Έναν αιώνα πριν στο Τολέδο, στο οποίο ο χρόνος μοιάζει να έχει πάντα σταματήσει, ο Δον Λόπε είναι μεσήλικος προς την τρίτη ηλικία ευγενής, με ευγενικές και ρηξικέλευθες ιδέες. Παίρνει πάντα το μέρος των αδυνάτων, ακόμη κι αν αυτοί είναι λωποδύτες, έχουν σουφρώσει κάτι και τους κυνηγά η αστυνομία. Το «Νόμος και Τάξη» κάθε άλλο παρά τον συγκινεί. Είναι και εντελώς αντικληρικός, θεωρεί τη θρησκεία πρόληψη και δεν θέλει την παραμικρή επαφή με παπάδες. Τον Χριστό τον παραδέχεται ως τον πρώτο σοσιαλιστή, αλλά τα δικά του πιστεύω δεν έχουν να κάνουν με κολάσεις και παραδείσους, μα με τον αγώνα κατά της αδικίας, της υποκρισίας και του κυνηγιού του κέρδους. Άλλωστε και ο ίδιος περηφανεύεται ότι μπορεί να αναγκάζεται να ζει μετρημένα και σχετικά φτωχικά για ευγενής, αλλά δεν έχει εργαστεί ούτε μια μέρα στη ζωή του, γιατί η μισθωτή εργασία δεν είναι τίποτα άλλο, παρά μέσο εκμετάλλευσης των εργατών και πλουτισμού των εχόντων. Καλύτερα να τον κρέμαγαν αν ήταν να δουλέψει έτσι, λέει.

Όλα κι όλα, ο Δον Λόπε ζει με βάση ένα σύστημα αξιών. Δίνει πάρα πολύ μεγάλη έμφαση στα ζητήματα τιμής, πιστεύει ακόμα στη μονομαχία ως τρόπο επίλυσης διαφορών και άρσης της προσβολής της τιμής, αρκεί βέβαια να είναι μονομαχία με αληθινό τίμημα, κι όχι σαχλαμάρα τύπου όποιος ματώσει πρώτος έχασε. Και είναι τόσο ανοιχτόμυαλος ώστε να έχει τη μεγαλύτερη κατανόηση για τα ζητήματα της καρδιάς και της σάρκας, τη μεγαλύτερη κατανόηση για τους νόμους της έλξης, τη μεγαλύτερη κατανόηση για τον έρωτα και τον ερωτισμό. Εκεί δεν χωρούν αμαρτίες, εκεί όλα συγχωρούνται, εκεί όλα είναι ανθρώπινα, ο Δον Λόπε θεωρεί ότι δίπλα στις θεϊκές εντολές ο Μωυσής προσέθεσε δολίως και αυτές που έχουν να κάνουν με το σεξ. Αλλά ακριβώς επειδή είναι ένας άνδρας με αρχές, κάνει ακόμα και στα ερωτικά μια διάκριση. Υπάρχουν δύο φραγμοί θα πει, δύο και μόνο απαγορεύονται: οι γυναίκες των φίλων μας και τα εξαιρετικά αθώα εκείνα πλάσματα, που ανθίζουν σαν λουλούδια, που η ομορφιά τους είναι σύμφυτη με την αθωότητά τους.

Ο Δον Λόπε είναι ομολογημένα και ανερυθρίαστα «λάτρης του ωραίου φύλου», έχει περάσει ομολογημένα και ανερυθρίαστα μια ζωή στο κυνήγι γυναικών. Μέρος της διαφορετικότητας και της προοδευτικότητάς του είναι κι ότι δεν πίστεψε ποτέ στο θεσμό του γάμου, ότι ελεεινολογεί και λυπάται τα παντρεμένα ζευγάρια, βλέποντας την επίπτωση του χρόνου και της συμβίωσης στη σχέση τους και στον έρωτά τους. Όχι, εκείνος είναι ελεύθερος. Δεν θα μάθουμε ποτέ αν τήρησε χωρίς εξαιρέσεις τον ένα από τους δύο φραγμούς που βάζει, δεν θα μάθουμε ποτέ αν δεν ερωτοτρόπησε και συνευρέθηκε με σύζυγο φίλο του. Ακόμη κι αν τον τήρησε πάντως, ο συγκεκριμένος κανόνας έχει να κάνει με τον άντρα και όχι τη γυναίκα, ο συγκεκριμένος κανόνας έχει να κάνει με τη φιλία μεταξύ ανδρών και μόνο, ο συγκεκριμένος κανόνας είναι σαν να λέει ότι η ερωτική έλξη είναι σημαντικότερη μεν από το γάμο και τη συζυγική πίστη, αλλά ακόμη σημαντικότερη από την ερωτική έλξη είναι η σχέση μεταξύ δύο ανδρών μεταξύ τους.

Θα μάθουμε όμως ότι ο Δον Λόπε παραβίασε το δεύτερο δικό του κανόνα. Αναλαμβάνει ως κηδεμόνας τη φροντίδα μιας πολύ νέας γυναίκας, της Τριστάνα, η οποία μένει ορφανή. Της λέει ότι το φρονιμότερο είναι να έρθει να μείνει στο δικό του σπίτι, ώστε να την έχει υπό την πλήρη προστασία και φροντίδα του. Ο Δον Λόπε είναι ιδεολογικά κατά του κέρδους, δεν είναι ιδεολογικά κατά των εισοδημάτων. Θεωρεί υποτιμητική κάθε εμπορική συναλλαγή και κάθε παζάρι και κάθε κουβέντα για το χρήμα, αλλά η δυνατότητά του να μη δουλεύει προκύπτει από την τάξη του, την καταγωγή του, το στάτους του. Όντως ζει φτωχικά για αριστοκράτης, αλλά έχει και μια φουλ τάιμ υπηρέτρια. Μαλώνει την Τριστάνα όταν πάει να κάνει κάποια δουλειά, εξηγώντάς της ότι αυτή είναι δουλειά της υπηρέτριας. Η Τριστάνα είναι το αμόλυντο λουλούδι που παίρνει υπό τη φύλαξή του, το λουλούδι που θα το προστατέψει από τους κινδύνους του έξω κόσμου.

 

Της στέκεται αρχικά ως πατέρας, ως οιονεί πατέρας. Με αγαπάς, Τριστάνα, σαν πατέρα; Ναι. Με αγαπάς, Τριστάνα, και κάπως αλλιώς; Αγάπησέ με, Τριστάνα, άσε με να είμαι εκτός από πατέρας σου και σύζυγός σου, οιονεί σύζυγός σου. Ο Δον Λόπε κόβει το λουλούδι. Τώρα είναι το εντελώς δικό του λουλούδι. Και το καλύτερο όλων, η Τριστάνα έχει την τύχη να είναι δίπλα σε έναν άντρα, που έχει τα πιο ανοικτά μυαλά. Το σπουδαιότερο με τη σχέση μας, Τριστάνα, είναι ότι είμαστε ελεύθεροι άνθρωποι. Δεν είμαστε μαζί με κάποιον καταναγκασμό, ανά πάσα στιγμή μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο.

Όταν η Τριστάνα αρχίζει να κάνει κάτι άλλο, ο Δον Λόπε χάνει τη γη κάτω απ’ τα πόδια του. Όταν η Τριστάνα βρίσκει άλλον άνδρα, άνδρα κοντά στην ηλικία της, άνδρα νέο και όμορφο, άνδρα για τον οποίο δε βλέπει φρικαλέα όνειρα τα βράδια, ο Δον Λόπε δεν έχει να κάνει τίποτα άλλο από το να ζητήσει από τον άνδρα να μονομαχήσουν. Αλλά ο Δον Λόπε έχει την ηλικία που έχει και ο έρωτας της Τριστάνα τη δική του. Μερικές φορές η μονομαχία κρίνεται πριν καν ακόμη δοθεί, μερικές φορές η μονομαχία περιττεύει.

Η Τριστάνα θα φύγει μακριά του. Λίγα χρόνια θα περάσουν, λίγα χρόνια που θα βαρύνουν πάνω του αλλιώς. Μια κληρονομιά όμως. Δεν έχει πρόβλημα να την αποδεχτεί. Δεν έχει πρόβλημα να ζήσει τώρα πλούσια. Δεν κυνήγησε κανένα κέρδος. Του ήρθαν μόνα τους όσα δικαιούνταν. Η Τριστάνα θα επιστρέψει. Τώρα υπάρχει τρόπος να την κρατήσει για πάντα κοντά του. Γιατί τώρα αυτή χάνει ένα κομμάτι από το σώμα της. Κι όχι μόνο από το σώμα της. Τώρα ο Δον Λόπε θα καταπατήσει και τα τελευταία του πιστεύω. Όχι ότι δεν ήταν μια ζωή αυτός, ο πολέμιος της υποκρισίας, εντελώς υποκριτής. Αλλά δεν το αντιλαμβανόταν. Δεν αντιλαμβανόταν τα δυο μέτρα και σταθμά του. Δεν αντιλαμβανόταν π.χ. πως όταν χτυπάει η αστυνομία τους εργάτες έξω από το σπίτι σου, το ζητούμενο δεν είναι οι σοσιαλιστικές σου ιδέες, αλλά το ότι αντιμετωπίζεις τις ταραχές σαν κάτι που σε αφορά μόνο θεωρητικά. Δεν αντιλαμβανόταν ότι ζούσε σε έναν κόσμο που είχε χτιστεί στα μέτρα του, στα μέτρα ενός άντρα με όλων των λογιών τα προνόμια, στα μέτρα ενός άντρα που είχε ακόμη και τη δυνατότητα και το προνόμιο να θεωρεί εαυτόν διαφορετικό και προοδευτικό. Τώρα όμως δεν γίνεται να μην αντιλαμβάνεται και ο ίδιος ότι πέρασε στην αντίπερα όχθη. Τώρα θα κάνει πλουσιοπάροχη δωρεά στην αστυνομία. Τώρα θα πηγαίνει στην εκκλησία. Τώρα θα τραπεζώνει σπίτι του τον τοπικό κλήρο. Τώρα θα παντρευτεί. Τώρα δεν θα είναι σε θέση να επιβάλλει τίποτα σπίτι του. Τώρα θα υπακούει την Τριστάνα. Τώρα θα γερνά και θα καταπέφτει. Τώρα θα πεθάνει.

Όσο για την Τριστάνα, η Τριστάνα που όταν ήταν ακόμη αθώα έπαιζε με το γλωσσίδι της καμπάνας σαν να ήταν φαλλός, η Τριστάνα που έβλεπε στον ύπνο της το κομμένο κεφάλι του Δον Λόπε σαν γλωσσίδι, τα χρόνια πέρασαν, τα νιάτα της είναι ακόμη εδώ ακέραια, το σώμα της όμως, όχι και η Τριστάνα σκλήρυνε. Κυριαρχεί απόλυτα στον Δον Λόπε, βασανίζει τον νεαρό κωφάλαλο που την θέλει διώχνοντάς τον μακριά και αποκαλύπτοντάς του τι χάνει. Ο πιο σκληρός και μαζί ο πιο γλυκός βασανισμός.