Όταν πρωτοπάτησα το κατώφλι του Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων, ο Λευτέρης Βογιατζής βρισκόταν πίσω από τη σκηνοθεσία του έργου των Δ. Κεχαΐδη-Ελ. Χαβιαρά «Με δύναμη από την Κηφισιά» και μου χάριζε μία θεατρική εμπειρία που ακόμη -σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα- συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες που έχω ζήσει. Τώρα που ο Λευτέρης Βογιατζής βρίσκεται στο θέατρό του μόνο ως αόρατη παρουσία -και εμείς επιβάλλεται να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι έτσι θα παραμείνει και να ευχηθούμε το θέατρο όχι μόνο να μην ερημώσει αλλά και να αποτελέσει στέγη άξιων συνεχιστών- ήταν πάλι έργο του Δημήτρη Κεχαΐδη που με έφερε ως το δρομάκι των «Κυκλάδων»: το «Τάβλι», που σκηνοθετούν ο Νίκος Κουρής και ο Μάκης Παπαδημητρίου, όπου και συμπρωταγωνιστούν.

Στα σαράντα και πλέον χρόνια που μεσολάβησαν από το 1972, όταν ο Κουν πρωτοανέβασε το «Τάβλι» στην ελληνική σκηνή, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει. Οι αυλές των φτωχόσπιτων στο Θησείο, όσες έχουν απομείνει, είναι πια γραφικά σημάδια ενός εξωραϊσμένου -ελαφρά τη καρδία, κυρίως λόγω της αρχιτεκτονικής του ομορφιάς- παρελθόντος. Οι δύο ήρωές του πάλι, οι φουκαριάρηδες Έλληνες που επιδίδονται σε απίστευτες επιχειρηματικές δραστηριότητες που στήνονται και γκρεμίζονται εν τη γενέσει τους με την ευκολία μιας παρτίδας τάβλι, μοιάζουν εκ πρώτης όψεως βγαλμένοι από τη μακρινή εικόνα των ταινιών του ’60, παρά ως δύο εξ ημών. Είναι πράγματι έτσι;

Σε μια αυλή στο Θησείο, ο Φώντας και ο Κόλλιας, δύο φουκαράδες μεροκαματιάρηδες, προσπαθούν να πιάσουν την καλή. Ο Φώντας δηλαδή, ο πολυμήχανος της υπόθεσης -καλύτερα: ο κομπιναδόρος-, που εφευρίσκει ένα σωρό επιχειρήσειςπατέντες, και τις οποίες ακολουθεί -τραβάτε με κι ας κλαίω- ο Κόλλιας, που θα προτιμούσε να γίνει πλούσιος από το βιβλίο για την αντιστασιακή του δράση στην Κατοχή, που όλο το γράφει αλλά ποτέ δεν το τελειώνει. Αυτή τη φορά η μπίζνα είναι εξασφαλισμένη, σίγουρη επιτυχία. Τι κι αν για να εξασφαλισθούν τα απαραίτητα χρήματα χρειάζεται να εκπορνευθεί η γυναίκα του Κόλλια στον πλούσιο γείτονά τους; Τι κι αν η νέα κομπίνα είναι στην πραγματικότητα δουλεμπόριο; Πενήντα χιλιάρικα, ένα καράβι, ένα ταξίδι ως την Αφρική και το παραδάκι θα ρέει άφθονο από δω και μπρος, χάρη στους «πεινασμένους νέγρους» που για ένα κομμάτι ψωμί θα αναλάβουν τις εργασίες στα χωράφια.

Ο Κεχαΐδης είναι μάστορας του σκηνικού λόγου και η γραφή του είναι ταυτόχρονα τόσο φυσική, σαν να μιλούν δύο άνθρωποι δίπλα μας, όσο και σκηνικά λειτουργική. Με το «Τάβλι» μάς παρέδωσε ένα παλλόμενο κείμενο -που στάθηκε εν έτει 2014 χωρίς να χάσει ίχνος από την ενάργειά του-, με δύο ήρωες ολοζώντανους, τους οποίους μπορεί να διακωμωδεί σε σημεία αλλά δεν τους κοροϊδεύει• αντίθετα τους δίνει απλόχερα χώρο να ξεδιπλωθούν. Η μεγαλύτερη, όμως, κατάθεσή του είναι ότι ολόκληρο το δραματικό υπόβαθρο του έργου παραδίδεται μέσα σε κωμικό μανδύα – καθώς και ο χειρισμός του φινάλε: αν και εύκολα μαντεύεις την κατάληξη του colpo grosso, το φινάλε παρ’ όλ’ αυτά μένει επιτούτου μετέωρο, σαν μια παρτίδα τάβλι που έμεινε στη μέση.

Δεδομένης της ζωντάνιας και της δραματουργικής απλότητας του έργου, μόνο σκηνοθετικό μέλημα μιας παράστασης θα μπορούσε να είναι η εξίσου ζωντανή απόδοσή του, μαζί με την έγνοια να μην ξεπέσει σε μια ηθογραφική αποτύπωση ενός παρελθόντος. Και φυσικά, η ανάθεση των ρόλων σε δύο δεξιοτέχνες της υποκριτικής τέχνης, αφού αυτοί σηκώνουν το κυριότερο βάρος του σκηνικού εγχειρήματος.  Ο Νίκος Κουρής και ο Μάκης Παπαδημητρίου ανταπεξήλθαν με το παραπάνω στο υποκριτικό ζητούμενο, αποτυπώνοντας με ακρίβεια τους ήρωές τους, κάνοντας ο καθένας τη δική του δουλειά ώστε να πλάσει επί σκηνής το δικό του ξεχωριστό χαρακτήρα. Δεν φοβήθηκαν τη διακωμώδηση, περισσότερο: μία πειραχτική προσέγγιση (ειδικά ο Μάκης Παπαδημητρίου ως Φώντας), εμφανώς προερχόμενη από την αγάπη και το κέφι που τους ενέπνευσαν οι ήρωες.

Από σκηνοθετική άποψη, το επίτευγμά τους ήταν εξίσου -ή και περισσότερο σημαντικό-, καθώς δεν πέτυχαν μόνο μια «καθαρή» απόδοση του έργου (καθόλου αυτονόητο κι αυτό, μια που δεν τα καταφέρνουν πάντα οι ηθοποιοί στη σκηνοθεσία), αλλά το πήγαν και λίγο παραπέρα. Η σκηνοθεσία τους είχε άποψη. Μικρές αλλά έξυπνες ιδέες, όπως η χρήση της αφαίρεσης αντί της ρεαλιστικής αναπαράστασης σε σημεία, ή η μουσική επένδυση της παράστασης (Μίνως Μάτσας) με ήχους αργεντίνικου τανγκό (όχι τυχαία: χορός που ξεκίνησε ως αναμέτρηση μεταξύ ανδρών) έδωσαν στο έργο νέο αέρα. Επίσης, το ιδεολογικό τους σχόλιο δεν στερείται ενδιαφέροντος: η παρεμβολή του ηχογραφημένου αποσπάσματος με λόγους των πολιτικών ανδρών μας από τη μεταπολίτευση ως σήμερα ήρθε διακριτικά να μας υπενθυμίσει μία μακρά περίοδο σαράντα χρόνων γεμάτη εύκολα λόγια, φρούδες ελπίδες και μπόλικη πολιτική ανωριμότητα.

Εν κατακλείδι: μία σημαντική στιγμή ενός άξιου έργου σε ένα όχι τυχαίο θέατρο.

«Το Τάβλι» | Από 23 Απριλίου έως 25 Μαΐου 2014 | Θέατρο της Οδού Κυκλάδων