Η Ελισάβετ ζει δέκα χρόνια τώρα στο Μεσολόγγι, μαζί με τον έφηβο γιο της. Είναι διοικητής του αστυνομικού τμήματος, αλλά η μετάθεσή της εκεί ήταν δυσμενής. Το ίδιο και η έκτοτε ζωή της. Ήταν προηγουμένως σε πολύ καλό πόστο στην Αντιτρομοκρατική, αλλά προφανώς τότε είχε ακόμη αρχές και μια κάποια ακεραιότητα, και για αυτό, αντί να κάνει ό,τι της υπαγόρευσαν οι ανώτεροι και να παραμείνει στην Αθήνα και στο κέντρο των γεγονότων, προτίμησε να μην υποκύψει στον εκβιασμό τους και να μετατεθεί.

Δεν ξέρουμε τίποτα άλλο για τη ζωή της πριν το Μεσολόγγι, αλλά και μόνο η στάση της στον εκβιασμό των ανωτέρων είναι ένα επαρκές δείγμα για να υποθέσουμε ότι ως τότε, πριν την επαρχία, πριν το άδειασμα, την προδοσία και την πλήρη αποκάλυψη για τον τρόπο που λειτουργεί η εξουσία, ζούσε γενικά αλλιώς. Τώρα είναι αλκοολική, τώρα αδιαφορεί παντελώς για τη δουλειά της, τώρα είναι σε μια διαδικασία καταβύθισης που αν πρέπει να μαντέψει κανείς συνέβη σταδιακά και όχι με τη μία. Νιώθει ότι είναι καλύτερη απ’ το Μεσολόγγι, νιώθει ότι δεν ανήκει εκεί, αλλά την ίδια ώρα νιώθει και συνολικά χάλια, νιώθει και άσχημα για το πώς έχει καταντήσει να περνά τη ζωή της. Στη ζωή της εκτός από το παιδί της, υπάρχει κι ένας άντρας. Παντρεμένος με μικρά παιδιά, γιατρός, περιγράφει πως στην Αθήνα ήταν σε μια διαρκή απαξίωση, ενώ εδώ, πίσω στη γενέτειρά του, νιώθει βασιλιάς, όλοι του κάνουν τεμενάδες, είναι τοπικός παράγοντας, μετράει. Είναι η ενσάρκωση του «Καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη».

Σε αντίθεση με την Ελισάβετ που είναι από κάπου αλλού και δεν ανήκει εδώ, σε αντίθεση με τον γιατρό που είναι από εδώ, ξαναγύρισε με τη θέλησή του και την βρίσκει εδώ, η Ρίτα ήταν μια ζωή εδώ και θέλει να φύγει από εδώ. Δουλεύει σε ένα εργοστάσιο παραγωγής χελιών. Τα χέλια που όπως μαθαίνουμε φεύγουν από τα γλυκά νερά του Μεσολογγίου και διασχίζουν τον μισό πλανήτη, υπακούοντας σε ένα κάλεσμα της φύσης, ώστε να πάνε να γεννήσουν στη θάλασσα των Σαργασσών. Eκτός από το εργοστάσιο, η Ρίτα δουλεύει και ως καθαρίστρια σε μια εκκλησία. Ο Τζουμέρκας χρησιμοποιεί την εκκλησία και τον ιερέα της ως εργαλείο για να βάλει δυο τρεις εμβόλιμες θρησκευτικού χαρακτήρα σκηνές με αναφορές στον Χριστιανισμό και τις αφηγήσεις του. Κι όσο δίκιο θα έχει κάποιος αν πει ότι είναι μάλλον ξεκάρφωτες, από την άλλη η εικονοποιΐα του Τζουμέρκα είναι τόσο δυνατή, που θα ήταν μάλλον άδικο να στραβώσει μαζί τους.

Η Ρίτα μπορεί να θέλει να φύγει από το Μεσολόγγι, ο αδελφός της όμως, ο Μανώλης, τραγουδιστής σε τοπικό κλαμπ, που είναι ξεκάθαρο από την πρώτη στιγμή ότι έχει κάποιου είδους αρρωστημένη σχέση μαζί της και νοσηρή εξουσία πάνω της, διαφωνεί. Και αν οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές έχουν ξεκαθαρίσει μέσα τους τη σχέση που έχουν με τον τόπο που βρίσκονται, ο Μανώλης έχει με το Μεσολόγγι σχέση αγάπης και μίσους. Είναι κι αυτός πρώτος στο χωριό, είναι ένας τοπικός σταρ της νύχτας, ενώ είναι σαφές ότι στην πόλη θα ήταν πιο κάτω κι από δεύτερος, ωστόσο νιώθει ότι βάλτωσε εδώ, νιώθει ότι τα όρια του τόπου του είναι και όρια του ίδιου.

Η ιστορία της Ελισάβετ θα μπλεχτεί με την ιστορία της Ρίτας όταν χαθεί μια ζωή και ξεκινήσει η αστυνομική έρευνα. Στο τέλος της, η λύση του όποιου μυστηρίου είναι το λιγότερο που ενδιαφέρει, καθώς το αληθινό ζητούμενο είναι άλλο: η σχέση των δύο γυναικών με τον τόπο, το αν θα παραμείνουν καθηλωμένες εκεί ή αν θα πετύχουν τη δική τους «έξοδο» από το Μεσολόγγι, αν θα μπορέσουν να βρουν τον δρόμο για τη δική τους θάλασσα των Σαργασσών.

Μιλώντας για την πρώτη ταινία του Σύλλα Τζουμέρκα, τη «Χώρα Προέλευσης», είχα χρησιμοποιήσει τη φράση «παλλόμενο σώμα». Δυο ταινίες αργότερα, ο κινηματογράφος του εξακολουθεί να πάλλεται με τρόπο εντυπωσιακό, με μια δόνηση που μεταδίδεται στους θεατές. Και μετά την κατά την προσωπική μου εκτίμηση αποτυχημένη «Έκρηξη», έρχεται με «Το Θαύμα της Θάλασσας των Σαργασσών» να υπογράψει την πιο ολοκληρωμένη ταινία του. Ο Τζουμέρκας έχει κάτι το κασσαβετικό στον τρόπο που κινηματογραφεί τα πρόσωπα των ηθοποιών, οι ηθοποιοί βγάζουν μια ένταση σαν να έχουν βγει από τον κόσμο του Κασσαβέτη. Τι συνέβαινε ακριβώς στην «Χώρα Προέλευσης» το έχω ξεχάσει. Την ένταση και την ατμόσφαιρα της ταινίας όμως όχι. Είναι σαν η ένταση των ταινιών του Τζουμέρκα να αυτονομείται μερικώς από την πλοκή. Ή σαν η πλοκή να μην κατορθώνει να μεταγράψει αναλυτικά τα βαθύτερα υπαρξιακά αίτια της έντασης. Aπό την άλλη η «Χώρα Προέλευσης» είχε μια ιστορία που επέτρεπε στην ένταση να αποτυπωθεί μέσα σου. Στην «Έκρηξη» πάλι, όση σκηνοθετική ένταση κι αν υπήρχε, σβήστηκε από τη μνήμη μου, μαζί με όσα συνέβαιναν εκεί, τα οποία δεν θυμάμαι καθόλου, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι η ταινία δεν πάταγε στο έδαφος και ήταν στον αέρα, με την κακή του όρου έννοια.

Και στο «Θαύμα», πέραν των όσων επιμέρους συμβαίνουν στην ιστορία, η αιτία της έντασης έχει όνομα, η πηγή της πληγής που θα ματώσει ονομάζεται ξανά και ξανά: δεν είναι όπως στην «Χώρα Προέλευσης» η οικογένεια, είναι η επαρχία, η ζωή στην επαρχία, η ζωή σε μικρές πόλεις της επαρχίας, είναι το Μεσολόγγι (από το οποίο κατάγεται η μόνιμη συνεργάτης του Τζουμέρκα, συνσεναριογράφος και ηθοποιός -όχι τυχαία, παίζει τη Ρίτα- Γιούλα Μπούνταλη). Ο Τζουμέρκας με την Μπούνταλη μας μιλούν για το Μεσολόγγι σαν ένα κυριολεκτικό και μεταφορικό μαζί βάλτο.

Δεν ξέρω αν το «Θαύμα της Θάλασσας των Σαργασσών» είναι μια ταινία για τα μεγάλα πλήθη. Ίσως αρκετούς να τους πέταγε έξω. Αλλά μάλλον ούτως ή άλλως αυτή η κατηγορία των θεατών δεν θα πήγαινε ποτέ να την δει. Αν όμως είσαι άνθρωπος που αγαπάς το σινεμά και δεν πας απλά για να ξεσκάσεις ή δεν πας να δεις μόνο τις πιο ασφαλείς μέινστριμ συνταγές, τότε είναι μια ταινία δεξιοτεχνική, μια ταινία που αγαπά το μέσο, που γιορτάζει το μέσο, που δεν κάνει εκπτώσεις, που έχει όραμα, είναι μια ταινία που κάτι θα σου αφήσει όχι μόνο στην πρώτη θέαση, αλλά και σε διάρκεια χρόνου ως αποτύπωμα. Η χημεία του Τζουμέρκα με τους ηθοποιούς του είναι εξαιρετική, στους πρώτους ρόλους η Αγγελική Παπούλια, η Γιούλα Μπούνταλη και ο Χρήστος Πασσαλής είναι πλήρως συντονισμένοι με το ύφος της ταινίας, ενώ όλοι ανεξαίρετα -οι καθόλου λίγοι αριθμητικά- δεύτεροι ρόλοι φτιάχνουν χαρακτήρα, έστω και με δυο φράσεις ή δυο βλέμματα ο καθένας. Είναι μια ταινία που έχει σκηνικά που φτιάχνουν ατμόσφαιρα, αφού πραγματικά το φυσικό τοπίο συμπρωταγωνιστεί, είναι μια ταινία που έχει κουστούμια που φτιάχνουν χαρακτήρες (ο Χρήστος Πασσαλής είναι ντυμένος σαν τον Ντένις Χόπερ στο Μπλε Βελούδο, ενώ οι μπαντάνες με την αστερόεσσα της εξαιρετικής Μαρίας Φιλίνη λένε όσα δεν μπορούν να πουν χίλιοι διάλογοι), μια ταινία που χτίζεται πάνω στο εξαιρετικό μοντάζ της, μια ταινία που αναδεικνύεται με την υπέροχη φωτογραφία της και τη λειτουργική μουσική της, μια ταινία που εκτός όλων των άλλων προσωπικά με έκανε να γελάσω δυνατά με μερικές ατάκες της.

Πρέπει νομίζω τέλος, να γίνει η εξής διάκριση: το σενάριο είναι πολύ δουλεμένο, η πλοκή και πλούσια και πολυσύνθετη είναι και δεν αφήνει κενά, το «Θαύμα» αφηγείται μια ιστορία και μια διαδρομή των χαρακτήρων που από κάπου ξεκινάνε και κάπου πηγαίνουν, η ιστορία δεν είναι ένα πρόσχημα για να χτιστεί η ατμόσφαιρα. Υπ’ αυτήν την έννοια και το σενάριο έρχεται να κουμπώσει με όλα τα υπόλοιπα και να έχουμε μια καθ’ όλα ικανοποιητική ταινία. Τώρα αν  μελλοντικά ο Τζουμέρκας έχει στα χέρια ένα ακόμη πιο δυνατό, ακόμη πιο πατροπαράδοτο, ή και τα δύο μαζί, σενάριο, δείχνει ότι έχει τη στόφα να παραδώσει ταινίες υποδειγματικές και ταινίες αναφοράς. Σε κάθε περίπτωση, κι αυτό να μη συμβεί, το ιδιοσυγκρασιακό σινεμά του έχει και λόγο ύπαρξης και αυτοτελή αξία.