«Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ. Κι όσο πιο ζόρικο, τόσο πιο συχνά μοιάζει με το άδικο», γράφει η Μάρω Δούκα στο τελευταίο της βιβλίο Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Παραμένοντας πολιτικό όν, όπως η ίδια χαρακτηρίζει τον εαυτό της καταπιάνεται πολύ συχνά με γεγονότα πραγματικά που συνέβησαν στο παρελθόν. Έναυσμα του συγκεκριμένου βιβλίου αποτέλεσε ένα έγγραφο του αντισυνταγματάρχη, Παύλου Γρυπάρη. Το έγγραφο απευθυνόταν στον τότε γενικό διοικητή της Κρήτης το 1945 και του επισήμαινε ότι δεν τον είχε αφήσει ασυγκίνητο η πρόταση των Γερμανών να μπει στα Χανιά και να επιβάλει την τάξη στους αναρχικούς. Ένα βιβλίο σε πρώτο πρόσωπο για την Ιστορία και την αφήγησή της, το γεγονός και τις επιπτώσεις του στην καθημερινότητά μας, τον άνθρωπο και τη θέση του στον κόσμο. Πώς το απλό διαλέγεται με το πολύπλοκο, το ατομικό με το συλλογικό, το ιδιωτικό με το δημόσιο, το μεγάλο με το μικρό, το δίκιο με το άδικο, το σήμερα με το χθες.

ελc: Στο βιβλίο σας «Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ», το οποίο πολλές φορές λέτε είναι πολύ κοντά με το άδικο, αναφέρεστε στο ιστορικό δίκιο, μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σε μια εποχή δύσκολη για την Ελλάδα. Πόσο ζόρικο πιστεύετε έχει γίνει το δίκιο στη σημερινή εποχή;
Μάρω Δούκα: Καλό είναι πάντως, και εδώ το καλό έχει την έννοια του επείγουσας ανάγκης, κάτι που τονίζεται επίσης συχνά στο βιβλίο, να προσπαθούμε να διακρίνουμε προς τα πού κλίνει κάθε φορά το δίκιο. Και όπως εκείνα τα δύσκολα χρόνια το δίκιο έκλινε προς τη μεριά του αγωνιζόμενου ελληνικού λαού που οραματιζόταν όχι μόνο την εθνική ανεξαρτησία του αλλά και μια δικαιότερη κοινωνία, έτσι και στις ημέρες μας το δίκιο δεν μπορεί παρά να κλίνει προς τη μεριά των ανέργων, των νέων, των εργαζομένων και των συνταξιούχων που κυρίως πλήττονται από τις πολιτικές του σήμερα. Και βέβαια στις ημέρες μας, το δίκιο, όπως έχω πει και αλλού, δεν είναι μόνο ζόρικο αλλά και «ύπουλο», γιατί σήμερα οι καταπατητές και διώκτες του εμφανίζονται ταυτοχρόνως όχι μόνο ως οι «επίσημοι» υπηρέτες αλλά και ως οι «μοναδικοί» σωτήρες και εκφραστές του!

ελc: Βλέπουμε να διασταυρώνονται οι φανταστικοί ήρωες με πρόσωπα για τα οποία έχει μιλήσει η ιστορία. Πρόθεσή σας ήταν να αναδείξετε την ιστορική πραγματικότητα μέσα από μυθοπλαστικά στοιχεία;
Μ.Δ.: Πράγματι. Στο συμβατικό ιστορικό μυθιστόρημα χρησιμοποιούμε συνήθως ως καμβά μια επιλεγμένη ιστορική περίοδο για να κεντήσουμε επάνω της τα πρόσωπα που έχουμε φανταστεί. Σ’ αυτό εδώ το βιβλίο «στοίχημα» συγγραφικό για μένα ήταν το ακριβώς αντίθετο. Τα επινοημένα και τα ιστορικά πρόσωπα θα γίνονταν ο καμβάς όπου επάνω τους θα κεντούσα αργά και επώδυνα την Ιστορία.

ελc: Πόσο έχει επηρεάσει το οικογενειακό περιβάλλον και η καταγωγή σας τη συγγραφή των έργων σας;
Μ.Δ.: Σίγουρα το ότι γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια επαρχιακή πόλη σαν τα Χανιά από γονείς που προέρχονταν από πολυμελείς, μάλλον φτωχές, αγροτικές οικογένειες έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου. Ακόμη πιο σημαντικό ρόλο όμως έπαιξε η «γνωριμία» μου με την Αριστερά στα φοιτητικά μου χρόνια. Το έχω πει πολλές φορές, το επαναλαμβάνω. Εγώ δεν έγινα αριστερή για να «σώσω» την κοινωνία αλλά για να βελτιώσω τον εαυτό μου. Μέσα από την Αριστερά έμαθα να κρίνω πρώτα εμένα κι έπειτα τους άλλους, μπόρεσα να δω πίσω από την εικόνα και να διαβάσω κάτω από τις γραμμές, με άλλα λόγια, για μένα η Αριστερά απαρχής λειτούργησε ως τρόπος σκέψης και ως τρόπος ζωής. Επομένως: Η καταγωγή μου από τη μια, και η Αριστερά, όπως εγώ την προσέλαβα, από την άλλη, με όπλισαν με μια συγκεκριμένη οπτική, καθοριστική, πιστεύω, στην παραπέρα εξέλιξή μου και φυσικά στη συγγραφική μου δουλειά.

ελc: Για έναν συγγραφέα το ταλέντο ή το θράσος είναι απαραίτητο στα πρώτα βήματα, τι συνέβη στη δική σας πορεία;
Μ.Δ.: Το ταλέντο εγώ θα το έλεγα βαθιά, επιτακτική ανάγκη να ξαναδείς τον κόσμο με τα δικά σου μάτια και να τον αφηγηθείς με τον δικό σου τρόπο. Αυτή όμως η ανάγκη-ταλέντο μόνο μέσα από τη δουλειά, την καθημερινή άσκηση, την επιμονή, υπομονή και πείσμα, θα μπορούσε να ευδοκιμήσει. Όσο για το «θράσος» μάλλον εχθρό του συγγραφέα θα το χαρακτήριζα, διότι άλλο να έχεις μια στοιχειώδη έστω εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, άλλο να αντλείς από μέσα σου το θάρρος που θα σε βοηθούσε να αρθρώσεις κι εσύ τον δικό σου λόγο και εντελώς άλλο το θράσος, η προκλητική τόλμη ή και η αναίδεια, που όχι σπάνια σου θολώνει την εικόνα και σε μεταποιεί σε «καβαλημένο καλάμι»… Και καλό είναι να μην ξεχνούμε ότι στην τέχνη ειδικά παρθενογένεση δεν υπάρχει. Κάποιοι άλλοι πριν από μας, και ίσως καλύτερα από εμάς, τα είπαν όλα.

ελc: Ποιός είναι ο ρόλος της λογοτεχνίας στην περίοδο που ζούμε, πιστεύετε ότι μπορούν να γραφτούν σημαντικά πράγματα, όπως συνέβαινε παλαιότερα σε παρόμοιες περιόδους;
Μ.Δ.: Για μένα, που έχω πολύ σοβαρή ιδέα για τη λογοτεχνία και τον ρόλο της στην κοινωνία, έτσι ή αλλιώς, είτε σε κρίσιμες περιόδους σαν τη σημερινή, είτε σε χαλαρές και πλασματικά, τις περισσότερες φορές, καθησυχαστικές, η λογοτεχνία, και για να κυριολεκτήσω, η πεζογραφία, μιας κι εγώ είμαι πεζογράφος, καλείται αν μη τι άλλο να θέσει ερωτήματα, να αναδείξει με κριτική και γιατί όχι επικριτική διάθεση παθογένειες, να επισημάνει, να ονειροπολήσει, να εμβαθύνει, να αναζητήσει, να συμπονέσει, να παρηγορήσει, ακόμη και να διδάξει. Και όλα αυτά, εννοείται, πάντοτε με την έγνοια της στη μυθοπλασία και στη γλώσσα, τα δυο βασικά, πρωταρχικά, θα έλεγα, οχήματά της. Θεωρητικά, λοιπόν, γιατί όχι; Και στη δική μας εποχή αναλογούν τα βιβλία εκείνα που θα μπορούσαν να την αποτυπώσουν όπως μόνο μέσα από ένα μυθιστόρημα που σέβεται τον εαυτό του, και δεν εξαντλείται, εννοώ, σε μια αναλώσιμη λαϊφστάιλ ιστοριούλα του τύπου «να είμαστε καλά και να περνάμε καλά», θα μπορούσε να αποτυπωθεί. Το ερώτημα για μένα επομένως δεν είναι αν μπορούν να γραφτούν σημαντικά βιβλία στην εποχή μας αλλά το ποιος είναι ο συγγραφέας του σήμερα, ποια ιδέα έχει για τον εαυτό του και για τον ρόλο του στην κοινωνία.

ελc: Έχετε πει πως παραμένετε πολιτικό ον. Οι σημερινές πολιτικοοικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα πόσο και με ποιο τρόπο μπορούν να επηρεάσουν τη Μάρω Δούκα ως άνθρωπο και ως συγγραφέα;
Μ.Δ.: Το θέμα με εμένα είναι, και αυτό παρακαλώ να μη θεωρηθεί οίηση, ότι από τα πρώτα μου συγγραφικά βήματα, περισσότερο από ιδιοσυγκρασία παρά από άποψη, χωρίς ειδικές γνώσεις και ανάλογες σπουδές, έβλεπα τις πολιτικοοικονομικές εξελίξεις να μας οδηγούν προς τα εδώ. Πέρα και ανεξάρτητα από την παγκόσμια οικονομική κρίση, έβλεπα ότι η όποια δική μας ευημερία βασίζεται κυρίως στα δανεικά και όχι στην ανάπτυξη, ότι πίσω από το όνειρο της επιτυχίας και της κοινωνικής καταξίωσης υπήρχε το κυνήγι της ευκολίας και της ευτέλειας, η κατανάλωση χωρίς περίσκεψη και ο πλουτισμός χωρίς μόχθο. Σε καπιταλιστικό καθεστώς ζούμε, σύμφωνοι, άλλο όμως να αγωνίζεσαι συστηματικά και με σύνεση για να τα καταφέρεις στη ζωή σου, και άλλο αυτό που συνέβαινε, εδώ και σαράντα χρόνια, στη χώρα μας με όλους αυτούς που από τη μια μέρα στην άλλη, με την ηθική του «άρπα κόλλα» και με τη λογική του εξασφαλίζουμε επιδοτήσεις από τις Βρυξέλλες για να τις τσεπώσουμε, βρέθηκαν με βίλες και σκάφη αναψυχής. Και αναπόφευκτα, ήρθε, πιστεύω, η ώρα να πληρώσουμε ως κοινωνία τον λογαριασμό. Το εξοργιστικό, βέβαια, είναι ότι σε τέτοιες κρίσεις, σαν αυτή που βιώνουμε τώρα, καλούνται να πληρώνουν τον λογαριασμό οι πιο αδύναμοι, αυτοί που ευθύνονται λιγότερο ή και καθόλου: Οι χαμηλόμισθοι, οι συνταξιούχοι, οι άνεργοι, οι νέοι.

ελc: Υπάρχουν ομοιότητες στη σημερινή εποχή σε σχέση με εκείνη της πρώτης δημιουργίας σας, πώς την κρίνετε ιδεολογικά;
Μ.Δ.: Σαφέστατα και υπάρχουν, αλλά με τη βασική διαφορά ότι δίπλα στις δυσκολίες, υπήρχαν τότε οράματα ικανά να εμπνεύσουν αγώνες για μια καλύτερη κοινωνία. Σήμερα τέτοια οράματα, και όταν ακόμη υπάρχουν, είναι ή φαίνονται να είναι αναποτελεσματικά. Διότι βέβαια δεν μπορείς σήμερα να αγωνίζεσαι για ένα καλύτερο μέλλον με τα τσιτάτα και με τις χρεοκοπημένες πρακτικές του παρελθόντος. Και ούτε μπορείς να συγχέεις τον θυμό και την αγανάκτηση μιας κοινωνίας που αγωνιά για τη διατήρηση των κεκτημένων της με τη δυναμική μιας κοινωνίας διατεθειμένης να προτάξει την εκ βάθρων αναδιάρθρωσή της και τον επαναπροσδιορισμό των αξιών της.

ελc: Στο «Δίκιο είναι ζόρικο πολύ» λέτε πως ο πόνος για όσα θυμόμαστε είναι μνησιπήμων. Έχετε μετουσιώσει κάποιο προσωπικό σας τραύμα στα έργα σας, και η πράξη αυτή κατάφερε να σας απελευθερώσει ψυχικά;
Μ.Δ.: Για την ακρίβεια, μνησιπήμων πόνος είναι ο πόνος που δεν μας αφήνει να ξεχάσουμε αλλά και ο πόνος που μας προκαλούν όσα θυμόμαστε. Όλη η διαδικασία της γραφής, θα έλεγα, είναι μια διαδρομή προς τη μετουσίωση των τραυμάτων μας σε αφήγηση, με την ευχή πάντα να οδηγηθούμε σε κάποια, έστω και πρόσκαιρη, ψυχική απελευθέρωση. Τον θάνατο, ας πούμε, αγαπημένων μου προσώπων μόνο μέσα από το γράψιμο μπόρεσα να τον αποδεχτώ. Όπως και το πέρασμά μου από την παιδική ηλικία στην εφηβεία. Και τώρα, μιας και είμαι πλέον 65 χρόνων, μέσα από το γράψιμο ευελπιστώ να εκλογικεύσω το πέρασμά μου στον προθάλαμο του γήρατος.

ελc: Γράφετε κάποιο βιβλίο τώρα, και αν ναι, έχει επηρεάσει καθόλου την «πένα» σας και την εξέλιξη της ιστορίας, η κατάσταση στη χώρα μας;
Μ.Δ.: Το βιβλίο που θα ήθελα να αξιωθώ να γράψω το βλέπω σαν συνέχεια του «Αθώοι και φταίχτες» και του «Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ». Είναι μια υπόσχεση που έχω δώσει πρωτίστως στον εαυτό μου. Έστω και αν «μαγιά» μου θα είναι η εικοσαετία 1947-1967, επειδή συνήθως κινούμαι σε δύο επίπεδα, παρόν και παρελθόν, ασφαλώς ορισμένα από τα επινοημένα πρόσωπα του βιβλίου θα βρεθούν αντιμέτωπα και με τις δυσκολίες του σήμερα.