Μια απόπειρα πραξικοπήματος είναι εξ ορισμού ένα πάρα πολύ σημαντικό και πάρα πολύ σοβαρό γεγονός για την ιστορία ενός κράτους; Η απάντηση δεν είναι «ναι», αλλά «εξαρτάται». Εξαρτάται αφενός από το αν είναι περισσότερο ή λιγότερο σπάνιο φαινόμενο και αφετέρου από το τι συνέπειες επιφέρει. Η απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία του 2016 ας πούμε, με τους εκατοντάδες νεκρούς, τους χιλιάδες τραυματίες και την εκκαθάριση που έκανε στη συνέχεια ο Ερντογάν στην κρατική μηχανή και στον στρατό, είναι προφανώς ένα κομβικής σημασίας συμβάν για τη χώρα. Δεν ισχύει το ίδιο για την απόπειρα πραξικοπήματος του Μαΐου του 1963, η οποία ακολούθησε άλλη μια αποτυχημένη απόπειρα ένα χρόνο πριν, καθώς κι ένα επιτυχημένο πραξικόπημα τρία χρόνια πριν, και η οποία αντιμετωπίστηκε άμεσα και χωρίς να προξενήσει ευρείας κλίμακας συγκρούσεις. Η εξαιρετική ταινία του Μαχμούτ Φαζίλ Κοσκούν, «Το Πραξικόπημα» (ο αυθεντικός της τίτλος “Αnons” σημαίνει «Ανακοίνωση»), δεν καταγράφει καν την κεντρική σκηνή αυτής της ανεπιτυχούς απόπειρας του 1963 (η οποία ήταν η Άγκυρα), αλλά χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη, την οποία μεταπλάθει ελεύθερα δραματουργικά, ένα εν τέλει εντελώς ήσσον υποκεφάλαιό της, την κατάληψη του κεντρικού ραδιοφωνικού σταθμού της Κωνσταντινούπολης, προκειμένου να αναγνωστεί από εκεί νυχτερινό διάγγελμα για την κατάληψη της εξουσίας απ’ τον στρατό (εξουσία που βέβαια δεν κατέλαβε τελικά ποτέ).

Στην πρώτη σκηνή του «Πραξικοπήματος» δεν θα βρεθούμε στην Τουρκία, αλλά σε ένα ιατρείο στη Δυτική Γερμανία. Ο Γερμανός γιατρός εξετάζει έναν Τούρκο που φιλοδοξεί να γίνει γκασταρμπάιτερ και να βρει δουλειά εκεί. Δίπλα στον γιατρό υπάρχει μεταφράστρια για να μεταφράζει στον εξεταζόμενο τα «βήξε» και τα «άνοιξε το στόμα σου». Ο γιατρός καταλήγει ότι ο υποψήφιος εργάτης δεν μπορεί να γίνει δεκτός επειδή του λείπουν δόντια. Περνάει πάρα πολύ ώρα για να ξανασυναντήσουμε τον συγκεκριμένο άνθρωπο, ακόμα κι όταν τον ξανασυναντήσουμε δεν θα γίνει σε καμία περίπτωση ένας από τους πρωταγωνιστές της πλοκής, ωστόσο η σύνδεση της αρχικής σκηνής με όσα θα συμβούν στον συγκεκριμένο δευτερεύοντα χαρακτήρα, είναι αφενός ευφυέστατη και αφετέρου χαρακτηριστική των όσων προσπαθεί και καταφέρνει να πει ο Κοσκούν με το φιλμ του.

Ένα πραξικόπημα που απέτυχε λοιπόν. Κι ό,τι έμεινε από αυτό για να θυμάται κάπως η Ιστορία, ήταν τα γεγονότα που έγιναν στην Άγκυρα. Τα όσα έγιναν στην Κωνσταντινούπολη με το ζόρι μπήκαν στις ειδήσεις της επόμενης ημέρας (τις ραδιοφωνικές ειδήσεις που άκουγε ο κόσμος, γιατί το βράδυ το πρόγραμμα τελείωνε και ραδιόφωνο δεν άκουγε κανείς). Αλλά η αίσθηση που προσωπικά αποκομίζω, είναι ότι ο Κοσκούν ενδιαφέρεται λιγότερο να καταγράψει με διακριτικά ειρωνικό βλέμμα μόνο τη ματαιότητα της συγκεκριμένης απόπειρας πραξικοπήματος. Εκείνο που περισσότερο τον ενδιαφέρει, είναι, μέσα από αυτή την υποϊστορία μιας ιστορικής υποσημείωσης της πολιτικής του τόπου του, να καταγράψει μια μεγαλύτερη εικόνα για τον τρόπο που η Ιστορία κινείται και που ο κόσμος αλλάζει, ανεξάρτητα από τις προθέσεις των ανθρώπων. Το εντελώς συγκεκριμένο χωροχρονικά εγχείρημα, ακόμα κι αν είχε επιτυχή κατάληξη, πάλι θα είχε ένα όριο επίδρασης, πέρα από το οποίο θα εκτεινόταν και πάλι η ματαιότητα. Θα άλλαζε μόνο ίσως σε έναν βαθμό η πολιτική ζωή της Τουρκίας. Αλλά εκτός από την εσωτερική πολιτική της Τουρκίας και το αν θα κινηθεί προς τον ένα ή τον άλλο δρόμο, υπάρχει ας πούμε η ευρύτερη γεωπολιτική εικόνα που λέει ότι εργαζόμενοι θα πηγαίνουν από την Τουρκία στη Γερμανία και όχι το αντίστροφο. Ότι θα τους κοιτάνε στα δόντια σαν άλογα να δουν αν είναι υγιείς και εργατικό δυναμικό.

Κι ύστερα, τα φοβερά και τρομερά εσωτερικά θέματα του κάθε μέρους του κόσμου και του κάθε λαού, μπορεί για τους απέξω να μοιάζουν πολύ λιγότερο τρομερά, ως μάταια. Μαθαίνουμε παρεμπιπτόντως την ιστορία ενός Τούρκου στρατιωτικού που είχε πολεμήσει στον πόλεμο της Κορέας. Σε μια γιορτή με Κορεάτες αξιωματούχους, τους τραγούδησε τον ύμνο που είχε απομνημονεύσει με περισσή επιμέλεια. Μπερδεύτηκε όμως και είχε απομνημονεύσει τον ύμνο της Βόρειας αντί της Νότιας Κορέας. Επικράτησε λέει παγωμάρα στη γιορτή και μετά από την γκάφα τον έστειλαν άρον άρον πίσω στην Τουρκία. Ο συνάδελφός του όμως που αφηγείται το περιστατικό, μας λέει ότι, για να είμαστε δίκαιοι, τον τραγούδησε ωραία. Μας τον τραγουδά τώρα και μας, γιατί για τέτοιου είδους ταινία πρόκειται. Και όντως τον τραγουδά ωραία. Και κάπως συγκινητικά. Δεν καταλαβαίνουμε βέβαια τίποτα.

Και πέραν των διαφορών από ήπειρο σε ήπειρο και από κράτος σε κράτος, έχω επίσης την αίσθηση ότι «Το Πραξικόπημα» υπαινίσσεται υπόγεια ότι η ζωή εκ των πραγμάτων αλλάζει λιγότερο με την πολιτική και περισσότερο με την τεχνολογία. Σε μια σκηνή θα ακούσουμε ένα ραδιόφωνο να παίζει μέσα σε ένα ταξί. «Από τότε που μπήκε αυτό εδώ το παιχνιδάκι, δεν μπορώ να δουλέψω χωρίς μουσική», θα πει ο ταξιτζής στους επιβάτες που μεταφέρει. Η κάμερα φωτίζει την οθόνη του ραδιοφώνου με την βελόνα σαν να είναι κάτι μαγικό, και είναι κάτι μαγικό.

«Το Πραξικόπημα» υπαινίσσεται υπόγεια ότι η ζωή εκ των πραγμάτων αλλάζει λιγότερο με την πολιτική και περισσότερο με την τεχνολογία

Καθώς ο εκφωνητής λέει ότι τώρα θα σας μεταφέρουμε κάπου πολύ μακριά και θα ακούσουμε ένα τραγούδι απ’ τη Φινλανδία, καταλαβαίνεις ότι το ραδιόφωνο ήταν τότε ένα είδους ίντερνετ που σε συνέδεε με τον κόσμο. Σε άλλη σκηνή ένας ήρωας αναλαμβάνει την εμπορική αντιπροσωπεία ψυγείων που τότε πρωτοεισάγονται στην Τουρκία. Εξηγεί πόσο θα αλλάξουν τα πάντα για τις νοικοκυρές που θα μπορούν να διατηρούν τρόφιμα εκεί για μέρες. Βρισκόμαστε στην Τουρκία του 1963. Ήρθαν τα ραδιόφωνα στα αυτοκίνητα, έρχονται τα ψυγεία, η χρονολογία θα γράφει άλλη χρονιά όταν έρθει η τηλεόραση, άλλη χρονιά όταν έρθουν τα κινητά, άλλη χρονιά όταν έρθει το ίντερνετ, ό,τι σημαντικό κι αν έχουν στο μυαλό τους πολιτικά οι πραξικοπηματίες, όσο άθλιο κι αν είναι να κάνεις πραξικόπημα, η ζωή δεν αλλάζει μόνο με την πολιτική, πιο ιστορικό γεγονός του 1963 από την απόπειρα είναι η έλευση των ψυγείων.

Εκτός από βελόνες ραδιοφώνων και ψυγεία, εκτός από γραφομηχανές και πικ απ, κάθε εποχή αφήνει το στίγμα της όχι μόνο με την τεχνολογία που έχει αλλά κι αλλιώς. Kάπου στα μισά της ταινίας oι επίδοξοι πραξικοπηματίες θα βάλουν τις στρατιωτικές τους στολές, αφού ως τότε ήταν με πολιτικά. Ο Κοσκούν θέλει να μας δείξει μεν το πόσο σχετικό πράγμα είναι η στολή, τι επιτελεστικό ρόλο έχει και πόσο ίσως φέρνει σε απόκριες, ωστόσο το μάτι μου κόλλησε κάπου αλλού, χωρίς να λέω ότι θέλει να πει κάτι η ταινία για αυτό: όσο αλλάζουν οι ήρωες, βλέπουμε ότι φοράνε φανελάκια. Μαζί με την τεχνολογία που αλλάζει, αλλάζει και η ενδυμασία.

«Το Πραξικόπημα» είναι υποδειγματικό στο ύφος του και την ουσία του

Πώς εξαφανίστηκαν οι λευκές αμάνικες εσωτερικές φανέλες από τη ζωή μας, πως παλιότερα ήταν απαραίτητο αξεσουάρ, πότε άρχισαν να θεωρούνται περιττές;

Όταν κάτι αποδεικνύεται γελοίο σε επίπεδο πολιτικού βεληνεκούς, καθόλου δεν αποκλείεται να αποδειχθεί τραγικό σε προσωπικό επίπεδο: άνθρωποι θα σκοτωθούν, αίμα θα τρέξει, τα γεγονότα συνδέονται μεταξύ τους με νήματα συχνά υπόγεια. Η ταινία προσεγγίζει τον κόσμο της ως προς το περιεχόμενό της με ματιά λογοτεχνική, ενώ ως προς την εικόνα της, τα κάδρα της είναι γεωμετρημένα, τα χρώματα της φωτογραφίας της θυμίζουν ταινίες σαν το «Κάποτε στην Ανατολία» του Τσεϊλάν. «Το Πραξικόπημα» είναι υποδειγματικό στο ύφος του και την ουσία του. Δεν θα φωνάξει ποτέ κάτι μήπως και δεν το καταλάβουμε, αλλά ούτε και θα φοβηθεί να καταλάβουμε αυτό που θέλει να πει. Είναι μια ταινία πιο έξυπνη από όσο θέλει να δείξει, νιώθει σίγουρη για τον εαυτό της και δικαίως. Προσωπικά την απόλαυσα.