Κείμενο: Κωστής Καλογρούλης

Το 1928, ο πατέρας του αμερικάνικου νουάρ Ντάσιελ Χάμετ σε μια επιστολή του εξηγούσε τις φιλοδοξίες που ο ίδιος έτρεφε για τη φόρμα του αστυνομικού μυθιστορήματος, και ότι πίστευε ότι θα μπορούσε κάλλιστα σαν είδος να υπερβεί τα ασφυκτικά όρια της λαϊκής ψυχαγωγίας και να αγγίξει το επίπεδο της υψηλής λογοτεχνίας. Σαν παράδειγμα για αυτό ανέφερε τον Φορντ Μάντοξ Φορντ, σχολιάζοντας ότι το μυθιστόρημά του Ο Καλός Στρατιώτης, με ελάχιστες μετατροπές, θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί αστυνομικό μυθιστόρημα. Αυτή η δήλωση εξηγεί με τον καλύτερο τρόπο τη θέση που κατείχε ο Φορντ στην αγγλόφωνη λογοτεχνία τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Ούτε λίγο ούτε πολύ ο Χάμετ χρησιμοποιεί τον Φορντ σαν το παράδειγμα υψηλής λογοτεχνίας με την οποία θα ήθελε να εξισώσει το αστυνομικό μυθιστόρημα.

Ο Φορντ Μάντοξ Φορντ γεννήθηκε Φορντ Χέρμαν Χιούφερ το 1873 στο Λονδίνο (ο πατέρας του ήταν Γερμανός και ο Φορντ άλλαξε το επώνυμό του μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο λόγω του εύλογου αντιγερμανικού μένους). Η επιρροή του στον αγγλικό μοντερνισμό είναι ανυπολόγιστη, όχι μόνο λόγω της συγγραφικής του παραγωγής αλλά και λόγω των λογοτεχνικών περιοδικών που ίδρυσε, όπως το English Review και  το Transatlantic Review, στα οποία εξέδωσε για πρώτη φορά τα κείμενα των σημαντικότερων νεαρών λογοτεχνών που αποτέλεσαν τον πυρήνα του μοντερνισμού. Παράλληλα, ως συνεργάτης του Τζόζεφ Κόνραντ, αποτέλεσε ο ίδιος έναν εξαιρετικής σημασίας συνδετικό κρίκο ανάμεσα στη νεωτερικότητα που εισήγαγαν οι μεγάλοι πεζογράφοι στα τέλη του δεκάτου ενάτου και τις αρχές του εικοστού αιώνα, και του πλήρως ανεπτυγμένου αισθητικού μοντερνισμού της δεκαετίας του 1920 και 30.

Η φήμη του ως πεζογράφου, αν και τα έργο του είναι ιδιαίτερα πλούσιο, σήμερα βασίζεται κυρίως σε δύο μυθιστορήματα: τον Καλό Στρατιώτη (1915) και την τετραλογία Το Τέλος της Παρέλασης (1924-1928). Το πρώτο αποτέλεσε ένα διάσημο για την εποχή μυθιστόρημα λόγω του σκανδάλου που προκάλεσε το θέμα του, (η μοιχεία) ενώ παραμένει μέχρι σήμερα μία αριστοτεχνική άσκηση ύφους γύρω από την αναξιόπιστη αφήγηση και την αποσπασματικότητα της αλήθειας, όντας ένα σχεδόν τέλειο έργο μέσα στην απλότητά του. Το Τέλος της Παρέλασης από την άλλη είναι ένα πολύ πιο περίπλοκο, φιλόδοξο, εκτενές αλλά και αναπόφευκτα ατελές έργο, το οποίο μεταξύ άλλων σχετίζεται και με τη βρετανική εμπειρία στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι αναμφίβολα ένα από τα μυθιστορήματα σταθμούς του αγγλικού μοντερνισμού, ένα σχεδόν ιδανικό πεδίο μελέτης τεχνοτροπιών καθώς και της ιδιόμορφης πρόζας του Φορντ. Περισσότερο απ’ όλα όμως, είναι ένα μυθιστόρημα που επιχειρεί να αποτυπώσει την εναλλαγή των ιστορικών εποχών, τη σύγκρουση της νέας τάξης πραγμάτων με την παρακμή της παλιάς.

Ο Φορντ εκφράζει πανοραμικά και με ιδιαίτερη δύναμη το τέλος του συναισθηματισμού της Εδουαρδιανής περιόδου και του ιδεαλισμού και της υπέρμετρης αυτοπεποίθησης της Βικτοριανής περιόδου. Πλέον εισερχόμαστε σε ένα νέο κόσμο που εγκαινιάζεται βίαια, χωρίς την αναγκαία περίοδο ζύμωσης που συχνά καθορίζει μια νέα περίοδο. Ο πρωταγωνιστής του, ο Κρίστοφερ Τίτζενς, είναι ένα σύμβολο της παλιάς τάξης πραγμάτων: ένας αριστοκράτης του Γιόρκσαϊρ (με γερμανογενές επώνυμο, όπως και ο ίδιος ο Φορντ), που πιστεύει στον ιπποτισμό, την αυτοθυσία και την τιμή. Καλόψυχος και συνάμα αδέξιος, λογικός και συνάμα αφελής, είναι μία κάπως δονκιχωτική φιγούρα που σε κάθε περίπτωση δεν έχει θέση σε ένα νέο, γραφειοκρατικό και αποτελεσματικό σύστημα που διαμορφώνεται κατά τη διάρκεια της έντονα τραυματικής εμπειρίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο Φορντ εκφράζει το χάος ποικιλοτρόπως: το χάος του πολέμου προφανώς, στο οποίο ο Τίτζενς ρίχνεται ως Χριστιανός ευγενής κύριος που πιστεύει σε αξίες, για να αντιμετωπίσει μία εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Το πολιτικό και ιδεολογικό χάος της νέας τάξης πραγμάτων, όπου παραδοσιακές αρχές και αλήθειες αντικαθίστανται από καινούριες. Τέλος, το σεξουαλικό/ερωτικό χάος, το οποίο εκφράζεται μέσα από τον «λευκό» γάμο του με τη Σύλβια, η οποία τον απατάει ανοιχτά σε μια σχέση συναισθηματικής κακοποίησης στην οποία ο Κρίστοφερ παραμένει απλά και μόνο για λόγους τιμής.

Αν και η γραφή του Φορντ δεν είναι τόσο ριζοσπαστική όσο εκείνες των διάσημων εκπροσώπων του αγγλόφωνου μοντερνισμού, παραμένει πυκνή και διαχειρίζεται τη συνείδηση με έναν τρόπο κάπως παρόμοιο με τον Προυστ (ο οποίος υπήρξε αναμφίβολη επιρροή του Φορντ, το είχε άλλωστε παραδεχθεί και ο ίδιος). Όσο η τετραλογία εξελίσσεται, η γραφή γίνεται πιο δύσκολη, κι αυτό διότι αντανακλά την κάθοδο του Κρίστοφερ σε ένα ψυχολογικό και φιλοσοφικό τέλμα. Αντίστοιχα, στο πρώτο μυθιστόρημα Κάποιοι Όχι τα ίχνη του ρεαλισμού είναι πιο εμφανή. Η εναρκτήρια σκηνή του βιβλίου λαμβάνει χώρα σε ένα τρένο, ένα αγαπημένο σύμβολο της βιομηχανικής επανάστασης και κάτι απόλυτα ταυτισμένο με πολλά σπουδαία μυθιστορήματα του ευρωπαϊκού ρεαλισμού, από την Άννα Καρένινα μέχρι τον Ζολά. Είναι λες και το ταξίδι στο τρένο που περιγράφει ο Φορντ είναι και ένα είδος αποχαιρετισμού στην παλιά τάξη πραγμάτων, και παράλληλα ένα είδος αποχαιρετισμού στον ρεαλισμό, σαν την τεχνοτροπία που μπορούσε να εκφράσει καλύτερα μια πιο γνώριμη συνθήκη όπου πολλά πράγματα εξακολουθούσαν να διατηρούν το νόημά τους. Έτσι, ο πρωταγωνιστής του και παράλληλα ο αναγνώστης εισέρχονται σε αυτή τη νέα περίοδο της παγκόσμιας ιστορίας, με τον Φορντ να επιχειρεί να καταγράψει αυτήν ακριβώς τη μεταβατική περίοδο.

«Το τέλος της παρέλασης, κάποιοι όχι…» του Φορντ Μάντοξ Φορντ, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εξάντας