«To Αυτό», το τεράστιο σε μέγεθος μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ που ως τώρα είχε μεταφερθεί μόνο σε τηλεοπτική σειρά και θεωρούνταν πολύ δύσκολο να μεταφερθεί στο σινεμά, κόπηκε σε δύο ταινίες. Στην προ διετίας πρώτη, περιγράφονταν τα γεγονότα όπου μια σειρά φρικαλέων γεγονότων τρομοκρατούσαν μια παρέα επτά προεφήβων και στη δεύτερη, 27 χρόνια αργότερα, το δαιμονικό κακό -ο δαίμων «Το Αυτό»- επιστρέφει για να τους ξανασυναντήσει. Στο μυθιστόρημα οι πλοκές αναπτύσσονται παράλληλα και οι χρονολογίες που διαδραματίζονται τα γεγονότα είναι με βάση το χρόνο συγγραφής του βιβλίου, ήτοι το 1986 και 27 χρόνια πίσω στο 1959. Στην κινηματογραφική διασκευή οι χρόνοι έγιναν 1989 για την πρώτη ταινία και 2016 για τη δεύτερη.

Στο «Το Αυτό: Κεφάλαιο 2», από τους επτά φίλους της παρέας των losers, μόνο ο Mάικ, ο μαύρος της παρέας, έχει ξεμείνει κι έχει περάσει όλη τη ζωή του στη μικρή κωμόπολη του Ντέρι του Μέιν, ζώντας σε μια σοφίτα πάνω από την τοπική βιβλιοθήκη κι έχοντας αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο να βρει τι είδους μορφή ζωής αποτελεί αυτή η δαιμονική οντότητα. Είναι ο μόνος κολλημένος με το παιδικό τραύμα, ο μόνος κολλημένος στον τόπο και τον χρόνο, οι υπόλοιποι έξι λευκοί όχι μόνο έχουν φύγει και ζουν μακριά, έχουν απωθήσει τελείως τι συνέβη. Και επίσης είναι και οι έξι λευκοί από ευκατάστατοι ως πολύ πετυχημένοι. Αυτό δεν σημαίνει ότι το παρελθόν τους δεν τους ακολουθεί με έναν τρόπο. Το μόνο κορίτσι της παρέας πχ, η Σοφία, άφησε έναν σωματικά και σεξουαλικά κακοποιητικό πατέρα για να βρει έναν σωματικά και σεξουαλικά κακοποιητικό σύζυγο, ενώ ο Έντι άφησε μια υποχόνδρια μητέρα για να βρει μια αντίστοιχα υπερπροστατευτική σύζυγο.

Εν πάση περιπτώσει, 27 χρόνια πριν είχαν δώσει όρκο ότι αν «Το Αυτό» εμφανιστεί ποτέ ξανά θα ξαναενωθούν για να το πολεμήσουν και ο Μάικ αντιλαμβανόμενος την επιστροφή του, την επιστροφή που ουσιαστικά ζούσε περιμένοντας, τους τηλεφωνεί έναν έναν. Και σχεδόν όλοι θα επιστρέψουν. Επιστρέφοντας στον τόπο καταγωγής τους θα ξαναζήσει ο καθένας τους τη συνάντηση με τον προσωπικό του εφιάλτη, τον προσωπικό του δαίμονα. Και ο σκηνοθέτης Άντι Μουσιέτι στο σημείο αυτό θα κάνει πολύ καλή δουλειά, όταν τους φέρνει τον έναν μετά τον άλλο απέναντι στα προσωπικά τους φαντάσματα:

– το σπίτι που αντί για εστία προστασίας και ασφάλειας ήταν εστία κακού

– ο φόβος της απομόνωσης και της μοναξιάς του αντιδημοφιλούς παιδιού

– η μη συνειδητοποιημένη ακόμη ομοφυλοφιλική τάση ενός παιδιού και το ομοφοβικό μπούλινγκ που υπέστη

– η ζωή ως κίνδυνος, ως μικρόβιο, ως πιθανότητα αρρώστιας, η ζωή ως φόβος

– η ενοχή για τον θάνατο του αδελφού σου

– η απώλεια των γονιών σου και η αντανάκλαση του γεγονότος πάνω σου (εδώ πάντως υπάρχει μια σημαντική αλλαγή σε σχέση με το βιβλίο, η οποία γίνεται μάλλον άθελά της ρατσιστική, όπως αναλύεται στο πολύ ενδιαφέρον άρθρο: It: Chapter Two Adapts a Storyline About Racism Into a Storyline That’s Racist

Το πρόβλημα με την ταινία του Μουσιέτι είναι πως κάπου μέσα της υπάρχει μια δυνάμει πολύ σημαντικότερη ταινία, η οποία όμως σκορπίζεται και χάνεται και ενίοτε αυτοακυρώνεται και πάντως σίγουρα δεν προκύπτει ως τελικό αποτέλεσμα. Ο Μουσιέτι στερείται ενός συνολικού και διαυγούς οράματος για τη μεταφορά του βιβλίου, παλαντζάροντας ανάμεσα σε κυριολεκτικά και μεταφορικά τέρατα και αποτυγχάνοντας εν τέλει να πετύχει την ταύτισή τους, αποτυγχάνοντας να μετατρέψει «Το Αυτό» και τον κλόουν Πενιγουάιζ σε ενσάρκωση κάθε φοβίας, κάθε προσωπικού δαίμονα και κάθε κοινωνικού κακού. Έτσι τελικά συνυπάρχουν τα μεν και τα δε, είναι αυτοτελώς ικανοποιητικά και τα μεν και τα δε, αλλά το κλείδωμα του ενός με το άλλο και η συμπλήρωση ενός παζλ που θα άλλαζε επίπεδο την ταινία δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ.

Ο Μουσιέτι δεν καταφέρνει να δημιουργήσει ένα συμπαγές φιλμ, δημιουργεί ένα άνισο με διάφορες ρωγμές που εμποδίζουν τον θεατή να αναστείλει τη δυσπιστία του και να μπει εντελώς στον κόσμο του. Όλα αυτά όμως δεν είναι μειονεκτήματα που ακυρώνουν «Το Αυτό: Κεφάλαιο 2» ως ταινία τρόμου, δεν είναι μειονεκτήματα που το καθιστούν μια κακιά ή μέτρια ταινία τρόμου, είναι μειονεκτήματα που απλά δεν μπορούν να το πάνε από τα όρια του genre του, να το κάνουν μια ταινία που χρησιμοποιώντας τη φόρμα του genre πηγαίνει κάπου αλλού. Μένοντας στα όρια αυτά και κρίνοντας την με όλες τις παραχωρήσεις που είναι διατεθειμένος να κάνει κανείς βλέποντας μια ταινία τρόμου, η ταινία και αξιοπρεπέστατα σε γενικές γραμμές στέκεται και τις όχι λίγες δυνατές κινηματογραφικά εικόνες της έχει και τελικά, ακόμη και αν δεν το πετυχαίνει πλήρως, αρθρώνει ένα – δυο επιχειρήματα που αξίζει να αρθρώνονται.

Πρώτον, το γενικότερο: ότι το αποτελεσματικότερο πεδίο αντιμετώπισης των πάσης λόγης τρόμων που μας διακατέχουν είναι ο ίδιος μας ο νους, ο ίδιος ο τρόπος που τους αντιλαμβανόμαστε, ο ίδιος ο τρόπος που τους γιγαντώνουμε στο μυαλό μας. Άρα «Σταμάτα να φοβάσαι και θα σταματήσεις να φοβάσαι»; Δεν είναι ταυτολογικό και κενό γράμμα αυτό, θα πει κανείς; Έτσι μόνο του, ναι, πιθανότατα είναι. Από την άλλη, είναι μάλλον εξίσου προβληματική, ηττοπαθής και ατελέσφορη η άνευ όρων παραδοχή του όποιου φόβου ως οντότητας ανεξάρτητης από μας, οντότητας συγκεκριμένων διαστάσεων απέναντι στην οποία μπορούμε μόνο να προσπαθήσουμε να αμυνθούμε αλλά όχι και να αμφισβητήσουμε την ίδια της τη σύσταση, αλλά όχι και να προσπαθήσουμε να δούμε μήπως δεν έχει μόνο αυτή επάνω μας λόγο αλλά και εμείς πάνω σε αυτήν. Έχουμε λόγο πάνω σε όσα μας φοβίζουν. Όσο μας καθορίζουν οι φόβοι μας, άλλο τόσο μπορούμε να τους καθορίσουμε κι εμείς.

Δεύτερον, το ειδικότερο: η ενοχή του χαρακτήρα που υποδύεται ο Τζέιμς ΜακΑβόι, η ενοχή για κάτι κακό που θεωρεί ότι έκανε στην παιδική του ηλικία, παρουσιάζεται κι αυτή ως ένας από τους δαίμονες που έχουν να αντιμετωπίσουν οι ήρωες της ταινίας. Και ακριβώς επειδή η ενοχή δεν είναι a priori στη συνείδηση όλων μας κάτι κακό, ακριβώς επειδή η ενοχή έχει το χαρακτηριστικό γνώρισμα να μεταμορφώνεται σε κάτι ηθικό, σε κάτι ευγενικό, σε κάτι δίκαιο, σε κάτι που κάνει εσένα που τη νιώθεις λίγο περισσότερο ηθικό, ευγενή, δίκαιο και καλό, είναι πολύ ενδιαφέρον ότι απεικονίζεται στην ταινία όπως θα έπρεπε: ως μια ακόμη ενσάρκωση του κακού, ως μια ακόμη παραλλαγή του, ως ένα ακόμα προσωπείο του. Μα, θα πει κανείς, ο ήρωας την αντιμετωπίζει συνειδητοποιώντας ότι πρόκειται για άδικη ένοχη, συνειδητοποιώντας ότι ήταν υπερβολικά σκληρός με τον εαυτό του, συνειδητοποιώντας ότι βασανιζόταν χωρίς να πρέπει, ότι πλήρωνε ένα τίμημα που δεν έπρεπε να πληρώσει. Άρα μήπως δεν πρόκειται για αναγωγή της ενοχής σε ένα ακόμη κακό, αλλά για δικαίωσή της από την πίσω πόρτα, αφού το μόνο της μεμπτό ήταν ότι εν προκειμένω ήταν άδικη και όχι δικαιολογημένη; Δεν πρόκειται να βγάλουμε άκρη έτσι εύκολα με αυτά. Οι ενοχές θα προσπαθούν πάντα να βρίσκουν τρόπο να τρυπώνουν και να θεωρούν την παρουσία τους επιβεβλημένη. Ο καθένας μας ανάλογα με το πώς τον μεγαλώνουν, με το πώς βλέπει και ο ίδιος τον κόσμο και με το πώς το βλέμμα του στη ζωή μεταβάλλεται στην πορεία των ετών, θα αντιμετωπίζει τις ενοχές είτε ως αντιπροσώπους της ηθικής τάξης και θεματοφύλακες του καλού, είτε ως στη μεγάλη τους πλειοψηφία ναρκισσιστικά βαρίδια που δεν προσφέρουν από μόνα τους τίποτα άλλο παρά καθήλωση στο παρελθόν και στον εαυτό σου και αδυναμία ανοίγματος στο μέλλον και στον άλλο για τον οποίο νιώθεις ένοχα.