Κείμενο: Κωστής Καλογρούλης

Η εναλλάξ εργαλειοποίηση και δαιμονοποίηση της λογοτεχνίας από διάφορους θεσμούς σε μια διελκυστίνδα εξουσίας δεν είναι κάτι καινούριο. Άλλωστε κάθε μορφή τέχνης έχει υποστεί παρόμοια αντιμετώπιση. Αυτό που καθιστά τη λογοτεχνία διαφορετική είναι ότι ως μέρος του λόγου εμπεριέχει ψήγματα ιστορίας, φιλοσοφίας, πολιτικής θεωρίας, θεολογίας, ψυχολογίας και άρα εξ’ ορισμού μπλέκεται στα πόδια άλλων, μπορεί να προκαλέσει και να υποκαταστήσει, να συγχύσει και να διαμορφώσει εξελίξεις.

Ο Γάλλος συγκριτολόγος ακαδημαϊκός Γουίλιαμ Μαρξ επιχειρεί μια ιστορική ανασκόπηση της στοχοποίησης της λογοτεχνίας από κατεστημένα και θεσμούς, ξεκινώντας από το πλέον προφανές παράδειγμα: την καταδίκη της ποίησης από τον Πλάτωνα στην Πολιτεία και την απόπειρα της φιλοσοφίας να εξοστρακίσει τη λογοτεχνία από την ιδανική κοινωνία. Ο Μαρξ θεωρεί ότι η λογοτεχνία υπήρξε ευάλωτη από τη στιγμή που απομακρύνθηκε από τις θρησκευτικές – μυθολογικές απαρχές της. Αρχικά η επική και λυρική ποίηση ήταν άμεσα εμπνευσμένες από τις Μούσες, οι ποιητές ήταν απλά τα οχήματα έκφρασης του θεϊκού. Μόλις όμως αυτό έσπασε, η λογοτεχνία έγινε έρμαιο στις ορέξεις όσων εποφθαλμιούσαν την προνομιακή της θέση.

Ο Μαρξ στη συνέχεια μας ταξιδεύει στη σχέση της λογοτεχνίας με τον Χριστιανισμό και τα διάφορα κύματα από τα οποία αυτή η σχέση πέρασε. Ως μορφή λόγου συνδεδεμένη με τον παγανισμό, ο Χριστιανισμός αρχικά στάθηκε επιφυλακτικά απέναντι στη λογοτεχνία, αλλά στον Μεσαίωνα τα ρομάντζα άρχισαν να εξυμνούν τον Χριστιανισμό, αποτελώντας έτσι χρήσιμα εργαλεία.

Πιο σημαντικό όμως είναι σαφώς το κεφάλαιο που αφορά τη σύγκρουση επιστήμης και λογοτεχνίας. Σύμφωνα με τον Μαρξ η άνοδος της επιστήμης από τον διαφωτισμό και μετά με αποκορύφωση το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα οδήγησε σε έναν σκληρό και άκομψο διαχωρισμό. Παραθέτοντας ένα διάσημο αλλά σαφώς στενόμυαλο «αντιλογοτεχνικό» σεμινάριο στο Κέιμπριτζ τη δεκαετία του ’50 από τον Βαρόνο Σ. Π. Σνόου, ο Μαρξ ανατέμνει τον ύπουλο και συχνά ανόητο τρόπο με τον οποίο πολλοί επιστήμονες προσπάθησαν να αποκαθηλώσουν την επιρροή της λογοτεχνίας στον σύγχρονο πολιτισμό, με τα αντεπιχειρήματα του Μαρξ να διανθίζονται από εκείνα σπουδαίων κριτικών όπως ο Λίβις.

Τέλος, ο Μαρξ αναφέρεται στη χρησιμότητα της λογοτεχνίας για τη διαμόρφωση κοινωνικής και εθνικής συνείδησης, και την επίθεση «αντιλογοτεχνών» που προσπαθούν να μειώσουν και να εξαιρέσουν αυτή τη χρησιμότητα και επιρροή. Εδώ ο Μαρξ εστιάζει σε μία ομιλία του Σαρκοζί όταν ήταν υποψήφιος για τη Γαλλική προεδρία, όταν και προκειμένου να αναδείξει την προβληματική δομή της γραφειοκρατίας, στράφηκε εναντίον των κριτηρίων που απαιτούνται από έναν υποψήφιο για την εξέλιξή του στην ιεραρχία ως δημόσιος υπάλληλος. Συγκεκριμένα, ο Σαρκοζί στράφηκε εναντίον της απαίτησης να εξεταστεί και στη γνώση ενός λογοτεχνικού κειμένου, της Πριγκίπισσας ντε Κλεβ από τη Μαντάμ Λαφαγέτ, ένα μυθιστόρημα του δεκάτου εβδόμου αιώνα. Ο Μαρξ εδώ επικεντρώνεται στο πώς λαϊκιστές πολιτικοί αρνούνται στη λογοτεχνία την προνομιακή της θέση στη διαμόρφωση της συνείδησης ενός λαού, των πολιτισμικών δηλαδή εκείνων αναφορών που συνδετικά με τη γλώσσα διαμορφώνουν την ίδια την έννοια της ταυτότητας. Είναι λοιπόν τουλάχιστον υποκριτικό, ισχυρίζεται ο Μαρξ, κάποιος σαν τον Σαρκοζί που εξυμνούσε το μεγαλείο του γαλλικού λαού και πολιτισμού, να προσπαθεί να αναιρέσει τα βασικά χαρακτηριστικά που οδηγούν στη σφυρηλάτηση της έννοιας «Γάλλος πολίτης».

Το βιβλίο του Μαρξ έχει αναμφίβολα προβληματικά και ανιαρά σημεία. Ο ίδιος προσπαθεί να μην υποπέσει στο κλασικό αμάρτημα των Γάλλων θεωρητικών (την αοριστολογία και τη σχεδόν συνειδητή ασάφεια), και διανθίζει το κείμενό του με αρκετό χιούμορ (όχι πάντα επιτυχημένο, αλλά πάντως υπαρκτό). Δείχνει σαν να μην είναι σίγουρος αν το βιβλίο του αποτελεί ακαδημαϊκό κείμενο ή ένα πιο εκλαϊκευμένο δοκίμιο που απευθύνεται σε ένα ευρύτερο κοινό. Υποθέτω ότι ιδανικά θα ήθελε να ισχύουν και τα δύο, και υπάρχουν στιγμές που αυτό πράγματι λειτουργεί. Υπάρχουν όμως και αποσπάσματα που συνδυάζουν τη στεγνότητα και θεωρητικολογία των ακαδημαϊκών κειμένων, χωρίς όμως να κομίζουν κάτι πρωτότυπο ή και ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Αλλά υπάρχουν και αποσπάσματα που ρέουν αβίαστα, συνδυάζοντας εύστοχες παρατηρήσεις, ουσιαστικούς παραλληλισμούς και κατανοητή επιχειρηματολογία. Αποσπάσματα σαν αυτά καθιστούν το βιβλίο του Μαρξ μια αξιόλογη μελέτη ενός ικανότατου, πολυμαθή διανοούμενου.

 

Ιnfo: «Το Μίσος για τη Λογοτεχνία» του Γουίλιαμ Μαρξ, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις