Μετά από ένα σωρό καλλιτέχνες που εμπνεύστηκαν στη διάρκεια των χρόνων από την «Ανθρώπινη Φωνή», τη σκυτάλη πήρε ο Πέδρο Αλμοδόβαρ, ο οποίος διασκευάζοντας ελεύθερα τον μονόλογο του Ζαν Κοκτώ κάνει μία μικρού μήκους (εικιοσιεπτάλεπτη) ταινία, με πρωταγωνίστρια την Τίλντα Σουίντον.

Στους ευρηματικότατους τίτλους αρχής, τα ονόματα των συντελεστών σχηματίζονται με εργαλεία, μεντεσέδες, μπουλόνια, μέτρα. Κάτι είναι έτοιμο να συναρμολογηθεί; Όχι, κάτι είναι έτοιμο να καταρρεύσει. Η ηρωίδα θα πάει σε ένα κατάστημα με εργαλεία, όχι γιατί είναι σε φάση χτισίματος, αλλά γιατί είναι σε φάση κατεδάφισης. Μια φάση που δεν επέλεξε η ίδια, μια φάση που επέλεξε ο επί τέσσερα χρόνια σύντροφός της, και τώρα πια, εδώ και τρεις μέρες, όχι πια σύντροφός της. Θα αγοράσει απ’ το κατάστημα ένα τσεκούρι.

Επιστρέφει σπίτι. Δεν μας είναι ένα άγνωστο σπίτι, έχουμε βρεθεί τόσες φορές σε αυτό το σπίτι, οι δεκαετίες περνάνε και το σπίτι των ταινιών του Αλμοδόβαρ το νιώθουμε σαν δικό μας σπίτι. Το επισκεπτόμαστε μια φορά ακόμα. Είναι σαν να ξέρουμε κάθε πλακάκι, κάθε ντουλάπι, που είναι τοποθετημένο το κάθε τι, ποιο χρώμα βρίσκεται που, ποιο σχέδιο βρίσκεται που. Υπό μια έννοια, σαν την ηρωίδα έχουμε επιστρέψει κι εμείς σπίτι. Ο Αλμοδόβαρ μας δείχνει όμως και τη μεταλύτερη εικόνα. Κοιτάξτε, είναι και δεν είναι σπίτι. Κοιτάξτε, αυτό το σπίτι στεγάζεται σε ένα μεγαλύτερο σπίτι, σε ένα κινηματογραφικό στούντιο. Κοιτάξτε, εδώ μένω, εδώ μένουμε, εδώ συναρμολογούμε σκηνικά, εδώ στήνουμε σπίτια, τοποθετώντας μέσα τους ανθρώπους που τραντάζονται απ’ τις ιστορίες που τραντάζουν τους ανθρώπους.

Εδώ και τρεις μέρες την άφησε λοιπόν. Εδώ και τρεις μέρες της είπε ότι η σχέση τους τελείωσε. Του έχει ετοιμάσει σύμφωνα με τις οδηγίες του τις βαλίτσες. Τον περιμένουν στην είσοδο. Τον περιμένει κι εκείνη. Χωρίς άλλη υπομονή να περιμένει, μέχρι που την παίρνει στο τηλέφωνο. Του μιλάει και χωρίς να ακούμε τι λέει εκείνος, καταλαβαίνουμε. Καταλαβαίνουμε ότι η σχέση τους ήταν εξαρχής ανισοβαρής, ότι εξαρχής μπήκε σε θέση ευγνωμοσύνης για αυτό που της συνέβαινε κι αυτό που είχαν. Εκείνος είχε παράλληλες ιστορίες και αυτή το γνώριζε, αλλά το γεγονός ότι το γνώριζε δεν την προφύλαξε απ’ το να πονάει σαν ζώο. Αλήθεια, τι περίεργη έκφραση. Πονάνε περισσότερο τα ζώα απ’ τους ανθρώπους; Ωστόσο δεν είναι ότι υπέφερε συνολικά στη σχέση. Πήρε σε αντάλλαγμα τέσσερα χρόνια που ήταν με τον άνθρωπο με τον οποίο ήθελε να είναι. Είναι άραγε ένα πάτερν που ακολουθεί σε όλη τη ζωή της; Ένα πάτερν βάσει του οποίου μπαίνει στις ερωτικές σχέσεις κρατώντας ρόλο δεύτερο και αφιερωμένο και εξαρτημένο; Ή δεν πρόκειται για πάτερν αλλά για εξαίρεση και απλά γνώρισε στο πρόσωπό του έναν μεγάλο έρωτα, για τον οποίο έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι της να κάνει για να είναι μαζί του; Ό,τι απ’ τα δύο κι αν συμβαίνει γενικά, ειδικά εδώ, ειδικά στη σχέση της μαζί του, στη σχέση που μόλις τέλειωσε, του μιλά στο τηλέφωνο για το σκυλί τους και του λέει ότι εσένα θέλει, εσένα ψάχνει, εσύ είσαι το αφεντικό. Του μιλά και νιώθεις ότι με έναν τρόπο τα αφοσιωμένα σκυλιά με το αφεντικό στο σπίτι ήταν ως τώρα δύο, ότι είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της έναν ρόλο αφοσιωμένου σκύλου.

Δεν είχες καταλάβει, του λέει στο τηλέφωνο, πόσο φοβόμουν όταν βρισκόμασταν στην κουζίνα μήπως σου μπήξω το μαχαίρι στο στήθος; Όχι, όχι, φυσικά δεν ήθελα να σε σκοτώσω. Ποτέ δεν θα το έκανα. Ο φόβος με προστάτευε. Ο ίδιος φόβος που ταυτόχρονα με μαγνήτιζε. Ποιος φόβος όμως; Ο φόβος μήπως πάθεις κάτι κακό; Ο φόβος μήπως πάθεις κάτι κακό και σε χάσω; Μα όταν το φοβάσαι αυτό διαρκώς, όταν βρίσκεσαι υπό τη διαρκή -ή έστω τη συνεχώς επανερχόμενη- σκιά της απειλής του, μήπως ακριβώς η αποτελεσματικότερη διαφυγή είναι να εξαφανίσεις την απειλή δια της πραγματοποίησής της, να εξαφανίσεις τον φόβο δια της πραγμάτωσής του; Και η απειλή του να πάθεις κακό και να σε χάσω και ο φόβος μήπως πάθεις κακό και σε χάσω, θα εξαφανιστούν απ’ τον ορίζοντα αν το κακό στο προκαλέσω εγώ και σε χάσω.

Δεν μπορούσα να έχω χιούμορ μαζί σου. Δεν μπορούσα να είμαι διασκεδαστική δίπλα στον άνθρωπο που θα ήθελα να είμαι διασκεδαστική περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Το χιούμορ είναι ένα ξεγύμνωμα και μια τρικλοποδιά. Ο έρωτας είναι μια εσωτερική σκηνοθεσία και το χιούμορ είναι ένα πίσω από τις κάμερες. Ο έρωτας σε καθηλώνει και το χιούμορ είναι μια αποκαθήλωση. Όχι, δεν μπορούσα να είμαι αστεία μαζί σου. Προσπάθησα να είμαι μαγευτική. Το χιούμορ είναι πάντα μια απομάγευση. Μπορείς να γελάσεις με τα πάντα, αλλά όχι με τον έρωτα, όχι όσο είσαι μέσα του. Ο έρωτας δεν είναι παίξε – γέλασε, αν είναι να γελάσουμε θα γελάμε από κοινού με τους άλλους, όχι ο ένας με τον άλλο. Ό,τι κι αν λένε. Είναι εκ φύσεως βαρύγδουπος και σοβαροφανής ο έρωτας. Κανείς άλλος δεν παίρνει τόσο σοβαρά τον εαυτό του όσο ο έρωτας. Ό,τι κι αν λένε. 

Σου έχω εδώ κρατημένα τα γράμματά σου για να στα επιστρέψω. Όχι από γινάτι, αλλά για να μη φοβηθείς ποτέ ότι μπορώ να τα χρησιμοποιήσω εις βάρος σου. Οι μόνες λέξεις που κρατάω, τα μόνα λόγια που δεν μπορώ να σου γυρίσω είναι όσα μου είπες από κοντά. Αυτά, χωρίς έναν υλικό φορέα να τα κουβαλάει, θα σβήσουν απ’ τη μνήμη μου πιο δύσκολα.

Το σπίτι μας. Κοιτάξτε, το σπίτι είναι ένα σκηνικό. Το σπίτι ήταν και το σκηνικό της σχέσης μας και της κοινής μας ζωής. Εδώ ανεβάσαμε το έργο μας, εδώ γυρίσαμε την ταινία μας, εδώ τρανταχτήκαμε με τις ιστορίες που τραντάζουν τους ανθρώπους. Ξέρω ότι δεν σου αρέσει να κάνω σκηνές, αλλά κοίτα. Κοίτα τώρα το σπίτι μας. Κοίτα τώρα το σκηνικό μας. Κοίτα τι του έκανες, κοίτα τι πρέπει να κάνω. Ανοίγω την πόρτα του μεγαλύτερου σπιτιού, του σπιτιού που φιλοξενούσε το σπίτι. Βγαίνω από το κινηματογραφικό στούντιο. Θα πενθήσω το αφεντικό που έχασα, θα πενθήσω τον έρωτα που έχασα. Και θα επιστρέψω ξανά. Στο στούντιο. Να χτίσω ένα ακόμα σπίτι. Να πω μια ακόμα ιστορία. Να τραντάξω και να τρανταχτώ.