Πριν από λίγες εβδομάδες η ιταλική αστυνομία εντόπισε μετά από πολύμηνες έρευνες ένα αντίγραφο του πίνακα Salvator Mundi του Λεονάρντο ντα Βίντσι, ηλικίας 500 ετών, σε διαμέρισμα στη Νάπολη. Ήταν κρυμμένος στην ντουλάπα ενός 36χρονου κλεπταποδόχου που η αστυνομία παρακολουθούσε καιρό. Ο πίνακας είναι αντίγραφο του διάσημου έργου που απεικονίζει τον Ιησού Χριστό να δίνει την ευλογία του, με το χέρι του υψωμένο, ενώ παράλληλα κρατά μια κρυστάλλινη σφαίρα και ανήκει στη συλλογή του Μουσείου DOMA της Νάπολης.

Το περίεργο είναι ότι το μουσείο που έχει παραμείνει κλειστό εδώ και πολλούς μήνες λόγω της πανδημίας δεν είχε δηλώσει την απώλεια του πίνακα και δεν είχε καταγγείλει την κλοπή του, αφού το δωμάτιο όπου φυλάσσεται ο πίνακας παραμένει κλειστό εδώ και τρεις μήνες.

Οι αρχές εικάζουν ότι η κλοπή ήταν αποτέλεσμα «παραγγελίας» από κάποιους που θα ήθελαν να τον διακινήσουν παράνομα στην αγορά της τέχνης. Ο πίνακας πιστεύεται ότι ζωγραφίστηκε στη Ρώμη από τον καλλιτέχνη Τζιάκομο Αλιμπράντι και χρονολογείται στις αρχές του 16ου αιώνα ενώ στη συνέχεια τον μετέφερε στη Νάπολη ο Τζιοβάνι Αντόνιο Μουσκετόλα, απεσταλμένος του Αυτοκράτορα Καρόλου Ε’. Ο πίνακας περιγράφεται ως ένα εκπληκτικό αντίγραφο του αυθεντικού έργου, κάτι που δημιουργεί όχι μόνο πολλές υποψίες που τον συνδέουν με το αυθεντικό έργο, το οποίο το 2017 έσπασε το ρεκόρ του ακριβότερου πίνακα που πωλήθηκε ποτέ, αγγίζοντας τα 450 εκατομμύρια δολάρια σε δημοπρασία του Οίκου Christie’s, αλλά και νέες θεωρίες συνομωσίας, αφού ο πίνακας  δεν έχει διατεθεί ποτέ στο κοινό από την αγορά του και έπειτα, με ορισμένους ειδικούς να αμφισβητούν την αυθεντικότητά του.

Μια εξωφρενική αγορά και μια ηχηρή εξαφάνιση

Τι θα συμβεί τελικά με το έργο του Λεονάρντο Ντα Βίντσι “Salvator Mundi” (Ο Σωτήρας του Κόσμου) που έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης; Οι πιο «ψύχραιμοι» αναλυτές υποστηρίζουν ότι οι ειδικοί δεν θα συμφωνήσουν ποτέ για το αν ο πίνακας είναι έργο του δάσκαλου της Αναγέννησης ή του εργαστηρίου του, κάτι που δεν είναι πρωτοφανές και ισχύει για πολλά έργα της Αναγέννησης που δημιουργήθηκαν σε εργαστήρια διάσημων ζωγράφων της εποχής και κάθε τόσο οι συνθήκες δημιουργίας τους ανατρέπονται από μια νέα έρευνα.

Η ιστορία του πίνακα ξεκινά τον Μάιο του 2008, όταν μερικοί από τους μεγαλύτερους εμπειρογνώμονες του κόσμου για έργα του Λεονάρντο Ντα Βίντσι μαζεύονταν πάνω από ένα καβαλέτο σε στούντιο που βρισκόταν στην πλατεία Τραφάλγκαρ. Ο πίνακας για τον οποίο επρόκειτο να αποφανθούν βρισκόταν στο τμήμα συντήρησης  της Εθνικής Πινακοθήκης της Βρετανίας, και ήταν ένα πάνελ καρυδιάς που απεικόνιζε ένα γενειοφόρο άνδρα που κοίταζε ευθεία μπροστά με το ένα χέρι σηκωμένο σαν να ευλογεί και στο άλλο να κρατά μια διαφανή σφαίρα. Οι ειδικοί εκείνη τη μέρα αποφάνθηκαν ότι το έργο ήταν του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, γεγονός που θα άνοιγε μία από τις διασημότερες μάχες ιστορικών της τέχνης ειδικών σε έργα της Αναγέννησης στον κόσμο, τα οποία φυσικά υποβοηθούνται και καλλιεργούνται από το μυστήριο που κρύβει το έργο του αγοραστή αλλά και τις προθέσεις του. Ο πίνακας στον οποίο δόθηκε ο τίτλος “Salvator Mundi” (Σαλβαντόρ Μούντι – Σωτήρας του Κόσμου), εκτέθηκε τρία χρόνια αργότερα, τον Νοέμβριο του 2011, στην έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης της Βρετανίας για τη ζωή και τα έργα του Ντα Βίντσι.

Το έργο, που ολοκληρώθηκε όπως εκτιμήθηκε από τους ειδικούς γύρω στο 1500, έξι χρόνια αργότερα δημοπρατήθηκε από τον οίκο Christie’s. Έτσι, τον Νοέμβριο του 2017 απέκτησε νέο ιδιοκτήτη, τον Σαουδάραβα πρίγκιπα Μπαντρ μπιν Αμπντάλα, όπως είχαν πιθανολογήσει οι New York Times, ο οποίος πλήρωσε το ιλιγγιώδες ποσό των 450 εκατομμυρίων δολαρίων. Λίγο καιρό αργότερα, το περίφημο Λούβρο του Αμπού Ντάμπι ανακοίνωσε την έκθεση του πίνακα, γεγονός που θα μπορούσε να προσελκύσει χιλιάδες επισκέπτες στη Σαουδική Αραβία αλλά και στο αρχιτεκτονικό κόσμημα του Ζαν Νουβέλ. Η εποχή μάλλον δεν ήταν κατάλληλη, αφού συνέπεσε με τον διεθνή σάλο εξαιτίας της δολοφονίας του Τζαμάλ Κασόγκι μέσα στο προξενείο της Σαουδικής Αραβίας στην Κωνσταντινούπολη, από ομάδα Σαουδαράβων πρακτόρων, στις 2 Οκτωβρίου 2018, ενώ οι αποκαλύψεις γύρω από το έγκλημα αμαύρωσαν και την εικόνα του διαδόχου του θρόνου, πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.

Με τη διεθνή κοινή γνώμη να έχει στραφεί εναντίον των μεθόδων της Σαουδικής Αραβίας, το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού της χώρας ανέβαλε την πολυαναμενόμενη έκθεση-παρουσίαση του έργου. Η ανακοίνωση στα σόσιαλ μίντια ανέφερε πως «διευκρινίσεις θα δοθούν σύντομα», χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Φυσικά διευκρινίσεις δεν δόθηκαν ποτέ. Και ίσως η ιστορία να είχε ξεχαστεί αν δεν επρόκειτο για το πιο ακριβό έργο στον κόσμο αλλά και αν η αγορά του δε βρισκόταν πολύ κοντά στην αναγγελία μιας μεγάλης έκθεσης με έργα του Λεονάρντο Ντα Βίντσι από το Μουσείο του Λούβρου που κατέχει τα περισσότερα από τα σωζόμενα έργα του, συνολικά 22, με αφορμή τα 500 χρόνια από τον θάνατό του.

Ο πίνακας που δεν εκτέθηκε ποτέ στο Λούβρο

Το Λούβρο ζήτησε το έργο αλλά η απάντηση των ιδιοκτητών είναι τελικά αρνητική, κάτι που κάνει τις θεωρίες συνωμοσίας να έρχονται σε πρώτο πλάνο και την ιστορία του διάσημου πλέον πίνακα να μοιάζει με αστυνομικό μυθιστόρημα. Πολλοί υποστηρίζουν ότι η αξία του πίνακα θα πέσει σχεδόν στο 1/3 της τιμής πώλησης αν αποδειχθεί η θεωρία πως προέρχεται από το εργαστήριο και όχι από το «χέρι» του Ντα Βίντσι.

Για παράδειγμα, ο καθηγητής της Οξφόρδης Μάθιου Λάντρους, έγραψε δημοσίως πως το έργο δημιουργήθηκε από κοινού με τον Bernardino Luini, Ιταλό ζωγράφο που είχε συνεργαστεί με τον Ντα Βίντσι και εν πολλοίς τον αντέγραφε. Ο πρώην διευθυντής του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης, Τόμας Κάμπελ, λίγες μέρες μετά τη δημοπρασία του έργου, απόρησε τόσο για το τεράστιο ποσό αγοράς του πίνακα, όσο και για τη βεβαιότητα των αγοραστών σχετικά με την αυθεντικότητά του. «450 εκατομμύρια; Ελπίζουμε ο αγοραστής να κατανοεί τα ζητήματα περί αυθεντικότητας», έγραψε. Ο Κάμπελ δεν παρέλειψε να αναφερθεί στον πίνακα πριν και μετά τη συντήρησή του, που στοίχισε επίσης πολλά εκατομμύρια, και μίλησε για τις διαφορές που βλέπει ακόμα και με γυμνό μάτι, ενώ ο Μάρτιν Κλάιτον, επιμελητής των έργων του Ντα Βίντσι στη Βασιλική Βιβλιοθήκη του Κάστρου του Windsor, ανέφερε στον Guardian ότι στις φωτογραφίες πριν τη συντήρηση, «ο πίνακας θυμίζει ξεκάθαρα Λεονάρντο», κάτι που δεν ισχύει για τη μετέπειτα κατάστασή του.

Ο Νίκολας Πένι, διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης στο Λονδίνο, εκτίμησε πως «είναι σχεδόν αδύνατο να ανακαλύφθηκε ένας αυθεντικός πίνακας του Λεονάρντο που να μην τον ξέρουμε. Μόνο 20 πίνακές του επιβιώνουν μέχρι σήμερα, οι άλλοι ξέρουμε πως έχουν χαθεί ή καταστραφεί. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να εμφανιστεί κάποιος πίνακας από το πουθενά με τέτοιο τρόπο», βάζοντας ένα ακόμα λιθαράκι στις θεωρίες αμφισβήτησης του πίνακα, ενώ ο πρώτος ιδιοκτήτης του έργου, Ρόμπερτ Σάιμον, που απέκτησε πρώτος τον πίνακα σε δημοπρασία στη Λουιζιάνα το 2005, βρήκε παράλογη την τιμή πώλησης, λέγοντας πως ο πίνακας που πουλήθηκε για 450 εκατομμύρια, δεν είναι ο πρωτότυπος αλλά ένα αντίγραφο. Για την ιστορία, ο πίνακας επανεκτιμήθηκε το 2013 και πωλήθηκε μέσω του Οίκου Σόθμπις για 127,5 εκ. δολάρια σε έναν μεσάζοντα για τον Ρώσο μεγιστάνα Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ, ο οποίος αργότερα τον μεταπώλησε για την τιμή – ρεκόρ που άγγιξε σχεδόν το μισό δισεκατομμύριο.

Τα μυστήρια του πίνακα αφορούν διάφορες λεπτομέρειές του. Στο πρωτότυπο έργο, ο Ιησούς μοιάζει να έχει δύο αντίχειρες. Σε εκείνο που πωλήθηκε όμως, έχει έναν. Επίσης, μυστήριο είναι γιατί δεν υπάρχει η ανάκλαση του Ιησού μέσα στη σφαίρα που κρατά. Ίσως ο ζωγράφος να ήθελε να αποδώσει μια πιο «θαυματουργή» διάσταση του Ιησού και της σφαίρας, ή ίσως να μην ήταν εκείνος τελικά ο δημιουργός του πίνακα.

Ή ίσως το τελικό έργο που «συντηρήθηκε» και πωλήθηκε στην εξωφρενική τιμή, να είναι ένα αντίγραφο και μόνο. Ασχέτως της αυθεντικότητας του έργου, οι συντηρητές συμφωνούν πως η «υπερβολική συντήρηση» έχει αποδυναμώσει συνολικά το έργο. Ο οίκος Christie’s που τον δημοπράτησε επιμένει πως είναι αυθεντικός και τον χαρακτηρίζει τη μεγαλύτερη καλλιτεχνική επανανακάλυψη του 21ου αιώνα και αποδίδει την εκτεταμένη συντήρηση στις φθορές. Η μη συμπερίληψή του στη μεγάλη έκθεση του Λούβρου που ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2019 και ολοκληρώθηκε εν μέσω της πανδημίας του κορωνοϊού ανακίνησε  τη συζήτηση γύρω από τον κρυμμένο πίνακα, που όπως όλα δείχνουν, αποδεικνύεται κι είναι ένα από τα πιο επίκαιρα και καλά κρυμμένα μυστήρια στον χώρο της τέχνης.