Ανέστης Ευαγγέλου, Από τη συλλογή Το χιόνι και η ερήμωση

Photo: Alexander Stanishev

«Χιονίζει πάλι σήμερα.
Απ’ το παράθυρό μου
βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών
σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα.
Θυμάμαι
ένα πρωί, σαν ήμασταν παιδιά -χαράματα ήταν
κι έτσι και τότε χιόνιζε- βγαίνω στον κήπο
και βρίσκω τ’ αδερφάκι μου.
Είχε ανοίξει
μια τρύπα μες στο χιόνι κι είχε μπει
μέσα κι έπαιζ’ εκεί με τ’ αρκουδάκι του.
Τι κάνεις
εδώ, του λέω, μονάχος, δεν κρυώνεις;

Δεν θα ξαναγυρίσω σπίτι σας, άκουσα τη φωνή του
οδυνηρά αινιγματική, γεμάτη πείσμα
και μια κακία που δε θα λησμονήσω
-κι έλαμπαν στο μισόφωτο τα ωραία του μάτια,
για ν’ απομείνει εκεί στους άθλιους πάγους
για ν’ απομείνει εκεί ανεξήγητα
παρ’ όλες έκτοτε τις συνεχείς εκκλήσεις μου.

Τη μέρα εκείνη μίσησα το χιόνι
κι ορθός, σε στάση προσοχής, μπρος στ’ αδερφάκι μου
ορκίστηκα να το πολεμώ μέχρι θανάτου.

Αυτά ήτανε τα πρώτα μου μαθήματα
πολύ προτού μάθω την αλφαβήτα.
Αργότερα,
όσο ο καιρός περνούσε κι ένιωθα
να μου έχει δωρηθεί από τους θεούς
της ομιλίας η χάρη, είναι γνωστό το χιόνι
πως όχι μόνο το κατάγγειλα με χίλιους τρόπους
παρά πως του αφιέρωσα για να το στιγματίσω
τις πιο παράφορες, πιο ρωμαλέες στροφές της ποίησής μου.

Σήμερα ωστόσο,
μισό σχεδόν αιώνα απ’ το πρωί εκείνο
των πρώτων παιδικών μου χρόνων,
χιονίζει πάλι.
Απ’ το παράθυρό μου
βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών
σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα.

Πέφτει το χιόνι τώρα και σκεπάζει
με μια δική του απόρρητη δικαιοσύνη
τις πράξεις και τις παραλείψεις μας
τις χαρές και τις λύπες μας
τα μεγαλόπνοα σχέδια και τις μικρότητές μας
τους έρωτες
τις φιλίες
τα λάθη μας και τις εξάρσεις.

Κατευνάζει την αλαζονεία∙
διδάσκει την ισότητα∙
χορηγεί την ειρήνη.

Χιόνι της Ευσπλαχνίας -όχι της Ορφάνιας.
Χιόνι της Συγκατάβασης -όχι της Τιμωρίας.

Χιόνι της μυστικής αγάπης πια».

Βέρα Πάβλοβα – Μόνο Χιόνι

Photo: Christiane Nuetzel

«Θα΄ναι χειμώνας, θαρρώ, όταν έρθει.
Από την αφόρητη λευκότητα του δρόμου
μια κουκίδα θα φανεί, τόσο μαύρη που τα μάτια θα θαμπώσουν,
και θα πλησιάζει για ώρα πολλή, πάρα πολλή
αντισταθμίζοντας την απουσία του με τον ερχομό του,
και για ώρα πολλή, πάρα πολλή, κουκίδα θα μείνει.

Ένας κόκκος σκόνης; Ένα κάψιμο στο μάτι;
Χιόνι, τίποτα άλλο δεν θα υπάρχει, μόνο χιόνι,
για ώρα πολλή, πάρα πολλή, τίποτα άλλο,
κι αυτός το χιονισμένο πέπλο θα παραμερίζει,
μέγεθος θα αποκτά και τρεις διαστάσεις,
κι όλο και περισσότερο θα πλησιάζει…

Αυτό είναι το όριο, δεν μπορεί να έρθει πιο κοντά.
Μα αυτός συνεχίζει να πλησιάζει,
και τώρα είναι τόσο πελώριος που δεν μπορείς να τον μετρήσεις».

Γιάννης Ρίτσος – Το χιόνι 

Photo: Jeffrey Blum

«Το χιόνι είναι άσπρο, μαλακό σαν τελειωμένος έρωτας, -είπε.
Έπεσε απρόσμενα, τη νύχτα, μ’ όλη τη σοφή σιωπή του.
Το πρωί, λαμποκοπούσε ολόλευκη η εξαγνισμένη πολιτεία.
Μια παλιά στάμνα, πεταμένη στην αυλή, ήταν ένα άγαλμα.

Εκείνος ένοιωσε την κοφτερή ψυχρότητα του πάγου,
την απεραντοσύνη της λευκότητας, σαν άθλο του προσωπικό
μονάχα μια στιγμή ανησύχησε: μήπως και δεν του απόμενε
τίποτα πια θερμό να το παγώσει, μήπως και δεν ήταν
μια νίκη του χιονιού, μα απλώς μια ουδέτερη γαλήνη,
μια ελευθερία χωρίς αντίπαλο και δόξα.

Βγήκε λοιπόν αμήχανος στο δρόμο, κι όπως είδε το χιονάνθρωπο
που φτιάχναν τα παιδιά, πλησίασε και του ‘βαλε
δυο σβηστά κάρβουνα για μάτια, χαμογέλασε αόριστα
κ’ έπαιξε χιονοπόλεμο μαζί τους ως τ’ απόγευμα».

Μυρτιώτισσα – Απλώθηκε το χιόνι

Photo: Fabrice Villard

«Απλώθηκε το χιόνι απαλά
και σκόρπισε τριγύρω τη γαλήνη.

Με τη βροχή δε μοιάζει, που κυλά
Κ’ είναι σα να ξεσπούνε θρήνοι,
από καρδιές γυναίκειες που πονούν

Μα δε βαστάνε πια τον έρωτά τους,
και ξάφνου θέλουν όλα να τα πουν
με τα παθητικά τα δάκρυά τους….

Και πότες ανταριάζεται η Βροχή
και κλαίει γι’ αυτούς που μίσεψαν, και κλαίει,
και πότες μιας γριούλας γίνεται φωνή
και λέει τα παραμύθια της, και λέει….

Μα είναι κάτι λύπες, που αφορμή
καμιά δεν τις γεννά, και πιο σκληρές είν’ απ’ τις άλλες
τις νύχτες του Χινόπωρου η Βροχή,
τις τραγουδεί με τις αριές, βαριές της στάλες.

Γιομάτο αλήθεια χάρη κι αρχοντιά
το χιόνι, όλο τον κόσμο συνεπαίρνει

Μα εγώ λατρεύω τη Βροχή, που όταν ξεσπά
σα μεθυσμένη στ’ όνειρο με σέρνει… »

Κωστής Παλαμάς, Το χιόνι

Photo: Leonardo Yip

«Το χιόνι, ω χιόνι!

Η χώρα, ο κάμπος
σα μιας νεράιδας
φόρεμα. Θάμπος.

Το χιόνι, ω χιόνι!
Οι δρόμοι, οι κήποι
σα μια ταφόπετρα
ως πέρα. Λύπη.

Το χιόνι, ω χιόνι!

Παιγνιδιού τρέλα,
πάλεμα, νέοι,
γέροι, έλα, γέλα!
Το χιόνι, ω χιόνι!

Αθήνα, κρίμα!
Πάει στο γυμνό σου
κορμί ένα ντύμα;

Το χιόνι, ω χιόνι!

Λιόκαλη Αθήνα,
νεκροστολίδια
τ’ άμοιαστα κρίνα.

Το χιόνι, ω χιόνι!

Σ’ όλα, άσπρο αφιόνι,
και στα όνειρά μου·
και στην καρδιά μου
σάβανο. Μόνη».

tags / ελcBlog