί πρώτα στην ίδια την Εκκλησία, επιχειρώντας να ξεκαθαριστεί το ζήτημα εντός της. Είναι τόση η εμπιστοσύνη του που θα του πάρει καιρό να καταλάβει ότι κανενός είδους οικειοθελής εσωτερική κάθαρση δεν θα επέλθει. Όταν τελικά κάνει μήνυση, εν γνώσει του ότι το εις βάρος του αδίκημα έχει παραγραφεί, θα οδηγήσει την έρευνα της αστυνομίας σε άλλα θύματα, κάποιων από τα οποία οι καταγγελίες αφορούν μη παραγεγραμμένα αδικήματα.

Ένα από τα θύματα που αναλαμβάνει ρόλο μπροστάρη στη δημοσιοποίηση της υπόθεσης, στη δημιουργία σχετικού σωματείου καθώς και ιστοσελίδας συλλογής μαρτυριών, είναι ο Φρανσουά. Σε αντίθεση με τον Αλεξάντρ, ο Φρανσουά είναι πια άθεος. Για τον Φρανσουά το μείζον θέμα δεν είναι ο παιδόφιλος ιερέας, αλλά η μακρόχρονη ανοχή και αδράνεια της Εκκλησίας απέναντι σε όσα έκανε, ανοχή και αδράνεια που του επέτρεψε έτσι εκ των πραγμάτων να συνεχίζει να κακοποιεί σεξουαλικά επί δεκαετίες παιδιά. Στο τέλος ο Οζόν θα ρίξει το κέντρο βάρους στον Εμμανουέλ. Ενώ τόσο ο Αλεξάντρ όσο και ο Φρανσουά είναι αυτό που λέμε «καλά προσαρμοσμένα» μέλη της κοινωνίας, πλήρως λειτουργικά και δραστήρια, με τις καλές τους δουλειές και τις καλές τους οικογένειες, ο Εμμανουέλ είναι άνεργος, έχει τοξική σχέση με την κοπέλα του, έχει προβλήματα υγείας, είναι ο πιο τραυματισμένος και ο πιο εύθραστος.

Το «Θέλημα Θεού» είναι ανθρωποκεντρική ταινία. Ο Οζόν φιλμάρει τους ήρωές του με τρυφερότητα και στοργή. Οι αναφορές στα τραυματικά περιστατικά της παιδικής ηλικίας δεν προσπαθούν να εκβιάσουν επ’ ουδενί τη συγκίνηση του θεατή, ωστόσο η συγκίνηση δεν είναι απούσα. Σαραντάρηδες και τριαντάρηδες άντρες αντί να κρυφτούν, αντί να κρύψουν το τραύμα τους, βγαίνουν γενναία μπροστά και δηλώνουν ότι υπήρξαν θύματα ως παιδιά, και ακριβώς δια αυτής της δηλώσεως, δια αυτής της γενναιότητας, στέκονται στο αντίθετο άκρο της θυματοποίησης. Είναι κύριοι του εαυτού τους, κύριοι της μοίρας τους, διεκδικούν δικαίωση, διεκδικούν δικαιοσύνη, γεμίζουν με κουράγιο ομοιοπαθείς τους να σταθούν στο πλάι τους, οδηγούν σε αλλαγή της νομοθεσίας με επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής για τέτοιας φύσης αδικήματα από είκοσι σε τριάντα χρόνια, φέρνουν στο φως ένα σκάνδαλο που ακριβώς επειδή σκανδάλιζε έμενε στο σκοτάδι. Όχι μόνο για τους ίδιους, προφανώς είναι κάτι που συνέβαινε στους κόλπους της Εκκλησίας επί αιώνες. Αλλά ποιος να τολμήσει να μιλήσει παλιά για αυτά;

Ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι ότι ο συγκεκριμένος ιερέας δεν αρνήθηκε ποτέ τις πράξεις του. Και στο παρελθόν και μετά τις αποκαλύψεις έλεγε ότι, ναι, τα έκανα όλα αυτά που μου καταλογίζετε, δεν ήθελα να σας κάνω κακό, αλλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Είτε μπορούσε είτε δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, η Εκκλησία θα μπορούσε σίγουρα να τον είχε διώξει. Η Εκκλησία και όλες οι Εκκλησίες έκριναν διαχρονικά ότι έπρεπε να προστατευθούν από τα σκάνδαλα, ότι το κύρος τους δεν έπρεπε να τρωθεί. Μαζί με τις Εκκλησίες σώπαιναν και οι γονείς. Δεν ήταν πράγματα αυτά να μαθευτούν για τα παιδιά τους. Όσο για τα παιδιά, αυτά πώς να μη σωπαίνουν; Τουλάχιστον τα συγκεκριμένα παιδιά όταν μεγάλωσαν ήρθε η στιγμή που αντέδρασαν. Τίποτα στη ζωή δεν αλλάζει χωρίς αγώνα, χωρίς αντίδραση, χωρίς δυσκολία, χωρίς κόστος.