Η Αν Πάτσετ είναι μία από τις σταθερά αξιόλογες φωνές στην αμερικανική πεζογραφία των τελευταίων είκοσι ετών. Από την εκπληκτική επιτυχία του Μπελκάντο (2002), ένα μυθιστόρημα με το οποίο πέτυχε τον ιδανικό συνδυασμό εμπορικής επιτυχίας, κριτικής καταξίωσης και διεθνών βραβείων, συνέχισε μια αξιοπρόσεκτη πορεία στην οποία εξακολουθεί να διατηρεί ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό χωρίς να θυσιάζει την ευαισθησία και τη συμπόνια που χαρακτηρίζουν τη γραφή της.

Βεβαίως, η Πάτσετ δεν ανακαλύπτει εκ νέου τον τροχό στα έργα της. Είναι μια παραδοσιακή συγγραφέας παλιάς κοπής, χωρίς εξεζητημένους πειραματισμούς, χωρίς περίτεχνη γλώσσα, χωρίς τις εμμονές του ορκισμένου στιλίστα. Είναι όμως εξαιρετικά ικανή να αποτυπώνει τις ανθρώπινες σχέσεις, να δημιουργεί αληθοφανείς χαρακτήρες, να χτίζει ιστορίες πάνω σε γερά θεμέλια, ιστορίες που ο αναγνώστης ανυπομονεί να διαβάσει μέχρι το τέλος.

Το Ολλανδέζικο Σπίτι είναι μια εξαιρετική στιγμή στην εργογραφία της. Η ιστορία μιας κουτσουρεμένης οικογένειας από την οποία έχουν μείνει μόνο τα δύο αγαπημένα αδέλφια, η Μέιβ και ο Ντάνι, η ιστορία μιας όμορφης έπαυλης σε ένα πλούσιο προάστιο της Φιλαδέλφειας, η ιστορία του πώς το παρελθόν μας διαμορφώνει αλλά και πώς μπορούμε (ή αν μπορούμε) να το υπερβούμε. Είναι ταυτόχρονα ένα μυθιστόρημα με νότες παραμυθιού, αλλά και ένα απολύτως ρεαλιστικό έργο που φαίνεται λες και μας παρουσιάζει επεισόδια βγαλμένα από την πραγματική ζωή, χωρίς τραβηγμένες ανατροπές.

Η πλοκή καλύπτει δεκαετίες ολόκληρες στη μεταπολεμική Αμερική (κυρίως τη Φιλαδέλφεια και τη Νέα Υόρκη). Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια η οικογένεια Κονρόι αγοράζει το περίφημο Ολλανδέζικο Σπίτι, ένα σπίτι που για τον πατέρα φαντάζει σαν την πραγματοποίηση ενός ονείρου και για τη μητέρα περισσότερο με μια κατάρα. Η μητέρα εγκαταλείπει την οικογένεια και ο πατέρας ξαναπαντρεύεται μια πολύ νεότερή του γυναίκα, η οποία μετά τον θάνατό του διώχνει από το σπίτι τα δυο παιδιά. Η σχέση της Μέιβ και του Ντάνι εξελίσσεται με ειλικρινή αγάπη και τρυφερότητα, αφού τα δυο αδέρφια έχουν μείνει μόνα τους, προσπαθώντας να κατανοήσουν το παρελθόν τους, προσπαθώντας να βρουν κάπου όπου μπορούν να ανήκουν χωρίς ενοχές. Όσο τα χρόνια περνούν, και η Πάτσετ επιλέγει να μας ταξιδεύει μπρος και πίσω στον χρόνο, τονίζοντας έτσι τη συναισθηματική αναζήτηση και τον τρόπο που αυτή καθορίζει τη ζωή τους, τα δυο αδέρφια κολλάνε σε γνώριμα καλούπια, επαναλαμβάνοντας συμπεριφορές και ρόλους.

Οι αναφορές στα μοτίβα παραμυθιών είναι προφανείς, μέχρι και η ίδια η Μέιβ τις εντοπίζει: τα δυο αδέρφια διασχίζουν τη ζωή χέρι-χέρι όπως ο Χάνσελ και η Γκρέτελ διασχίζουν το σκοτεινό δάσος. Η Μέιβ παραλληλίζει τον εαυτό της με τη Σταχτοπούτα όταν η μητριά της την αποξενώνει από το ίδιο της το σπίτι. Αλλά βεβαίως, το ίδιο το Ολλανδέζικο σπίτι περιγράφεται σαν ένας σύγχρονος πύργος που μαγεύει (ή καταριέται;) τους ανθρώπους που ζουν σε αυτό.

Όμως τα μοτίβα των παραμυθιών πλαισιώνουν απλώς μια ιστορία ανθρώπινα ρεαλιστική. Δεν υπάρχει πιο ισχυρό μοτίβο στο μυθιστόρημα από τη βόλτα που κάνουν με το αυτοκίνητο τα αδέρφια μέχρι το Ολλανδέζικο σπίτι, κάθε μερικούς μήνες. Κάθονται με σβηστή τη μηχανή και σχολιάζουν τη ζωή τους, αναπολούν το παρελθόν τους, χαζεύοντας το σπίτι που συμβολίζει την παιδική τους ηλικία, ακόμα κι όταν έχουν σαρανταρίσει και θα έπρεπε να έχουν ξεπεράσει προ πολλού τα όποια τραύματα του παρελθόντος. Όμως γίνεται αυτό; Μπορείς να υπερβείς το παρελθόν σου σφυρηλατώντας ένα διαφορετικό μέλλον, αλλά γίνεται να το ξεπεράσεις, να το διαγράψεις; Αυτό είναι ένα από τα πολλά ερωτήματα που θέτει η Πάτσετ στο Ολλανδέζικο Σπίτι.

Το μυθιστόρημα δεν χαρακτηρίζεται από πρωτοτυπία, ούτε θεματικά ούτε υφολογικά. Είναι όμως ειλικρινές, πλημμυρίζει από συναίσθημα (στα όρια του μελοδράματος, χωρίς ωστόσο να τα ξεπερνάει) και εθιστικό στην ανάγνωση. Στοιχεία που το κατέστησαν υποψήφιο για το βραβείο Πούλιτζερ.

«Το Ολλανδέζικο Σπίτι» της Αν Πάτσετ από τις εκδόσεις Δώμα