Ο Μπαζ Λούρμαν μεταφέρει ξανά στον κινηματογράφο ένα από τα κλασικά αμερικάνικα μυθιστόρηματα, δίνοντας στον Λεονάρντο Ντι Κάπριο το ρόλο με τον οποίο έως τώρα είχε ταυτιστεί ο Ρόμπερντ Ρέντφορντ (στη σχεδόν προ σαράντα ετών ταινία του Τζακ Κλέιτον, σε σενάριο του Φράνσις Φορντ Κόπολα). Ο κατά Λούρμαν, λοιπόν, «Υπέροχος Γκάτσμπι» έλαβε βασικά αρνητικές κριτικές στο εξωτερικό (στο Rotten Tomatoes έχει αποδοχή μόλις 31% μεταξύ των «top critics»), μερικές εκ των οποίων είναι τόσο ισοπεδωτικές που σε κάνουν να απορείς για το μένος τους. Ένα γενικό τρόπον τινά συμπέρασμα είναι πως, ακόμα κι αν η ταινία είναι εικαστικά ικανοποιητική στις σκηνές με τα πάρτι, μένει μακριά από την ουσία του βιβλίου. Εγώ πάλι το είδα μάλλον ανάποδα. Μολονότι, δηλαδή, οι οργιώδεις σκηνές των πάρτι είναι εντυπωσιακές και μολονότι οι περίφημοι μουσικοί αναχρονισμοί του Λούρμαν είναι απολαυστικοί, δε μου προσέφεραν κάτι που μου έλειπε ιδιαίτερα, συνολικά ωστόσο νομίζω πως η ταινία λειτουργεί. Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο του Φιτζέραλντ για να μπορώ να κρίνω πόσο πιστά αποδίδει το πνεύμα του, ωστόσο μπορώ να θυμηθώ ένα σωρό μεταφορές κλασικών έργων της λογοτεχνίας (με τελευταίο παράδειγμα την Άννα Καρένινα) που την ώρα που βλέπεις την ταινία σε κάνουν να απορείς τι ακριβώς το τόσο ξεχωριστό περιλαμβάνει το βιβλίο στο οποίο βασίστηκαν. Αντίθετα εδώ -όσο μπορεί κανείς να υποψιαστεί τη λογοτεχνία μέσα από το σινεμά- η λογοτεχνία φαίνεται. Και ο Λούρμαν φαίνεται πως μαγεύτηκε τόσο από τις λέξεις του βιβλίου (μερικές από τις φράσεις του μπορεί κανείς να διαβάσει εδώ), που σε μερικές σκηνές τις παίρνει και τις γράφει πάνω στην εικόνα, κάνοντάς τες εικόνα και τις ίδιες, βάζοντας τες να χορεύουν κι αυτές.

Ο Ντι Κάπριο είναι πάντα καλός σε ό,τι κάνει και ο Γκάτσμπι -χωρίς βέβαια σε καμία περίπτωση να συγκαταλέγεται στις κορυφαίες στιγμές της καριέρας του- δεν αποτελεί εξαίρεση. Ο Τζόελ Έντγκερτον στέκεται απέναντί του με κυριολεκτικό και μεταφορικό ανάστημα. Αλλά ο Τόμπι Μαγκουάιρ (στο ρόλο του αφηγητή και παρατηρητή των ηθών των άλλων, στο ρόλο του ανθρώπου που είναι «within and without», που είναι μέσα σε όσα συμβαίνουν και ταυτόχρονα έξω από αυτά) μοιάζει γλυκανάλατος, μοιάζει να έχει μείνει στάσιμος και να επαναλαμβάνει τον εαυτό του. Και η συνήθως ξεχωριστή Κάρι Μάλιγκαν μοιάζει στο συγκεκριμένο ρόλο εκτός θέσης, μοιάζει να μην είναι η γυναίκα που περιγράφεται από τον Φιτζέραλντ και που είναι ικανή να εμπνεύσει μια τέτοια εμμονή στον Γκάτσμπι.

Βρισκόμαστε λοιπόν στο καλοκαίρι του 1922, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει χρόνια, το χρηματιστήριο κάθε μέρα κάνει άλματα, είναι καιρός για ανάπτυξη και πάρτι, είναι καιρός για το πάρτι της ανάπτυξης. Κι ο μυστηριώδης Τζέι Γκάτσμπι (γύρω από το όνομά του υπάρχουν όλων των ειδών οι φήμες) έχει αυτήν την απίστευτη έπαυλη, αυτά τα απίστευτα πλούτη και κυρίως κάνει αυτά τα απίστευτα πάρτι. Δεν προσκαλεί κανέναν, έρχεται όλη η Νέα Υόρκη ακάλεστη. Η έπαυλή του γίνεται ένας χώρος που συνοψίζει το πνεύμα της εποχής, ένας τόπος δωρεάν διασκέδασης, μια φούσκα φτιαγμένη από περίεργα υλικά. Ακόμη όμως και την εποχή εκείνη, ακόμη και τα χρόνια πριν οι φούσκες σκάσουν και το κραχ γεμίσει με τα συντρίμμια του την κοινωνία, υπάρχει ανάμεσα στο Ιστ Εγκ, που βρίσκεται ο παλιός πλούτος του Τομ και της Ντέιζι Μπιουκάναν, και στο Γουεστ Εγκ, που βρίσκονται οι νεόπλουτοι σαν τον Τζέι Γκάτσμπι, μια γκρι «κοιλάδα της στάχτης», ένας χώρος που ζουν μέσα στη φτώχεια τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα.

O Γκάτσμπι λέει ότι είναι ο τύπος που δεν του πήγαινε να ερωτευθεί. Μάλλον δε λέει αλήθεια, όμως, γιατί ο παλιός του έρωτας για την Ντέιζι γίνεται όλος του ο κόσμος. Αγοράζει την έπαυλή του στην ακριβώς απέναντι πλευρά του κόλπου από την έπαυλη της Ντέιζι, έτσι ώστε να έχει συνεχώς το σπίτι της αγαπημένης του στο συνεχές οπτικό του πεδίο. Ο φάρος με το πράσινο φως που αναβοσβήνει μπροστά στο σπίτι της γίνεται στα μάτια του ένα ακόμη λατρευτικό αντικείμενο, ένα ακόμη θέαμα που κοιτάζει μαγεμένος, ξέροντας πως πίσω του βρίσκεται εκείνη. Τώρα έχει πλησιάσει μετά από πέντε χρόνια απουσίας κοντά στον έρωτά του και το μόνο που απομένει είναι να απλώσει το χέρι του και να τον κάνει δικό του. Έχοντας διανύσει κοινωνικά μια κατακόρυφη πορεία προς τα επάνω, η φιλοδοξία του έχει παντρευτεί με την αισιοδοξία του. Ενώ στοχεύει προς ένα ονειρικό μέλλον, προς ένα κοινό μέλλον με τη Ντέιζι, στην πραγματικότητα ονειρεύεται την αναβίωση του ερωτικού παρελθόντος του και την ανάκτηση των χρόνων που χάθηκαν. Το μέλλον του καθορίζεται από το παρελθόν του.

Ο Γκάτσμπι ακριβώς επειδή είναι ερωτευμένος δε δέχεται ότι θα ήταν δυνατόν η Ντέιζι να έχει αγαπήσει ποτέ οποιονδήποτε άλλον. Ο Τομ Μπιουκάναν, όμως, έχει όλη την αυτοπεποίθηση ενός άντρα που γεννήθηκε και έζησε μια ζωή μέσα στα πλούτη και στις ανέσεις, έχει όλη την αυτοπεποίθηση ενός γυναικά. Αυτός είναι ο κυρίαρχος μέσα στην κυρίαρχη φυλή, στην κυρίαρχη τάξη, στην κυρίαρχη κάστα. Ο Γκάτσμπι θέλει να κατακτήσει τον κόσμο, ο Τομ γεννήθηκε με τον κόσμο να του έχει παραδοθεί. Ο Γκάτσμπι ζει ποθώντας, ο Τομ ζει έχοντας.