Γιατί κατά βάθος όλοι ξέρουν -κι όλοι πάντα ήξεραν- ότι αυτό που περιγράφουν τα “Τοy Story” δεν είναι υπόθεση εργασίας ενός παραμυθένιου κόσμου, δεν είναι αντιστροφή της πραγματικότητας, είναι η πραγματική πραγματικότητα, είναι ό,τι ακριβώς συμβαίνει σε κάθε παιδικό δωμάτιο ή όπου αλλού υπάρχουν παιχνίδια: δεν ζωντανεύουν τα παιχνίδια στα χέρια των παιδιών, τα παιχνίδια στα χέρια των παιδιών ζωντανεύουν μόνο μεταφορικά. Συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: τα παιχνίδια είναι ολοζώντανα και παριστάνουν στα χέρια των παιδιών τα άψυχα αντικείμενα. Τα παιχνίδια είναι ολοζώντανα και κάθε στιγμή που δεν τα παρακολουθεί μικρός ή μεγάλος άνθρωπος, κάνουν τα δικά τους. Δεν θα μπορούσε να είναι κι αλλιώς. Κάνουν τους ψόφιους κοριούς μόνο και μόνο για να επιτρέπουν στα παιδιά να αναπτύσσουν τη δική τους φαντασία, κάνουν τους ψόφιους κοριούς γιατί είναι αρκετά γεμάτος από καταπιέσεις, οδηγίες και πατροναρίσματα ο κόσμος, δεν χρειάζεται να ξέρει το παιδί την ώρα που παίζει ότι το παιχνίδι που κρατά στα χέρια του παρακολουθεί με βλέμμα άγρυπνο, κρίνει την ευρηματικότητα ή την αφηγηματική συνοχή της ιστορίας στην οποία καλείται να πρωταγωνιστήσει, ενδεχομένως βαριέται, ενδεχομένως δυσανασχετεί, ενδεχομένως έχει μια εξαιρετική ιδέα για το πώς θα μπορούσαν να παίξουν πιο ευφάνταστα.

Aρκετά με τα βλέμματα των άλλων πάνω μας, αρκετά με τις ρητές ή σιωπηλές επικρίσεις τους, αρκετά με το δικό τους «ξέρω καλύτερα», αρκετά με την ανάγκη τους να δηλώνουν διαρκώς την παρουσία τους, αν κάτι κατανοούν τα παιχνίδια είναι ότι ο άνθρωπος χρειάζεται χρόνο μόνος του, είναι ότι ο άνθρωπος χρειάζεται χρόνο όπου θα κάτσει στο δωμάτιό του, θα πάρει έναν καουμπόι κι έναν αστροναύτη και θα αρχίσει να τους κουνά στον αέρα, βάζοντας τους να πουν και να κάνουν ό,τι του έρθει εκείνη την ώρα στο μυαλό, θα κάνει ηχητικά εφέ με το στόμα του, θα βγάλει και δεινόσαυρους και σκύλους και αρκουδάκια και στρατιωτάκια και απ’ όλα, θα τα παρατάξει στο δωμάτιό του και δεν θα είναι πια στο δωμάτιό του, θα έχει μεταφερθεί σε έναν χώρο ελεύθερο από κριτική, ελεύθερο από το βάρος των άλλων και γεμάτο από τη νιρβάνα της ανεμπόδιστης συνειρμικής σκέψης, γεμάτο από την πλησμονή τού να παίζεις.

Η αλαζονεία των ανθρώπων να θεωρούν ότι μπορούν να δημιουργούν ανθρωπόμορφα και ζώομορφα κουκλάκια, στερώντας τους ταυτόχρονα την ψυχή. Δεν πάει έτσι. Η ψυχή πάει μαζί με τη μορφή. Κάθε φορά που σχηματοποιείται ένα πρόσωπο, γεννιέται και μια φωνή. Τώρα, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, όσα παιχνίδια δεν βλέπετε κάνουν πάρτι. Μπορεί να έχουν βάλει και να βλέπουν τα “Toy Story”. Φυσικά δεν θα το μάθετε ποτέ, φυσικά θα εξακολουθήσετε να θεωρείτε ότι ζωή έχετε μόνο εσείς, ότι είστε από τη μια εσείς κι απ’ την άλλη τα αντικείμενα.

Και μην είστε τόσο αλαζόνες ώστε να θεωρήσετε ότι έχετε το μονοπώλιο της αλαζονείας. Και τα παιχνίδια θεωρούν ότι μόνο αυτά ζουν από ό,τι θεωρεί ο άνθρωπος αντικείμενο. Έτσι όταν ο Γούντι πηγαίνει πρώτη μέρα στο νηπιαγωγείο με την Μπόνι και η Μπόνι φτιάχνει ένα ανθρωπάκι από πλαστικό πιρούνι και το ονομάζει Φόρκι, ο Γούντι εκπλήσσεται που και ο Φόρκι ζει. Και τώρα ο Γούντι αγχώνεται, γιατί ο μεν Φόρκι θεωρεί τον εαυτό του σκουπίδι και θέλει να επιστρέψει σε καλάθι σκουπιδιών, η δε Μπόνι δέθηκε πολύ με τον Φόρκι, κι αν τον έχει δίπλα της θα μπορέσει να συνηθίσει το νηπιαγωγείο πολύ πιο εύκολα.

Ο Γούντι κάνει το παν για να μην συμβεί αυτό και νιώσει άσχημα η Μπόνι, ίσως γιατί έχει το σύνδρομο του Μεσσία, ίσως γιατί έτσι μπορεί να νιώσει και πάλι σημαντικός: η Μπόνι τον ξεχνά ολοένα και συχνότερα τελευταία όταν διαλέγει με ποια παιχνίδια θα παίξει. Και στις δύο εκδοχές πάντως προβάλλει στο μυαλό του την Μπόνι σαν ένα αδύναμο πλάσμα, το οποίο αν δεν έχει δεκανίκι να στηριχθεί θα πέσει.

Κι όταν οι γονείς της Μπόνι θα την πάρουν για μια εκδρομή με το τροχόσπιτο πριν ξεκινήσει για τα καλά η (προ)σχολική χρονιά (κι αυτή θα πάρει φυσικά μαζί τα παιχνίδια της), ο Γούντι θα βρεθεί σε μια περιπέτεια, που θα κλονίσει τις βεβαιότητές του για το τι είναι ευτυχία για ένα παιχνίδι, για το τι είναι ευτυχία για ένα παιδί, για το πόσο μονοδιάστατος παράγοντας της ευτυχίας είναι το να ανήκεις ιδιοκτησιακοσυναισθηματικά σε κάποιον, για το αν υπάρχουν εναλλακτικές οδοί διεκδίκησής της.

Ο Γούντι εξηγεί στον Μπαζ ότι έχει μια φωνή μέσα του που του λέει τι είναι σωστό και τι λάθος. Όσο ο Μπαζ το παίρνει κυριολεκτικά, πατώντας τα κουμπιά της στολής του με τις ηχογραφημένες οδηγίες της διαστημικής του περιπέτειας, ο Γούντι θα διαπιστώσει ότι η δική του εσωτερική φωνή έχει τη δυνατότητα να τον εκπλήσσει, έχει τη δυνατότητα να διαφοροποιείται, έχει τη δυνατότητα να δείχνει το σωστό σε διαφορετική κατεύθυνση απ’ ό,τι προηγουμένως.

Τρυφερό, ευφορικό, ρομαντικό, αστείο, τρομακτικό (ναι ακόμα κι αυτό), βαθύ, απλό, συγκινητικό, το “Toy Story 4” δεν ρίχνει κάτω τη σκυτάλη των προηγουμένων, εξακολουθώντας να προσποιείται ότι είναι ένα παραμύθι για μικρούς και μεγάλους, ενώ όλοι κατά βάθος ξέρουν ότι δεν είναι παραμύθι, ενώ όλοι κατά βάθος ξέρουν ότι τα παιχνίδια ζουν στα αλήθεια, ενώ όλοι κατά βάθος ξέρουν ότι κι εμείς είμαστε παιχνίδια στα χέρια κάποιου άλλου, που μας κινεί με τα χέρια του στο δικό του παιδικό δωμάτιο, με τη ζωή μας να μην είναι τίποτα περισσότερο αλλά και τίποτα λιγότερο, από μια ιστορία που έπαιξε ένα απόγευμα μόνος του, ολομόναχος, ελεύθερος, δημιουργώντας μας, κάνοντάς μας άλλοτε να θριαμβεύουμε κι άλλοτε να καταρρέουμε, άλλοτε να καταρρέουμε κι άλλοτε να θριαμβεύουμε. Ας αργήσει να μας αφήσει απ’ τα χέρια του, ας αργήσει να κουραστεί, ας μείνουμε για λίγο ακόμα εκεί ψηλά, πετώντας στις παλάμες του.