Λονδίνο, αρχές δεκαετίας 70, ψυχρός πόλεμος. Ο αρχηγός της υπηρεσίας πληροφοριών καλεί εξωυπηρεσιακά έναν πράκτορά του. Του αναθέτει μια αποστολή εκτός πρωτοκόλλου και μυστική σε όλους. Να πάει στην Ουγγαρία να συναντήσει έναν πληροφοριοδότη που ισχυρίζεται ότι έχει στοιχεία για την ύπαρξη διπλού πράκτορα στην υπηρεσία τους. Και μάλιστα στα υψηλότερα κλιμάκιά της. Ο αρχηγός έχει καταλήξει ότι ο διπλός πράκτορας είναι ένας από τους πέντε κορυφαίους επιτελείς του. Η αποστολή καταλήγει σε φιάσκο, ο επικεφαλής αποστρατεύεται, και μαζί του το δεξί του χέρι, ο μεσήλικος πράκτορας Τζορτζ Σμάιλι (που ήταν κι ένας από τους πέντε υπόπτους). Λίγο καιρό μετά, φτάνουν και στο υπουργείο που εποπτεύει την υπηρεσία πληροφορίες για την ύπαρξη διπλού πράκτορα. Ο Σμάιλι καλείται να επανέλθει ανεπίσημα στην ενεργό δράση, προκειμένου να ερευνήσει αν ευσταθούν και σε περίπτωση πού ευσταθούν να ανακαλύψει ποιός είναι αυτός που παίζει το διπλό παιχνίδι.

———-

Το “Τinker Tailor Soldier Spy”, το μπεστ σέλερ του 1974 του Τζον Λε Καρέ, είχε μεταφερθεί με μεγάλη επιτυχία το 1979 σε μίνι σειρά επτά επεισοδίων του ΒΒC, με τον Άλεκ Γκίνες στο ρόλο του Σμάιλι. Ό,τι κι αν κόψεις στην προσαρμογή και όσα κι αν αφαιρέσεις, πώς χωράς ένα υλικό που στην τηλεοπτική μεταφορά του διήρκεσε έξι – επτά ώρες σε δύο ώρες και κάτι, χωρίς να το κατακρεουργήσεις; Στο «Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι», ο Σουηδός σκηνοθέτης Τόμας Άλφρεντσον (του πειραγμένα βαμπιρικού «Άσε το κακό να μπει») μαζί με τους σεναριογράφους του (που είναι και υποψήφιοι για το όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου) δίνουν την απάντηση με ένα μάθημα κινηματογραφικής αφήγησης. Ελλειπτικότητα, πυκνότητα, απρόσμενες λύσεις. Ένας ήρωας μιλάει για κάτι που έγινε στο παρελθόν, μεταφερόμαστε στο παρελθόν, πριν τελειώσει η πρόταση έχουμε ξαναγυρίσει στο παρόν, υπάρχει ένα συχνό πηγαινέλα ανάμεσα στο τώρα και στο τότε, αλλά όχι για να μπερδευτούμε ή να εντυπωσιάσει ο σκηνοθέτης, αλλά επειδή έτσι καταφέρνει να πει σε ένα λεπτό κάτι που θα χρειαζόταν υπό πιο συμβατικές λύσεις δύο και τρία. Επανερχόμαστε σε σκηνές που έχουμε δει και τις ξαναβλέπουμε από άλλες γωνίες τους, υπό άλλο μάτι. Η προσοχή σου πρέπει να είναι τεταμένη, γιατί οι πληροφορίες δεν σου σερβίρονται στο πιάτο, αλλά απαιτούν κι από σένα να συμμετέχεις λίγο πιο ενεργά. Αν ακούγεται αγχωτικό, όχι, δεν είναι. Ίσως και ο θεατής να καλείται να γίνει κατάσκοπος της ταινίας που παρακολουθεί, να παρατηρεί, να συνάγει, να ενώνει μόνος του κομμάτια πληροφοριών. Από την άλλη δεν αποκλείεται να χάσεις και πράγματα. Αν τα χάσεις όμως δεν θα τα χάσεις επειδή το έργο είναι μπερδεμένο και χαοτικό, αλλά επειδή σου προσφέρεται ένα πλουσιότατο υλικού πληροφοριών, μέσω μιας απαιτητικής κινηματογραφικής αφήγησης.

Εκτός από την δεξιοτεχνία στην αφήγηση, η ταινία ξεχωρίζει για την ατμόσφαιρά της (η υπέροχη μουσική είναι του -επίσης υποψήφιου για όσκαρ- Αλμπέρτο Ινγκλέσιας) και φυσικά τους ηθοποιούς της. Ο Γκάρι Όλντμαν με κοκκάλινα γυαλιά, ανέκφραστος αλλά ταυτόχρονα εκφραστικός (ας τον πούμε εκφραστικά ανέκφραστο), υποδύεται έναν κατάσκοπο που δεν τρέχει, δεν σκαρφαλώνει, δεν κάνει ακροβατικά, αλλά κινεί νήματα και αποκρυπρογραφεί ανθρώπους, κερδίζοντας την πρώτη υποψηφιότητα της καριέρας του (μιας καριέρας γεμάτης φωνακλάδικων ρόλων), για έναν ήρωα που μιλάει μόνο όταν έχει κάτι να πει. Δίπλα του, ένα καστ με Κόλιν Φερθ, Τομ Χάρντι, Τζον Χερτ, Σιάραν Χιντς, να μην παραδίνουν ερμηνείες αντάξιες του Όλντμαν, αλλά μόνο και μόνο που είναι εκεί φτάνει και περισσεύει.

——–

Η κρυμένη αμφιβολία του φανατικού: Το μυθιστόρημα ανήκει στην λεγόμενη “τριλογία του Κάρλα”. Ο Κάρλα είναι ο επικεφαλής των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών και ο Σμάιλι λέει ότι προσπαθούν να χτυπήσουν ο ένας τις αδυναμίες του άλλου. Αφηγείται λοιπόν ότι πριν από αρκετά χρόνια είχαν βρεθεί για λίγο πρόσωπο με πρόσωπο και είχε ανεπιτυχώς προσπαθήσει να τον κάνει να “σπάσει” και να τον προσηλυτίσει. Δεν τα κατάφερε γιατί αποδείχτηκε φανατικός ιδεολόγος. Τότε ήταν που κατάλαβα ότι μπορεί να νικηθεί, συνεχίζει. Γιατί; Επειδή, όπως λέει, «ο φανατικός κρύβει πάντα μια μυστική αμφιβολία». Περίεργη εκ πρώτη όψης η συλλογιστική του. Τον συμφεροντολόγο μπορείς να τον πάρεις με το μέρος σου προσφέροντάς του καλύτερες συνθήκες ζωής. Τον φανατικό όμως όχι. Κι έπειτα τι παραδοξολογία είναι αυτή για την αμφιβολία μέσα στο φανατισμό; Αφού ο φανατισμός συνίσταται ακριβώς στην εξάλειψη των αμφιβολιών, στον καθαρισμό του πεδίου από δεύτερες σκέψεις, στην πίστη. Ίσως όμως όταν ο αντίπαλός σου νοηματοδοτείται από ένα αξιακό σύστημα και βασίζει τη ζωή του πάνω στην πίστη του σε αυτό, τότε το έδαφος που στηρίζεται είναι δεδομένο και ξέρεις πού να στοχεύσεις, τι να προσπαθήσεις να υπονομεύσεις. Αντίθετα οι συμφεροντολόγοι είναι πιο απρόβλεπτοι, το έδαφος που πατάνε δεν είναι σταθερό, αφού το συμφέρον είναι κάτι που εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και μεταβλητές.

Έπειτα, όσο τυφλά κι αν πιστεύει ο φανατικός, κάθε πίστη κουβαλά μαζί της και την αμφιβολία, αφού προϋποθέτει την ύπαρξή της. Φανατικός νοείται μόνο σε έδαφος που αντικειμενικά ανθίζει η αμφιβολία. Γιατί αν αμφιβολία εξαρχής δεν υπάρχει, τότε δεν έχει νόημα να μιλάμε και για πίστη. Δεν έχει π.χ. νόημα να πούμε ότι πιστεύουμε πως μια μέρα θα πεθάνουμε (αφού αυτό είναι αναμφίβολο). Δεν έχει επίσης νόημα να πούμε ότι πιστεύουμε πως αυτή τη στιγμή που μιλάμε δεν ζούμε (αφού ούτε εδώ υπάρχει αμφιβολία κι αν το πιστεύαμε δεν θα βρισκόμασταν στη σφαίρα του φανατισμού, αλλά στη σφαίρα της ψυχικής διαταραχής). Τι συμβαίνει όμως μετά το θάνατο; Εκεί, επειδή υπάρχει η αμφιβολία, έχει νόημα να πούμε ότι πιστεύουμε φανατικά πως υπάρχει ή δεν υπάρχει μετά θάνατον ζωή. Τι συμβαίνει με τη ζωή που ζούμε; Πώς μπορεί να γίνει καλύτερη; Εκεί κι αν υπάρχει αμφιβολία. Έχει λοιπόν νόημα να πούμε ότι, όπως ο Κάρλα, πιστεύουμε φανατικά πως έχουμε βρει την απάντηση για το σύστημα που θα την κάνει καλύτερη. Αυτό λοιπόν που μοιάζει με παραδοξολόγημα μπορεί να είναι αλήθεια, υπό την έννοια ότι η αμφιβολία προσδιορίζει την ταυτότητά του φανατικού. Είναι ό,τι είναι επειδή δεν αμφιβάλλει πια. Εξαρτάται λοιπόν πολύ περισσότερο από την αμφιβολία, από ό,τι ο αδιάφορος. Ο κόσμος του αδιάφορου δεν στηρίζεται στην νικημένη αμφιβολία, άρα δεν μπορεί και να γκρεμιστεί από την επάνοδό της.

——-

Η αξιοπρέπεια της μεγάλης μυστικότητας: Ο Λε Καρέ ήταν και ο ίδιος κατάσκοπος. Τα δύο πρώτα του μυθιστορήματα είχαν ήρωα τον Σμάιλι, αλλά ήταν μετά το τρίτο, τον «Κατάσκοπο που γύρισε απ’ το κρύο» που εγκατέλειψε το πρακτοριλίκι για να γίνει φουλ τάιμ συγγραφέας. Σε συνέντευξή που έδωσε πριν μερικά χρόνια λέει την εξής εκπληκτική φράση εξηγώντας το γιατί έγινε κατάσκοπος: Ι longed for the dignity which great secrecy confers upon you. Λαχταρούσα την αξιοπρέπεια που σου προσδίδει η μεγάλη μυστικότητα. Εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι αναξιοπρεπές να ζεις στα μυστικά, να κρύβεσαι, να παριστάνεις ότι είσαι κάτι που δεν είσαι. Ίσως όμως η φτιαξιά του κατασκόπου να είναι αυτή: να βρίσκει σε αυτή τη συνθήκη όχι κάτι που σε κάνει να ντρέπεσαι, αλλά κάτι που σε κάνει να νιώθεις αξιοπρεπής. Κουβαλάς τα μυστικά σου σαν παράσημα και το ότι τους είσαι πιστός, ότι τα σέβεσαι, ότι δεν τα αποκαλύπτεις, σε γεμίζει αυτοεκτίμηση.

——–

Το χέρι στην κουπαστή: Δράση, όπως έχουμε συνηθίσει να την σκεφτόμαστε σε κατασκοπευτικές ταινίες, υπάρχει πολύ λίγη. Η ταινία βασικά στο μυαλό απευθύνεται και το μυαλό αποζημιώνει και με το παραπάνω. Μόνο το μυαλό και όχι και την καρδιά; Υπάρχει ένας διακριτικός χώρος και για αυτήν. Και δεν αναφέρομαι τόσο στο τι συμβαίνει στις ματιές αλλά και κάτω από τα μάτια του Μαρκ Στρονγκ και του Κόλιν Φερθ, όσο στο χέρι του Γκάρι Όλντμαν, που όταν γυρνά σπίτι του και διαπιστώνει ότι στο σαλόνι του κάποιος τον περιμένει, πιάνεται με ταραχή από την κουπαστή της σκάλας.