Το παρόν σημείωμα οφείλει να ξεκινήσει αποδίδοντας τα εύσημα σε όσους έχουν κατά καιρούς επιχειρήσει να κρίνουν ένα έργο τέχνης που χρησιμοποιεί μη λεκτικά εργαλεία, που αποδίδεται και αναπτύσσεται με εικόνες, ήχους και κίνηση. Αν μια «εικόνα» (εικαστική, ηχητική, κινησιολογική) ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις και εφόσον οι εικόνες μπορούν και απευθύνονται σε ένα επίπεδο πέραν του λογικού-λεκτικού, πώς να καταγράψεις μια performance χορού ή μια (εικαστική ή videoart, για παράδειγμα) εγκατάσταση, όχι περιγράφοντάς την, αλλά επιχειρώντας να συλλάβεις με λέξεις το αισθητικό-συγκινησιακό της βάρος; Και επίσης πώς να πετύχεις να μεταφέρεις στον αναγνώστη τα -πολλαπλά κάποιες φορές– ερεθίσματα που γεννάει καθεμιά από τις εικόνες της; Κάτι τέτοιο συμβαίνει με το «Δέρμα», την παράσταση-installation-site specific performance της ομάδας OΔC σε σύλληψη και σκηνοθεσία της Έλλης Παπακωνσταντίνου, που επαναλαμβάνεται για λίγες παραστάσεις στο Βυρσοδεψείο.

Το «Δέρμα» είναι ένα προσωπικό σχόλιο πάνω στο ζήτημα της «ελληνικότητας» και στην κρίση του δυτικού καπιταλιστικού συστήματος, που αναπτύσσεται ως ένα τρίπτυχο και απλώνεται σε τρεις διαφορετικούς χώρους του -πρώην- βυρσοδεψείου που φιλοξενεί την παράσταση (και στεγάζει την ομάδα). Η Έλλη Παπακωνσταντίνου τέμνει αυτά τα ζητήματα όχι με την ακρίβεια ενός χειρουργικού νυστεριού, αλλά με την τραχιά ωμότητα που απαιτεί η δουλειά του εκδορέα. Βρισκόμαστε άλλωστε μέσα στο μεγαλύτερο -κατά τον 19ο αιώνα- βυρσοδεψείο των Βαλκανίων, προφανώς δεν προέκυψε τυχαία ούτε η ιδέα ούτε ο τίτλος της παράστασης.

Η παράσταση ξεκινάει με το συμβολικό πέρασμα από το επίπεδο της αδράνειας («Γιατί να δρούμε, αφού μπορούμε να πενθούμε;» είναι το μότο της πρώτης σκηνής) στην ωμή αποδόμηση του κόσμου όπως τον ξέραμε και καταλήγει σε μια αρένα ιδεών, σε ένα «φαντασμαγορικό» -αλλά τερατώδες, φρικιαστικό, σαν ιδιότυπο τσίρκο- θέαμα. Μέσα σε ένα σκηνικό κόσμο που είναι ωμός, βίαιος, γεμάτος συμβολισμούς, σημειολογικές αναφορές και αναγνώσεις, εικόνες γκροτέσκ ή κιτς, απογυμνώνονται και «κατακρεουργούνται» βασικά στοιχεία της (ελληνικής) κρίσης -η καταναλωτική κοινωνία, η αυτοματοποίηση, το ζήτημα της ελληνικής ταυτότητας, η κατάρρευση των ιδεολογιών- και εκφράζεται ο φόβος της ανάδυσης ενός νέου αυταρχικού κράτους-Λεβιάθαν.

(Στην αισθητική ατμόσφαιρα της παράστασης γίνονται ίσως αντιληπτά και κάποια δάνεια της καλλιτέχνιδας, όπως το δραματικό εφέ που επιφέρει η χρήση κλασικής μουσικής σε σκηνές «χορογραφημένης» βίας, κατά το «πρότυπο» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ στο «Κουρδιστό πορτοκάλι», ή το στοιχείο του κιτς -ειδικά με την εικαστική συμβολή της ιδέας του σφαγείου- που φέρνει στο μυαλό την πολυσυζητημένη παράσταση του ΚΘΒΕ, όταν, εν έτει 1997, ο Ματίας Λάνγκχοφ επιχείρησε μια ιδιότυπη ανάγνωση των ευριπίδειων Βακχών.)

Το «Δέρμα» παραδίδει αδιαμφισβήτητα ένα πυκνό δραματικό σύμπαν στο θεατή, αιχμαλωτίζει το βλέμμα και ερεθίζει το μυαλό με πολυεπίπεδα νοηματικά, οπτικά και ακουστικά ερεθίσματα, που δεν είναι όλα εξίσου ευανάγνωστα, αλλά ίσως γι’ αυτό υπόκεινται στην πρόσληψη του καθενός, καθιστώντας το περισσότερο μια προσωπική, βιωματική εμπειρία, παρά ένα τετελεσμένο παραστασιακό γεγονός. Η Έλλη Παπακωνσταντίνου ενορχήστρωσε πάντως με σιγουριά τα επιμέρους εργαλεία της -την εκμετάλλευση του χώρου, την κίνηση, τα κοστούμια, τα ηχητικά ντοκουμέντα, τις μουσικές διασκευές- προς τη δημιουργία ενός αισθητικού θεάματος που εύκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως εικαστική-χορευτική performance.

Έτσι, για όλους τους παραπάνω λόγους, αλλά κυρίως για όσους δεν αποτυπώθηκαν στο… χαρτί, το «Δέρμα» είναι μια εμπειρία που -παρά τις όποιες αντιρρήσεις, που αφορούν κυρίως το νοηματικό corpus του τρίτου μέρους- αξίζει να βιωθεί.

Η θεατρική παράσταση το «Δέρμα» της ομάδας ΟΔC παίζεται στο Βυρσοδεψείο έως 1 Δεκεμβρίου 2013.