Ο Τζόντι έπρεπε να είχε μείνει σπίτι του. Στην πατρίδα του δηλαδή, στην Αγγλία, στο Λονδίνο. Να μην υπηρετούσε ως στρατιώτης στη Βόρεια Ιρλανδία. Αλλά το επέλεξε, γιατί για αυτόν ήταν μια δουλειά, ένας τρόπος να βγάλει τα προς το ζην.

Ο Φέργκους πάλι είναι σπίτι του, στην πατρίδα του, κοντά στο Μπέλφαστ. Σε μια πατρίδα μάλιστα που τον θεωρούσε και τον θεωρεί εντελώς δικό της, όχι σαν τον Τζόντι, που στο Λονδίνο κανείς δεν θα τον πει «αράπη» στα μούτρα του, αλλά πολλοί θα το σκεφτούν, ενώ στη Βόρεια Ιρλανδία και θα το σκεφτούν και θα του το πουν.  Κι ο Φέργκους επέλεξε να γίνει μέλος του ΙRA ως εθελοντής. Δυο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εθελοντές, δυο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στρατιώτες, δυο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στρατοί, που βρίσκονται σε έναν με τον ένα ή τον άλλον τρόπο σε πόλεμο.

Για τον Φέργκους δεν είναι απλά μια δουλειά – κι όχι επειδή δεν λαμβάνει μισθό. Ο Φέργκους είναι συναισθηματικά αναμεμιγμένος σε αυτό που κάνει, είναι ιδεολόγος, μάχεται για ένα συγκεκριμένο σκοπό. Και οι ταραγμένοι ιστορικά καιροί φέρνουν τους ανθρώπους ενώπιον επιλογών που πάνε ενίοτε ενάντια στην ιδιοσυγκρασία τους. Ενάντια στη φύση τους. Αχ, η φύση του Φέργκους.

Ας μιλήσουμε για τη φύση του Φέργκους, όπως ακριβώς και ο Τζόντι, μέσα από την παραβολή που του διηγείται, ενώ είναι όμηρος του ΙRA, ενώ έχει πιαστεί αιχμάλωτος από τον IRA, ενώ ο Φέργκους τον φυλάει με το περίστροφο στο χέρι κι εκείνον δεμένο πισθάγκωνα σε μια καρέκλα, με μια κουκούλα στο κεφάλι, μια κουκούλα που παρά τις συστάσεις και καμιά φορά και τις εντολές των ανωτέρων του του την αφαιρεί, για να μπορεί να παίρνει αέρα σαν άνθρωπος, για να μπορεί να βλέπει σαν άνθρωπος. Αλλά γιατί την αφαιρεί; Ο Τζόντι του εξηγεί, μιλώντας του για τον σκορπιό και τον βάτραχο.

Ο σκορπιός θέλει να περάσει στην απέναντι όχθη του ποταμού. Μόνος τρόπος για να το καταφέρει είναι να ανέβει στην πλάτη του βατράχου. Ο βάτραχος του λέει, δεν σε μεταφέρω, γιατί θα με τσιμπήσεις. Μα, αν σε τσιμπήσω, θα βουλιάξεις και θα πνιγώ κι εγώ κι εσύ. Το επιχείρημα είναι αφοπλιστικό, ο βάτραχος πείθεται, ο βάτραχος έχει πάνω του τώρα τον σκορπιό. Στη μέση του ποταμού νιώθει ένα τσίμπημα στην πλάτη. Γιατί με τσίμπησες, κύριε σκορπιέ; Τώρα θα πνιγούμε κι οι δύο. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, αυτή είναι η φύση μου.

Ο Φέργκους ρωτά τον Τζόντι ποιο το νόημα της παραβολής. Ότι κάνουμε αυτό που μας υπαγορεύει η φύση μας και ότι η δική σου φύση είναι να είσαι “kind”. Βγάλε μου λοιπόν την κουκούλα, αφού είσαι καλός άνθρωπος. Ο Φέργκους τη βγάζει, σε ένα σημείο τομής της φύσης του και ενός ρόλου που του ανατίθεται εκείνη την ώρα. Γιατί, ναι, οι άνθρωποι που είναι όντως καλοί, που είναι όντως δοτικοί, που φέρονται όντως καλά στους άλλους, το κάνουν επειδή αυτός είναι ο φυσικός τους τρόπος, αυτός ο χαρακτήρας τους, αλλά ταυτόχρονα η προδιάθεση της προσωπικότητας μετατρέπεται με τα χρόνια σε τμήμα του προσωπικού και κοινωνικού τους ρόλου, με άλλα λόγια φτιάχνονται και γουστάρουν να ακούν από τρίτους πόσο καλοί είναι και κυρίως φτιάχνονται και γουστάρουν να σκέφτονται και οι ίδιοι ότι είναι καλοί άνθρωποι.

Έτσι ο Φέργκους βρίσκεται τώρα ενώπιον μιας μεγάλης εσωτερικής σύγκρουσης: ο ρόλος του μαχητή του ΙRA συγκρούεται με τον ρόλο του καλού ανθρώπου. Η φύση του που τον οδήγησε στην στράτευση σε έναν αγώνα συγκρούεται με τη φύση του που νοιάζεται και συμπάσχει με τον άνθρωπο που έχει δεμένο απέναντί του. Ο χρόνος πυκνώνει, οι δυο άντρες θα αρχίσουν να αλληλοσυμπαθιούνται. Και ο Τζόντι θα μιλήσει στον Φέργκους για την κοπέλα του, τη Ντιλ. Θα του δώσει τη φωτογραφία της, θα του πει που δουλεύει, σε ποιο μπαρ συχνάζει, θα του ζητήσει να πάει να τη βρει για χάρη του. Και να της πει πόσο τη σκεφτόταν και πόσο την αγάπησε.

Και ο Φέργκους θα πάει να τη βρει στο Λονδίνο. Κι αλίμονο, δεν μπορεί να της πει τι τον συνδέει με τον Τζόντι. Κι έχει έτσι ένα μεγάλο μυστικό να τον τρώει, ενώ τη βρίσκει, ενώ γοητεύεται, ενώ την ερωτεύεται. Η Ντιλ πάλι δεν έχει κανένα μεγάλο μυστικό απέναντί του. Έτσι νομίζει δηλαδή, έτσι πιστεύει όταν την προσεγγίζει. Σύντομα θα του φανερώσει και το όχι και τόσο μυστικό της: πως επειδή έχει περάσει πολλά και οι άνθρωποι της έχουν φερθεί ως τώρα άσχημα, είναι έτοιμη να λιώσει για όποιον της φερθεί με καλοσύνη, τρυφερότητα και ευγένεια. Έτσι της φερόταν ο Τζόντι και για αυτό τον αγαπούσε, έτσι διαπιστώνει ότι της φέρεται ο Φέργκους και είναι έτοιμη να κάνει τα πάντα για αυτόν.

Αλλά ο Φέργκους, που στο Λονδίνο είναι με άλλη ταυτότητα για να μην τον βρουν και ονομάζεται Τζίμι, αλλά ο Τζίμι της Ντιλ, θα χρειαστεί να περάσει μια ακόμη έντονη εσωτερική σύγκρουση, καθώς η φύση του, ο ρόλος του, η ταυτότητά του θα κλονιστούν βαθιά μέσα από τη σχέση του με τη Ντιλ. Ποιος είναι απέναντί της; Ποιος μπορεί να είναι; Τι είναι εκείνο που νιώθει για την Ντιλ; Τι σημαίνει για τον ίδιο; Πώς τον ορίζει; Πώς τον μετατοπίζει;

Η Ντιλ είναι έτοιμη να κάνει πράγματα που δεν περίμενε ότι θα έκανε ποτέ. Για τον Τζίμι ειδικά; Ή για οποιονδήποτε σαν τον Τζίμι θα της φερόταν καλά; Ο Τζίμι – Φέργκους είναι με τη σειρά του έτοιμος για μεγάλες θυσίες. Για την Ντιλ ειδικά; Ή για οποιονδήποτε άλλον θα του φαινόταν σωστό, επειδή είναι στη φύση του να είναι καλός; Η ρομαντική εκδοχή είναι ότι η Ντιλ αγάπησε τον Τζίμι και ο Τζίμι – Φέργκους αγάπησε την Ντιλ. Ότι αγαπήθηκαν ειδικά. Αλλά γιατί να είναι λιγότερο ρομαντική εκδοχή ότι αγαπήθηκαν μεν εντελώς μοναδικά, χωρίς να αναιρείται αυτό από το γεγονός ότι κούμπωσαν οι μεταξύ τους ρόλοι; Εκείνου που είναι στη φύση του να είναι προστατευτικός και νοιαχτικός κι εκείνης που έψαχνε κάποιον να την προστατεύει και να τη νοιάζεται. Ίσως μάλιστα ακριβώς οι μεγάλοι έρωτες να προσωποποιούνται από τους ανθρώπους εκείνους που έρχονται να δώσουν πρόσωπο, σώμα και υπόσταση, σε ανάγκες και όνειρα που ούτως ή άλλως έχουμε.

Κι άλλωστε πόσο συντριπτικά άδικο θα ήταν να πούμε ότι βόλεψε η φάση ανάμεσα στην Ντιλ και τον Τζίμι της; Ο Τζίμι πριν ήταν ο Φέργκους που απήγαγε τον ως τότε άντρα της ζωής της. Και η Ντιλ τίποτα απολύτως βολικό δεν έχει για τον Τζίμι. Αν το ζήτημα ήταν η αγάπη που έχει να δώσει, υπήρχαν άπειρα άλλα κορίτσια εκεί έξω, χωρίς τις επιπλοκές της δικής τους σχέσης, χωρίς το παρελθόν που τον οδήγησε κοντά της.

Ο Τζόντι είχε ζητήσει από τον Φέργκους να πει κι αυτός με τη σειρά του μια ιστορία. Ο Φέργκους δεν είχε. Ούτε με σκορπιούς, ούτε με βατράχους, ούτε με τίποτα. Ο Τζόντι καταλαβαίνει ότι ο Φέργκους είναι άνθρωπος χωρίς έντονη προσωπικότητα, χωρίς γοητευτική προσωπικότητα, ένας όχι ιδιαίτερα ενδιαφέρων, ένας εξαιρετικά απλός άνθρωπος. Ο Φέργκους το επιβεβαιώνει: “I’ m not good for much”.  Αλλά ας μας επιτρέψει να διαφωνήσουμε: αν ο Φέργκους είναι απλός, είναι πάντως υπερβατικά απλός. Η απλότητά του δεν τον οδηγεί να έχει ένα στενό μυαλό αλλά μια πλατιά καρδιά.

Ο Φέργκους έχει τη γενναιότητα να ερωτευτεί, να αγαπήσει, να σχετιστεί, με τον δικό του τρόπο, με έναν τρόπο που καταλύει κάθε στενό κουτάκι στο οποίο προσπαθούμε να περιορίσουμε και να ορίσουμε την αγάπη και τον έρωτα, τον έρωτα και την αγάπη.