Γαλλική επαρχία, γραφική κωμόπολη, η τοπική βιβλιοθήκη έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, το οποίο πριν από δεκαετίες είχε κάνει θόρυβο και είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον ακόμη και των εθνικής εμβέλειας τηλεοπτικών καναλιών, αλλά που τώρα έχει σχεδόν ξεχαστεί: έχει ειδικό τμήμα με τα χειρόγραφα των βιβλίων που γράφτηκαν αλλά δεν εκδόθηκαν ποτέ. Πριν από δεκαετίες λοιπόν, συγγραφείς που είδαν τα περισσότερο ή λιγότερο φιλόδοξα σχέδιά τους να μην αξιώνονται να γίνουν βιβλία, καθώς οι εκδοτικοί οίκοι έκριναν ότι δεν τους ενδιέφερε να τα τυπώσουν, συνέρρεαν εδώ για να βρουν τουλάχιστον τα πνευματικά τους παιδιά, ένα καταφύγιο δίπλα στα πνευματικά παιδιά άλλων, τα οποία είχαν την ίδια τύχη. Έτσι, το ένα δίπλα στο άλλο θα μπορούσαν να αλληλοπαρηγορούνται για την παντοτινή τους αποτυχία και να αλληλοβαυκαλίζονται ότι αν μη τι άλλο μπόρεσαν και βρήκαν το δρόμο τους στα ράφια μιας βιβλιοθήκης.

Αλλά μόδα ήταν και πέρασε, μόδα που την θυμούνται μόνο οι παλιότεροι κάτοικοι της περιοχής κι ένας απ’ αυτούς την αναφέρει στην κόρη του και τον φίλο της. Κι οι τρεις κινούνται γύρω από το βιβλίο, ο πατέρας τοπικός βιβλιοπώλης, η κόρη δουλεύει σε εκδοτικό οίκο, ο φίλος έβγαλε μόλις το πρώτο του βιβλίο. Το έβγαλε αλλά πήγε άπατο. Τα κατάφερε σίγουρα καλύτερα από όσους δεν κατάφεραν να βγάλουν βιβλίο ποτέ, αλλά αν το δούμε κι ανάποδα, όσοι δεν κατάφεραν να βγάλουν ποτέ μπορούν να διατηρούν τη διαρκή πίστη πως το έργο τους δεν κρίθηκε από τον κόσμο, επειδή δεν πέρασε ποτέ στον κόσμο. Όσοι έβγαλαν όμως, πρέπει να βρουν άλλες εξηγήσεις για τους λόγους που το βιβλίο πέρασε και δεν ακούμπησε.

Εν πάση περιπτώσει η κόρη πηγαίνει από περιέργεια κι ίσως κι από επαγγελματική διαστροφή να ρίξει μια ματιά στη βιβλιοθήκη των απορριφθέντων χειρογράφων. Και σχεδόν αμέσως η ματιά της πέφτει σε ένα μυθιστόρημα που μολονότι έχει τίτλο άρλεκιν («Οι Τελευταίες Ώρες Μιας Ιστορίας Αγάπης») την συνεπαίρνει. Και δεν συνεπαίρνει μόνο εκείνη. Εκδίδεται και κάνει αμέσως πάταγο. Ο πάταγος που κάνει είναι διττός: είναι και σπουδαία λογοτεχνία, αλλά συνοδεύεται από ένα εξωλογοτεχνικό παράδοξο. Ο συγγραφέας της είναι ένας μακαρίτης πλέον ιδιοκτήτης πιτσαρίας, κάτοικος της  γραφικής κωμόπολης, που δεν είχε εκδώσει ποτέ όσο ζούσε κανένα άλλο βιβλίο.

Κορυφαίος Γάλλος κριτικός λογοτεχνίας που από τις εφημερίδες έχει περάσει στην τηλεόραση με δική του εκπομπή και από τα χείλη του οποίου κρέμεται κάθε Γάλλος συγγραφέας, ενθουσιάζεται επίσης με το βιβλίο και καλεί στην εκπομπή του τη σύζυγο του συγγραφέα. Όταν την ρωτάει για τα διαβάσματα του μακαρίτη και τους δικούς του αγαπημένους συγγραφείς, η σύζυγος απαντά ότι δεν τον είχε δει ποτέ μα ποτέ να διαβάζει. Ο κριτικός μένει άναυδος. Μα πώς γίνεται, μα δεν είναι δυνατόν. Η σύζυγος λέει πως όπως δεν τον είχε ποτέ στη ζωή της ούτε να γράφει κι όμως όπως αποδείχτηκε έγραφε, ίσως έτσι να μην τον είχε δει ποτέ στη ζωή της να διαβάζει κι όμως να διάβαζε. Ίσως να διάβαζε μυστικά όπως έγραφε μυστικά. Ο κριτικός θα μπορούσε να δεχτεί τα περί μεγάλου συγγραφικού ταλέντου ενός επαρχιώτη που πέρασε τη ζωή του φτιάχνοντας πίτσες, μόνο αν συνοδεύονταν με βιβλιοφαγία. Αρχίζει να διατυπώνει υπαινιγμούς περί απάτης. Η σύζυγος εξεγείρεται και του αντιγυρίζει πως προσβάλλει τη μνήμη του άντρα της.

Η συνέντευξη παίρνει μια τροπή που δεν θα μπορούσε ποτέ να προβλέψει ο κριτικός και λειτουργεί ως αφορμή και αιτία για πολύ δυσάρεστες εξελίξεις τόσο στην επαγγελματική όσο και στην προσωπική του ζωή. Αποφασίζει τότε ότι θα κινήσει γη και ουρανό για να ανακαλύψει τι ακριβώς έχει συμβεί με το επίδικο μυθιστόρημα. Κι εκείνος μεν είναι πεισμένος ότι δεν το έγραψε ο χωριάτης πιτσαδόρος Ανρί Πικ, εμείς προφανώς και δεν συμμεριζόμαστε τη βεβαιότητά του, δεν μπορούμε όμως παρά να συμφωνήσουμε ότι η ζωή του Ανρί Πικ, όπως την περιγράφουν οι πιο κοντινοί του άνθρωποι, δεν ταιριάζει στο προφίλ του σημαντικού και βαθυστόχαστου συγγραφέα.

Και κάπως έτσι, καθώς ο κριτικός χώνεται εμμονικά στο μυστήριο, η ταινία έχει διασφαλίσει ότι στην αναζήτησή του θα τον ακολουθήσουν με μεγάλη περιέργεια και οι θεατές. Εδώ αντί δολοφόνο ψάχνουμε να βρούμε τον συγγραφέα κι αντί για “whodunit” έχουμε ένα ας το πούμε “whowroteit”. Kαι κάθε φορά που ένα βιβλίο, μια ταινία, ή μια οποιαδήποτε άλλη αφήγηση, ή μια οποιαδήποτε άλλη συνθήκη της ζωής, μας φέρνει ενώπιον ενός μυστηρίου, το μυστήριο ασκεί τέτοια μαγνητική έλξη, που είναι σχεδόν αδύνατο να το προσπεράσεις αδιάφορος. Θες να μάθεις τι έγινε, θες να βρεθεί η εξήγηση, θες να λυθεί το μυστήριο, θες αυτή η προσωρινή ανατροπή της τάξης του κόσμου να αποκατασταθεί, θες τα πράγματα να ξαναμπούν στη θέση τους, θες να καταλάβεις τι τελικά συνέβη, θες να αρθεί αυτό το σκάνδαλο ενός αποτελέσματος, το οποίο δεν μπορείς να αρνηθείς ότι συνέβη και ταυτόχρονα μιας αιτίας που οδήγησε στο αποτέλεσμα την οποία δεν μπορείς να εντοπίσεις. Μέχρι να την εντοπίσεις θα παραμένεις στη δικαιοδοσία του μυστηρίου και είναι τόσο επιτακτική μέσα σου η ανάγκη να μάθεις την εξήγησή του, είναι τόσο αυτονομημένη η ανάγκη να μάθεις την εξήγησή του, που περνάνε σε δεύτερη μοίρα όλα τα υπόλοιπα. Στην περίπτωση του «Μυστηρίου του Κυρίου Πικ» θα χαμογελάσεις αρκετές φορές με εύστοχες δόσεις χιούμορ, θα μπορούσες επίσης να σκεφτείς και να συζητήσεις τα θέματα που βάζει για τη συνθήκη της πρόσληψης της λογοτεχνίας στην εποχή μας και τη μεγάλη βαρύτητα που παίρνουν εξωλογοτεχνικοί παράγοντες, αλλά ας μην γελιόμαστε, αν κάτι σε κρατάει στην τσίτα σε όλη τη διάρκειά της είναι αυτή η ανάγκη σου να μάθεις την εξήγηση του μυστηρίου. Ίσως τα μικρότερα, τεχνητά, μυθοπλαστικά μυστήρια λειτουργούν ως υποκατάστατα για τα μυστήρια της ύπαρξης που δεν θα μπορέσουμε να λύσουμε ποτέ. Αλλά το σκάνδαλο των μεγάλων μυστηρίων το απωθούμε από τη σκέψη μας. Κι όποτε μας προσφέρεται σε μια μυθοπλασία ένα μυστήριο που στο τέλος θα λυθεί, πέφτουμε πάνω του αχόρταγα: τουλάχιστον εδώ θα μάθουμε τι έπαιζε.

Ας κλείσω με μια φράση που ακούγεται -διαβάζεται για την ακρίβεια- στην ταινία και μου καρφώθηκε στο μυαλό: «Είναι εύκολο να σηκώνεις τον πόνο των άλλων, γιατί είναι ελαφρύς». Αυτό πόνεσε κάπως. Και στο βαθμό που πονάει ως συνειδητοποίηση εμάς τους ίδιους, είναι ένας πόνος βαρύτερος και δυσκολότερος να σηκωθεί. Ας ακούσουμε τα προβλήματα ενός άλλου να αλαφρύνουμε λίγο.