Η καταπληκτική μεταμόρφωση του νεαρού Ρέμπραντ και ο μετασχηματισμός του από ασήμαντο ζωγράφο από το Λέιντεν σε σούπερ σταρ του Άμστερνταμ του 17ου αιώνα, καταγράφεται σε μια μοναδική online έκθεση στο μουσείο Ashmolean της Οξφόρδης με έργα που ανήκουν στη συλλογή του αλλά και με δάνεια από τα μεγάλα μουσεία σε όλο τον κόσμο.

Η έκθεση με τίτλο Young Rembrandt παρουσιάζει έργα από το 1624 έως το 1634, του καλλιτέχνη που έμελλε να γίνει από τους μεγαλύτερους όλων των εποχών. Γεννημένος το 1606, ο Ρέμπραντ Χάρμενσοον φαν Ράιν, ή απλά, ο Ρέμπραντ, όταν εμφανίστηκε στην εικαστική σκηνή τίποτα δε φανέρωνε την εξέλιξή του την επόμενη δεκαετία και την αδυσώπητη προσπάθειά του να βελτιωθεί. Ο νεαρός Ρέμπραντ μαθαίνει από τα λάθη του και πειραματίζεται διαρκώς με νέες τεχνικές και θέματα που τον καθιερώνουν ως εξαιρετικό ταλέντο.

Η έκθεση με μια χρονολογική σειρά των πορτρέτων και των θεμάτων του σηματοδοτεί αυτή τη συναρπαστική ιστορία.

Rembrandt, Tobit Accusing Anna of Stealing the Kid, 1626 © Rijksmuseum, Amsterdam

Portrait of an Old Man (Rembrandt’s father), 1627-1630, The Ashmolean Museum

Το Λέιντεν, γενέτειρα του Ρέμπραντ, ήταν ένα ακμάζον οικονομικό κέντρο καθώς και ένα καταφύγιο θρησκευτικής ανοχής. Μόνο τριάντα μίλια βόρεια του Άμστερνταμ ήταν μέρος, διάσημο για το παλαιότερο πανεπιστήμιο της Ολλανδικής Δημοκρατίας. Ο Ρέμπραντ γεννήθηκε σε μια εύπορη οικογένεια. Ο πατέρας του είχε ανεμόμυλους και προμήθευε με σιτηρά την τοπική βιομηχανία ζυθοποιίας. Ήταν ο μικρότερος γιος μιας οικογένειας με δέκα παιδιά από τα οποία έζησαν τα επτά και δεν ήταν υποχρεωμένος να γίνει τεχνίτης ή να αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση.

Φοίτησε στο Λατινικό σχολείο, στο πανεπιστήμιο του Λέιντεν και ξεκίνησε να ασχολείται με την τέχνη στα 16 του χρόνια. Μαθήτευσε σε τοπικό ζωγράφο, τον Jacob van Swanenburg και συνέχισε στο μεγάλο καλλιτεχνικό κέντρο του Άμστερνταμ γύρω στο 1624 με δάσκαλο τον  Pieter Lastman.

Rembrandt, The Spectacles Seller (Allegory of Sight), c. 1624 © Museum de Lakenhal, Leiden

Rembrandt, The Baptism of the Eunuch, 1626 © Museum Catharijneconvent, Utrecht

Όταν επέστρεψε στο Λέιντεν για να δημιουργήσει το πρώτο του εργαστήριο ως ανεξάρτητος καλλιτέχνης, επέστρεψε στην οικογένειά του. Όπως πολλοί νέοι καλλιτέχνες όταν ξεκινούν την καριέρα τους, χρησιμοποίησε τον εαυτό του και τα μέλη της οικογένειάς του ως τα πρώτα του μοντέλα.

Ο Ρέμπραντ αρχίζει μια δημιουργική περίοδο μέσα στην οποία διερεύνησε επίσης νέα και καινοτόμα θέματα. Στα έργα του δεν εξιδανικεύει όπως παραδοσιακά έκαναν οι ομότεχνοι της εποχής τους τις γυναίκες. Τις απεικόνιζε ρεαλιστικά με μεγάλους μηρούς, παχουλές κοιλιές και κρεμασμένη σάρκα. Οι αγρότες και οι ζητιάνοι του όχι μόνο περιφέρονται στους δρόμους αλλά ουρούν με προκλητική ειλικρίνεια.

Rembrandt, Judas Repentant Returning the Pieces of Silver, 1629 © Private collection

Αυτή ακριβώς η έλλειψη εξιδανίκευσης έγινε ένα από τα χαρακτηριστικά του έργου του. Τον γοητεύουν οι καθημερινοί, κοινοί άνθρωποι, αλλά και τα γηρατειά. Συχνά απεικόνιζε όχι μόνο τους γονείς του – που πλησίαζαν τα εξήντα και ήταν μεταξύ των πρώτων μοντέλων του – αλλά και πολλούς άλλους με γκρίζα μαλλιά και ατημέλητα γένια. Πιθανώς ήταν οικογενειακοί φίλοι ή γνωστοί του από το Λέιντεν και το Άμστερνταμ. Όμως αυτό που αξίζει να προσέξει κάποιος είναι τα χέρια των μοντέλων του που τα ζωγραφίζει με εξαιρετική λεπτομέρεια, κάτι που υποδηλώνει βαθύ σεβασμό και συμπάθεια. Οι ηλικιωμένοι χαρακτήρες είναι από τα πιο υποβλητικά έργα του και με πρόσχημα την παρουσία τους σε βιβλικές σκηνές επανέρχονται συχνά στο έργο του.

Rembrandt, The Flight into Egypt, 1627 © Musée des Beaux-Arts, Tours

Rembrandt Harmensz van Rijn (1606-1669). Paris, musÈe du Louvre, D.A.G.. INV22985-recto.

Ο Ρέμπραντ μετακόμισε στο Άμστερνταμ το 1631. Ήταν 25 ετών. Εκείνη τη στιγμή είχε καθιερώσει το διακριτικό του στυλ σε τέτοιο βαθμό που η τέχνη του δεν μπορούσε πλέον να συγχέεται με κανενός άλλου. Η αγορά ήταν έτοιμη να υποδεχθεί το έργο του και να το αναγνωρίσει.

Ο Ρέμπραντ συνέχισε να πειραματίζεται με το φως και τη σκιά, τις δραματικές τους αντιθέσεις στις νυχτερινές σκηνές, τους εσωτερικούς χώρους και τα πορτρέτα του. Η ικανότητά του να προτείνει ψυχολογικές αφηγήσεις μέσω της έκφρασης του προσώπου και μιας χειρονομίας, η τέχνη να μελετά τους χαρακτήρες που συνέχιζε να σχεδιάζει ασταμάτητα σε προσωπογραφίες, έκαναν τη φήμη του να εξαπλωθεί και να αναδειχθεί σε έναν από τους κορυφαίους ζωγράφους της πόλης.

Self-portrait in a cap, open-mouthed, The Ashmolean Museum

The artist’s mother, head and bust: three quarters right, 1628, The Ashmolean Museum

Ήδη, από τα τέλη του 1631 είχε αρχίσει να συνεργάζεται με τον έμπορο τέχνης Hendrick van Uylenburgh που του παρείχε εργαστήριο αλλά και μεσολάβησε στο να φιλοτεχνήσει τα πορτρέτα της τότε αναπτυσσόμενης τάξης των πλούσιων εμπόρων του Άμστερνταμ και των τραπεζιτών. Έγινε ο πιο περιζήτητος πορτρετίστας του Άμστερνταμ, ωστόσο συνέχισε να έχει το εργαστήριό του στο Λέιντεν μέχρι το 1634, όταν ήταν πλήρως πεπεισμένος για την επιτυχία στο Άμστερνταμ. Την ίδια χρονιά έγινε μέλος της περίφημης συντεχνίας του Αγίου Λουκά, ενώ είχε ήδη γνωρίσει τη Σάσκια, τη μελλοντική του γυναίκα που άρχισε να εμφανίζεται στα έργα του από το 1633, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα αντίθεση με τα πορτρέτα των ηλικιωμένων που αγαπούσε να ζωγραφίζει.

Rembrandt, Samson and Delilah, 1628 © Gemäldegalerie, Staatliche Museen zu Berlin

Rembrandt, Diana at the bath, c. 1630-1 © British Museum, London

Rembrandt, Bearded Old Man, 1632 © Fogg Museum, Harvard Art Museums, Cambridge, MA

Rembrandt and Gerrit Dou, A Young Scholar and his Tutor, c. 1631 © J Paul Getty Museum, Los Angeles