Η Ευρώπη σε κρίση, ο εθνικοσοσιαλισμός σε άνοδο και οι πνευματικοί άνθρωποι κλεισμένοι σε μια προσωπική ομφαλοσκόπηση: μόνο με δυο λόγια, μπορεί να ερμηνεύσει κανείς το ενδιαφέρον των σύγχρονων Ελλήνων σκηνοθετών για τον Τόμας Μπέρνχαρντ. Τον Γιάννο Περλέγκα (πέρυσι με τον «Ιμμάνουελ Καντ» – και φέτος με τον «Αδαή και παράφρονα») διαδέχτηκε ο Ακύλλας Καραζήσης με τον «Θεατροποιό».

Στο πιο αυτοαναφορικό από τα θεατρικά του έργα, ο Μπέρνχαρντ κορυφώνει -αν αναλογιστεί κανείς πως πρόκειται για έργο της όψιμης περιόδου (έτος γραφής 1984)- όλες τις θεματικές της πρότερης δραματουργίας του: εμμονές του καλλιτέχνη, ρόλο της τέχνης και των πνευματικών ανθρώπων, υπαρξιακή και καλλιτεχνική αγωνία, φόβο της φθοράς. Παράλληλα, εκφράζει κι εδώ έντονα την πίκρα του για τη «μεγάλη εικόνα»: την πολιτική σήψη και την πνευματική παρακμή, που έστρωσαν το έδαφος για την επικράτηση του εθνικοσοσιαλισμού· το με κάθε τρόπο διατυπωμένο -είτε εμμέσως στα έργα του, είτε ευθέως- μένος του για τη στάση που κράτησε η πατρίδα του, η Αυστρία, κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήρθε η ιστορία να αποδείξει πως δεν είναι ούτε ξεπερασμένο, ούτε «τοπικού» ενδιαφέροντος. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Μπέρνχαρντ, ως ένας νεότερος Τσέχωφ, χαρακτήριζε τα έργα του κωμωδίες. Και είναι· γκροτέσκες, ειρωνικές κωμωδίες, που πραγματεύονται και επαναλαμβάνουν τις ίδιες προβληματικές. Ανάμεσά τους, ο «Θεατροποιός» λειτουργεί παράλληλα σαν μια τελική, συνολική αποτίμηση του συγγραφέα για το θεατρικό σανίδι – ένα homage στο θέατρο και τους ανθρώπους του.

02-2

Στο έργο, παρακολουθούμε το μονόλογο ουσιαστικά ενός σπουδαίου, κατά τα λεγόμενά του, πρωταγωνιστή του Κρατικού Θεάτρου, που στη δύση της καριέρας του επισκέπτεται μια ασήμαντη επαρχιακή πόλη, προκειμένου να παρουσιάσει με το θίασό του, δηλαδή με τη σύζυγο και τα δυο παιδιά του, το έργο που έχει συνθέσει ο ίδιος: ένα φιλόδοξο -αλλά κωμικό εντέλει- ιστορικό κολάζ, όπου συναντιούνται ο Ναπολέων, ο Τσώρτσιλ, ο Χίτλερ και η μαντάμ Κιουρί. Μπροστά στους, βουβούς ουσιαστικά, υπόλοιπους ρόλους (γιο, κόρη, σύζυγο, ξενοδόχο), ο «θεατροποιός» Μπρουσκόν -όπως αυτοπροσδιορίζεται- θα επιδοθεί σε μια ακατάσχετη φλυαρία, αναπολώντας περασμένα μεγαλεία, οικτίροντας τη μοίρα που τον έριξε σε μια «θλιβερή απολίτιστη» πόλη, διακηρύττοντας την πνευματική και καλλιτεχνική του υπεροχή, ή βγάζοντας πύρινους λόγους περί πολιτικής και τέχνης· ταυτόχρονα, θα απογυμνώσει μπροστά στους θεατές την αθέατη πλευρά του θεάτρου και, κυρίως, την ψυχολογία του θεατρίνου, με όλες του τις αδυναμίες και όλο το μεγαλείο του.

thomas2

Όπως είναι φυσικό, η παράσταση του έργου εξαρτάται καθοριστικά από τις ικανότητες και την απόδοση του ερμηνευτή που θα αναλάβει το βάρος του κεντρικού ρόλου. Άξιος ο Νίκος Χατζόπουλος που τον υποδύθηκε -προφανώς και ο Ακύλλας Καραζήσης στην καθοδήγηση-, πλούτισε την ερμηνεία του με μια γκάμα -ανεπαίσθητων κάποιες φορές- αποχρώσεων, διασχίζοντας την απόσταση από την έκφραση της καλλιτεχνικής του αφοσίωσης, ως την (κωμική) μεγαλομανία.

Ο Καραζήσης ριψοκινδύνευσε, ενδεχομένως, δίνοντας στην παράσταση έντονα κωμικό χαρακτήρα

Η σκηνική ευστροφία της σκηνοθεσίας αποδείχθηκε, όμως, στο σημείο εκείνο που η παράσταση κινδύνευσε να κουράσει (αν και ακόμη κι αυτό δεν είναι αναιτιολόγητο, καθώς η επαναληψιμότητα είναι δομικό στοιχείο της γραφής του Μπέρνχαρντ), με την εμφάνιση, δηλαδή, των παιδιών του ήρωα (Άρης Μπαλής, Δήμητρα Βλαγκοπούλου). Η αισθητική αντίθεση ανάμεσα στη σκηνική παρουσία τους και αυτή του Μπρουσκόν, στάθηκε αποκαλυπτική της μεταξύ τους σχέσης· η θεατρική φόρμα που επέλεξε ο Καραζήσης για να καταδείξει τον ευνουχισμό τους από τον πατέρα, όψη και ερμηνεία δηλαδή που θύμιζαν νευρόσπαστα, πρόσθεσε πολλούς πόντους στη θεατρικότητα της παράστασης και της προσέδωσε ένα απολύτως προσωπικό ύφος. Στο ίδιο ύφος και η σύζυγος (σε εμφάνιση-έκπληξη του σκηνοθέτη), χωρίς όμως να της δοθεί ο απαραίτητος χρόνος ώστε να δημιουργήσει σχέσεις επί σκηνής.

thomas

Ο Καραζήσης ριψοκινδύνευσε, ενδεχομένως, δίνοντας στην παράσταση έντονα κωμικό χαρακτήρα, όμως κατόρθωσε να μην κουκουλώσει πίσω από αυτόν τη δραματικότητα του έργου· αντιθέτως, επιχείρησε και εν πολλοίς κατάφερε να καταδείξει το πικρό του γέλιο. Δεν ξέρω τι τύχη (θα) έχει η παράσταση στην εκπνοή της σεζόν, αλλά αξίζει να επαναληφθεί. Συν τοις άλλοις, και ως ένας φόρος τιμής σε όσους κάνουν θέατρο στην Ελλάδα του 2016.

Κεντρική φωτογραφία άρθρου: Ελεονόρα Λύτρα

Info παράστασης: Ο Θεατροποιός, του Τόμας Μπέρνχαρντ σε σκηνοθεσία Ακύλλα Καραζήση | 19 Μαρτίου – 23 Απριλίου 2016 | Παρασκευή & Σάββατο, στις 21.15 | Είσοδος 8 – 15€ | Θέατρο Πόρτα