Το δαντελένιο γιακαδάκι της Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ της θρυλικής δικαστίνας που με την παρουσία της σφράγισε το νομικό σύστημα της Αμερικής, με τις παρεμβάσεις της και τα άρθρα της διαμόρφωσε πληθώρα νόμων και με τους αγώνες της διεκδίκησε την ισότιμη και ισόνομη μεταχείριση ανδρών και γυναικών και την εξάλειψη κάθε διάκρισης φύλου, πουλιέται στα καταστήματα και το αντίγραφο αυτό είναι ένας τρόπος που υπενθυμίζει στους χιλιάδες αγοραστές του τη συμβολή της 87χρονης μυθικής δικαστικού που πέθανε την περασμένη εβδομάδα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2020, ότι μπορείς να αγωνίζεσαι ως γυναίκα χωρίς να απεκδύεσαι τα θηλυκά σου χαρακτηριστικά.

Όπως ο λουλουδένιος κότσος της Φρίντα Κάλο, έτσι και το δαντελένιο γιακαδάκι της Γκίνσμπεργκ έγινε γκράφιτι, τατουάζ, κούκλα με την ίδια να αποκτά μυθική διάσταση όσο ήταν εν ζωή. Είναι μία από τις πολύ φωτεινές στιγμές της ιστορίας των ανθρώπων, αυτή στη διάρκεια της οποίας αναγνωρίστηκε εγκαίρως και χωρίς αμφισβητήσεις ακόμα και από τους διαφωνούντες με τις απόψεις της, -όπως ο Τραμπ που στάθηκε όρθιος δίπλα στο φέρετρό της με το πλήθος να τον αποδοκιμάζει- η συμβολή της σε έναν ακόμα και σήμερα μη κερδισμένο αγώνα, την απελευθέρωση των γυναικών και την ίση μεταχείρισή τους από τον νόμο. Η διαύγεια της σκέψης της, η ακρίβεια των κειμένων της, το ακατάβλητο θάρρος, το κοφτερό μυαλό και η επιμονή της όπως έλεγε η ίδια «η αλλαγή που αντέχει, συμβαίνει ένα βήμα τη φορά» άλλαξε με το έργο της για περισσότερο από μισό αιώνα τη θέση των γυναικών στη χώρα της.

Η Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ το πέτυχε αυτό ακολουθώντας τον δρόμο που επέλεξε σε ένα δύσκολο, ανδροκρατούμενο και συντηρητικό κόσμο, τον κόσμο της δικαιοσύνης. Μέσα σε αίθουσες των δικαστηρίων η μικρόσωμη και απίστευτα κομψή αυτή γυναίκα κατάφερε και έπεισε τους άνδρες δικαστές να δουν τους νόμους με άλλα μάτια. Και μόνο αυτό της έδωσε τον τίτλο «Διαβόητη RBG» στα αμφιθέατρα των νομικών σχολών αλλά και τους δρόμους των κινητοποιήσεων. Η δεύτερη εκλεγμένη γυναίκα – μέλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, που δεν εγκατέλειψε ποτέ το στιλ της κατάφερε να εμπνεύσει τις νεότερες γενιές όσο καμία άλλη γυναίκα της εποχής της. Η γυναίκα που κατάφερε να θεωρηθούν αντισυνταγματικές οι διακρίσεις με βάση το φύλο, κατάφερε και κάτι που δε σχολιάζεται πολύ, αλλά δεν είναι καθόλου αυτονόητο.

Η «διαβόητη Ρουθ» δεν αποχωρίστηκε ποτέ τα θηλυκά της χαρακτηριστικά, δεν υιοθέτησε τα ανδρικά χαρακτηριστικά για να γίνει αποδεκτή. Δεν έπεσε ποτέ στην παγίδα του ανδρόγυνου σακακιού και παντελονιού, της «στολής» που καλύπτει τη θηλυκότητα μέσα σε εργασιακά περιβάλλοντα. Οι σικ εμφανίσεις της, τα δαντελένια της γάντια που τα φόρεσε πρώτη φορά το 1999 για να κρύψει τα σημάδια της χημειοθεραπείας και δεν τα αποχωρίστηκε ποτέ, τα oversized γυαλιά της, τα πολύχρωμα φουλάρια που συγκρατούσαν τα μαλλιά της, η αγάπη της στο κόκκινο χρώμα και τα φλοράλ σχέδια, τα ρούχα σε στιλ κιμονό, τα μεγάλα μπουλ σκουλαρίκια και τέλος το εμβληματικό δαντελένιο κολάρο που φορούσε πάνω από την άχαρη στολή του ανώτατου λειτουργού, μια κατάμαυρη μακριά ρόμπα δε θα σταματήσουν να αποτελούν αντικείμενο συζήτησης για πολλά χρόνια.

Η ίδια είχε πει στη The Washington Post για το αγαπημένο της αξεσουάρ σε μια συνέντευξη του 2009: «Ξέρεις, η τυπική ρόμπα είναι φτιαγμένη για έναν άνδρα γιατί έχει τη θέση να δείχνει το πουκάμισο και τη γραβάτα», είπε. «Έτσι, η Sandra Day O’Connor (η πρώτη γυναίκα-μέλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου) και εγώ νομίζαμε ότι θα ήταν σκόπιμο να συμπεριλάβουμε ως μέρος της ρόμπας μας κάτι τυπικό μιας γυναίκας. Έτσι έχω πολλά, πολλά κολάρα». Η «διαβόητη Ρουθ» είναι η μόνη που τόλμησε να μετατρέψει το κολάρο της, σε κάτι που είχε μεγαλύτερη από στιλιστική σημασία, σε κόσμημα, σήμα θηλυκότητας και της πινελιάς μιας γυναίκας σε ένα ρούχο σχεδιασμένο αποκλειστικά για άνδρες.

Το πρότυπο της Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ δεν μπόρεσαν να το συναγωνιστούν οι γυναίκες στην πολιτική και τη δημόσια ζωή των ΗΠΑ. Όταν η Χίλαρι Κλίντον απέτυχε στην κούρσα για την προεδρία των ΗΠΑ το The Atlantic έγραψε πως «περισσότερο από ποτέ, οι γυναίκες που διψούν για μοντέλα γυναικείας επιρροής, αυθεντικότητας, αξιοπρέπειας και φωνής προβάλλουν μια ογδοντάχρονη δικαστή ως την ενσάρκωση της ελπίδας για ένα μέλλον με αυτεξουσιότητα». Ήταν και είναι ένα “Fashion Icon” και δεν προσπάθησε καθόλου γι’ αυτό, απλώς χρησιμοποίησε το απροσποίητο, σοφιστικέ στιλ της για να κάνει τον όρο συνώνυμο και ταιριαστό με το «Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ», κάτι που για οποιονδήποτε άλλο στον κόσμο μοιάζει πρακτικά αδύνατον.

“Rest In Power” έγραφε την επόμενη του θανάτου της η φωτεινή προβολή με το πρόσωπό της στην πρόσοψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι υπάλληλοι στα γραφεία της περισσότερα από εκατό άτομα, στάθηκαν σε μια εντυπωσιακή σειρά για να υποδεχθούν τη σωρό της, κάνοντας τον κόσμο να αναρωτηθεί ξανά τι σημαίνει υστεροφημία. Γυναίκες και άνδρες, πλούσιοι και φτωχοί, λευκοί και μαύροι άφησαν λουλούδια και γυναίκες με κορίτσια που φορούσαν το γιακαδάκι της Ρουθ στάθηκαν στο πρώτο τους ίσως μάθημα της αμερικανικής ιστορίας και της ιστορίας των γυναικών του 20ουαιώνα, μπροστά στο Ανώτατο Δικαστήριο.

Ο κυβερνήτης της Νέας Υόρκης Άντριου Κουόμο ανακοίνωσε ότι στη γενέτειρά της, θα τιμηθεί με ένα άγαλμα για τον ακατάβλητο χαρακτήρα, το πνεύμα και τον επαναπροσδιορισμό της ισότητας των φύλων, αλλά και για το ότι ήταν μια γυναίκα που ανταποκρίθηκε όσο καμία στα ιδανικά της ίδρυσης της χώρας της. «Ενώ η οικογένεια της Νέας Υόρκης θρηνεί τον θάνατο της Δικαστή Γκίνσμπεργκ, με υπερηφάνεια θυμόμαστε ότι ξεκίνησε το απίστευτο ταξίδι της από εδώ, στο Μπρούκλιν. Η υστεροφημία της θα συνεχίζει να ζει μέσα στην πρόοδο που δημιούργησε για την κοινωνία μας, και αυτό το άγαλμα θα είναι μια υλική υπενθύμιση των πολλαπλών συνεισφορών της στην Αμερική που ξέρουμε σήμερα αλλά και μια έμπνευση για όσους θα συνεχίσουν, για πολλές γενιές, να χτίζουν πάνω στο πελώριο συνολικό έργο της» είπε ο Κουόμο.

Στη μνήμη της το περίφημο άγαλμα “Fearless Girl” στο Μανχάταν φόρεσε ένα δαντελένιο γιακαδάκι. Ως υπενθύμιση της γυναικείας ταυτότητας και της θηλυκότητας που καμία γυναίκα δε θα πρέπει να είναι υποχρεωμένη να κρύψει, να καλύψει ή να εξαφανίσει για να επιβιώσει σε ένα ανδροκρατούμενο κόσμο που μετά από επαναστάσεις και κινήματα εξακολουθεί να φέρεται υποτιμητικά στις γυναίκες.